Η αυθαίρετη ονοματοδοσία των μουσουλμάνων της Θράκης έχει μακρά προϊστορία
 

Η ακατονόμαστη μειονότητα

 

Οταν το 1882 ο Ερνέστ Ρενάν επισήμαινε ως προαπαιτούμενο της εθνικής συγκρότησης τη συλλογική επιλεκτική λήθη «κάποιων πραγμάτων», σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί το μίγμα ημιμάθειας και στρουθοκαμηλισμού που χαρακτηρίζει τις εθνικιστικές εξάρσεις της σύγχρονης «τηλεοπτικής δημοκρατίας» μας.

Κεντρικό επιχείρημα των «επαγρυπνούντων» αποτελεί η υποτιθέμενη «πρόκληση» του αυτοπροσδιορισμού των μουσουλμάνων της Θράκης ως «Τούρκων». Με την ίδια λογική, βέβαια, οι Ελληνες της Αλβανίας δεν θα έπρεπε ποτέ να βρεθούν στα αξιώματα (και μάλιστα υψηλότατα: υπουργοί Αμυνας ή Εξωτερικών, αρχηγοί ΓΕΣ) που κατά καιρούς κατέλαβαν στη γειτονική μας χώρα.

Οπως είχε συμβεί και το 1999, όταν οι βουλευτές της μειονότητας υπέγραψαν κείμενο που ζητούσε από το ελληνικό κράτος την επίσημη αναγνώριση του εθνικού χαρακτήρα της, οι φωστήρες της εθνικοφροσύνης μπερδεύουν τον «αυτοπροσδιορισμό» (το δικαίωμα να δηλώνει καθένας αυτό που θεωρεί ότι είναι) με την «αυτοδιάθεση» (το δικαίωμα μιας εθνικής κοινότητας να ζήσει στο κράτος της αρεσκείας της). Το πρώτο έχει αναγνωριστεί διεθνώς από το 1990 (Διάσκεψη της ΔΑΣΕ στο Παρίσι), το δεύτερο έχει εξίσου πανηγυρικά καταργηθεί -όσον αφορά την Ευρώπη- από το 1975 (διάσκεψη της ΔΑΣΕ στο Ελσίνκι).

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην ουσία της υπόθεσης. Παρ' όλες τις κραυγές εθνικής αγανάκτησης για το «ατόπημα» των στελεχών της μειονότητας που υποστηρίζουν τη νομιμότητα του (υφιστάμενου επί δεκαετίες) σωματείου «Τουρκική Ενωση Ξάνθης», στην πραγματικότητα αυτοί οι τελευταίοι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να διεκδικήσουν ό,τι επί δεκαετίες θεωρούνταν αυτονότητο για τις επίσημες ελληνικές αρχές.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, η τουρκική «φυλετική καταγωγή» και (κυρίως) «εθνική συνείδηση» του μεγαλύτερου μέρους της μειονότητας δεν συνιστά νεοπαγή κατασκευή κάποιων «εγκάθετων της Αγκυρας» αλλά κοινό τόπο για όσους ασχολήθηκαν έστω και στοιχειωδώς με το θέμα κατά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Κι είναι δύσκολο να διαγραφεί εν μιά νυκτί, χάριν κάποιων «εθνικά ορθών» διπλωματικών διατυπώσεων.

Απ' τους «Οθωμανούς» στους «Τούρκους»

Η παλιότερη ελληνική υπηρεσιακή στατιστική που αναφέρεται στην εθνική ταυτότητα των μουσουλμάνων της Θράκης χρονολογείται από το 1871 και τους αποκαλεί «Οθωμανούς», διακρίνοντας τις υποκατηγορίες «Οθωμανοί Αθίγγανοι» και «Κιρκάσιοι-Τάταροι» (Π. Γεωργαντζής, «Προξενικά αρχεία Θράκης», τ. Α', Ξάνθη 1998, σ. 208). «Οθωμανούς» χαρακτηρίζει όλους τους μουσουλμάνους της Ξάνθης σε έκθεσή του και ο σχολικός επιθεωρητής Δ. Σάρρος το 1906 (στο ίδιο, σ. 482). Τον ίδιο ακριβώς όρο χρησιμοποιεί το 1923 -ως δηλωτικό «εθνικότητος»- και η Γενική Διοίκησις Θράκης, σε αναλυτικό πίνακα του πληθυσμού της Δυτ. Θράκης κατά πόλεις και χωριά (στο ίδιο, παράρτημα).

Αυτή η ταξινόμηση αντιστοιχούσε στη θεσμοποιημένη πρόσληψη μιας ενιαίας μουσουλμανικής «κοινότητας πιστών» από τη θεοκρατική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κυρίαρχη εθνοθρησκευτική ομάδα ενός ισλαμικού κράτους, οι μουσουλμάνοι δεν παρουσίαζαν άλλωστε την ίδια τάση εθνικής πολυδιάσπασης με τους χριστιανούς συντοπίτες τους. Φυγόκεντρα εθνικά κινήματα (Αραβες, Αλβανοί) θα εμφανιστούν μονάχα κατά τη φάση αποσύνθεσης της αυτοκρατορίας, ως τοπικιστικές απαντήσεις στην αδυναμία της Υψηλής Πύλης ν' αντιμετωπίσει το ροκάνισμα του «Οίκου του Ισλάμ» από τους πάσης φύσεως «απίστους».

Η τομή ήρθε με την ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού (1908-1922) και το «τουρκικό '21», τον μικρασιατικό πόλεμο κατά των Ελλήνων και των Δυτικοευρωπαίων εισβολέων -πόλεμος που, όπως και η δική μας εθνεγερσία, συνοδεύτηκε από μαζικές σφαγές αλλοεθνών μειονοτήτων. Είναι αυτή η διαδικασία μάχιμης εθνικής ομογενοποίησης που θα μετατρέψει τους περισσότερους μουσουλμάνους της σημερινής Τουρκίας σε Τούρκους, όπως ακριβώς η εμπειρία της Ελληνικής Επανάστασης ταύτισε τους Αρβανίτες της Νότιας Ελλάδας με το ελληνικό έθνος.

Ανάλογες διαδικασίες σημειώθηκαν και στις μουσουλμανικές κοινότητες που παρέμειναν εκτός τουρκικής επικράτειας. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ένα τμήμα της ελίτ των σλαβόφωνων Πομάκων της Ροδόπης είχε αρχίσει π.χ. να εμφανίζει δείγματα «εθνοτικής αφύπνισης» στα τέλη του ΙΘ' αι. (V. Berard, «Τουρκία και Ελληνισμός», Αθήνα 1987, σ. 214). Ξανάγιναν «Τούρκοι» το 1913, όταν οι βουλγαρικές αρχές τους βάφτισαν ομαδικά στα ποτάμια, για να «επιστρέψουν» στο έθνος απ' το οποίο (υποτίθεται ότι) είχαν «αποσχισθεί» με τον εξισλαμισμό τους.

Προσαρμοζόμενη στις νεωτερικές αυτές εξελίξεις, η κυβέρνηση Βενιζέλου στην «εθνολογική στατιστική» που υπέβαλε το 1919 στις Μεγάλες Δυνάμεις αποκαλεί όλους τους μουσουλμάνους της Θράκης «Τούρκους» (Ρ. Pipinelis, «La Thrace Occidentale Hellenique», Παρίσι 1947, σ.16-18). Είχε προηγηθεί ο «ειδικός γραφεύς» του προξενείου Αδριανουπόλεως Στυλιανός Γονατάς, που σε υπηρεσιακό κείμενό του το 1907 κάνει κι αυτός λόγο για «Τούρκους» (Ελένη Μπελιά, «Εκθεση Στυλιανού Γονατά περί Θράκης», Αθήναι 1981, σ. 284). Σε «Ελληνες», «Βούλγαρους» και «Τούρκους» διαχωρίζει επίσης τους Θρακιώτες η απογραφή που πραγματοποίησε ο ελληνικός στρατός το 1920 (ΙΑΥΕ, φ. 1940/Α/6/2β).

Η «σαλαμοποίηση» της μειονότητας

Διαφορετικά ζητήματα ανοίγει η καταγραφή των μητρικών γλωσσών της μειονότητας κατά τις μεταγενέστερες απογραφές. Αυτή του 1928 βρήκε στην ελληνική Θράκη 102.621 μουσουλμάνους, απ' τους οποίους οι 84.585 «τουρκικής γλώσσης» ενώ οι 16.740 «βουλγαρικής γλώσσης (Πομάκοι)». Οκτώ χρόνια αργότερα, τα αντίστοιχα νούμερα της (αδημοσίευτης) απογραφής του 1920 ήταν 93.522 και 6.969. Μεταπολεμικά, τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής του 1951 καταγράφουν 104.848 μουσουλμάνους, με γλώσσα την «τουρκική» (85.945), την «πομακική» (18.664) και την «αθιγγανική» (303). Τη δεκαετία του 1990, τέλος, η ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ μετρά 49.000 μουσουλμάνους «τουρκικής καταγωγής», 34.300 «Πομάκους» και 14.700 «Αθίγγανους».

«Μία» ή «δύο» και «τρεις» μουσουλμανικές μειονότητες; Το ερώτημα δεν είναι καθόλου αθώο, καθώς διαπλέκεται άμεσα με τους κρατικούς σχεδιασμούς, τόσο των ελληνικών όσο και των τουρκικών υπηρεσιών. Η Συνθήκη της Λωζάννης χρησιμοποιεί πληθυντικό, απ' τη στιγμή όμως που ανάγει τη μεταχείριση των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών σε ζήτημα ελληνοτουρκικών σχέσεων οδηγεί αντικειμενικά στην ομογενοποίηση και τον «εκτουρκισμό» της μειονότητας. Οσο για τα αντίζηλα «εθνικά κέντρα», αυτά ασκούν διαμετρικά αντίθετες πολιτικές.

Στόχος των τουρκικών μηχανισμών είναι η διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα της μειονότητας με εμπέδωση των «εθνικά ορθών» χαρακτηριστικών της. Οχι μόνο αποθαρρύνονται οι φυγόκεντρες γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις, αλλά και καταβάλλονται συστηματικές προσπάθειες για την εξάλειψη των μη τουρκικών διαλέκτων. Η τουρκοφώνηση των Τσιγγάνων πρόκυψε σχεδόν αυτόματα, ως επακόλουθο της κοινωνικής ανέλιξής τους, στην περίπτωση όμως των Πομάκων επιστρατεύτηκαν η παιδαγωγική «πειθώ» και η καλλιέργεια κάποιων (γνώριμων και στα καθ' ημάς) ιδεολογημάτων: τα πομάκικα «δεν είναι γλώσσα» αλλά άγραφο «ιδίωμα», δείγμα καθυστέρησης, όπλο στα χέρια της «ξένης προπαγάνδας» κ.ο.κ.

Οι ελληνικές αρχές, πάλι, αρχικά πόνταραν στη διαφορά μεταξύ εθνικιστών «Νεότουρκων» κι αντικεμαλικών «Παλαιομουσουλμάνων» -ενισχύοντας μεταπολεμικά τους δεύτερους, παρ' όλο που (όπως ομολογείται σε έκθεση του 1966) ήταν «βεβαίως Τούρκοι και αυτοί». Υστερα από ένα σύντομο διάλειμμα, κατά το οποίο η μειονότητα αναγνωρίστηκε συλλήβδην ως «τουρκική», τον Αύγουστο του 1956 προκρίθηκε ως προσφορότερη διαχωριστική γραμμή η «φυλετική καταγωγή». Η παλιότερη ημιεπίσημη επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία «η εθνική συνείδηση των Πομάκων είναι καθαρά τουρκική» (V. Colocotronis, «La Macedoine et l' Hellenisme», Παρίσι 1919, σ. 460) εγκαταλείφθηκε, προς όφελος μιας «πλουραλιστικής» προσέγγισης με έμφαση στο θρησκευτικό χαρακτήρα της μειονότητας. Τα εγκαίνια της νέα γραμμής έγιναν την ίδια χρονιά, με την έκδοση από το ΙΜΧΑ του βιβλίου του αξιωματικού Κ. Ανδρεάδη. Το 1957 το ΥΠΕΞ ενημέρωσε τα συναρμόδια υπουργεία Εσωτερικών και Προεδρίας ότι «η μόνη ορθή ονομασία τής εν Θράκη μειονότητος είναι "Μουσουλμανική Μειονότης"», με μέλη «τουρκοφώνους, Πομάκους, Κιρκασίους, Αθιγγάνους κ.λπ.», απαιτώντας «να γίνηται χρήσις των ανωτέρω ορθών όρων εις παν δημόσιο έγγραφον».

Η στρατηγική αυτή διατηρήθηκε με μικροαλλαγές μέχρι σήμερα. «Η υπογράμμιση της διαφορετικότητας των τριών ομάδων απορρέει από την επιθυμία μας να αποφύγουμε την απορρόφηση των Πομάκων και των Αθιγγάνων από το τουρκογενές στοιχείο της Μειονότητας και την κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργία μιας συμπαγούς τουρκογενούς Μειονότητας», διαβάζουμε λ.χ. σε σημείωμα της Διεύθυνσης Α2 του ΥΠΕΞ για το Πομακικό (17.7.1996). Οσο για τους πρακτικούς στόχους του διαχωρισμού, αυτοί -ανάλογα με τα οράματα (ή την έλλειψη ρεαλισμού) των εκάστοτε σχεδιαστών της κρατικής πολιτικής- κυμάνθηκαν μεταξύ «διαχωρισμού των Πομάκων από των Τούρκων» (πρόεδρος του «Συντονιστικού Συμβουλίου Θράκης» προς πρωθυπουργό και Υπ. Εξ., 28.1.1967) και «εξελληνισμού των κατοίκων της ορεινής περιοχής (Πομάκοι)» (υπηρεσιακό «σημείωμα για τον υφυπουργό» Εξωτερικών, 16.11.81).

Η υλοποίηση αυτών των οραματισμών είχε βέβαια κάποια όρια. Εκτός από τις αντιδράσεις βουλγαρικών κύκλων (που ερμήνευσαν την καθ' ημάς «πομακολογία» σαν πιθανή απόπειρα ελληνικής «διείσδυσης» στον εκεί μουσουλμανικό πληθυσμό), ανασχετικός παράγοντας υπήρξε επίσης η ανησυχία για τις μακροκρόθεσμες επιπτώσεις της εισαγωγής μιας σλαβικής διαλέκτου στη μειονοτική εκπαίδευση: «Κατά καιρούς», διαβάζουμε στο υπηρεσιακό σημείωμα του 1996, «έχουν εκφρασθεί φόβοι ότι, ενδεχομένως, ορισμένοι δίγλωσσοι της Μακεδονίας ευχαρίστως θα αποδεχόντουσαν βιβλία πομακικής, ιδίως εάν ήταν γραμμένα στο κυριλλικό αλφάβητο».

Στο περιθώριο των εθνικών σχεδιασμών, πάντως, ακόμη και οι αποφασιστικότεροι ταγοί δεν διστάζουν να τονίσουν τον (επισήμως ανομολόγητο) εθνικό χαρακτήρα της μειονότητας. Από τον επικεφαλής της (προκατόχου της ΚΥΠ-ΕΥΠ) Γενικής Διευθύνσεως Αλλοδαπών Δ. Βλαστάρη, που το 1952 διαπίστωνε πως «το εν Ελλάδι μουσουλμανικόν στοιχείον διακρίνεται διά τον τουρκικόν φανατισμόν του», μέχρι το μητροπολίτη Δαμασκηνό, που εξηγεί ότι «τουρκικήν εθνικήν συνείδησιν» έχουν τόσο οι μουσουλμάνοι «τουρκικής καταγωγής» όσο και η πλειοψηφία των υπολοίπων: «Οι Πομάκοι δεν εξετουρκίσθησαν απλώς, αλλ' ανεδείχθησαν φανατικώτεροι και των τουρκικής καταγωγής ομοθρήσκων των! Σήμερον, ένα μικρό ποσοστόν 15-20% παραμένει πιστόν εις την πομακικήν συνείδησιν [...]. Το ίδιο συνέβη και με τους Αθιγγάνους, των οποίων επίσης επετεύχθη ο εκτουρκισμός» («Η εθνική έπαλξις της Δυτικής Θράκης», Αθήναι 1989, σ. 7-8 & 12).

Οι μόνοι που δεν δικαιούνται να υποστηρίξουν τα παραπάνω είναι φυσικά οι ίδιοι οι μειονοτικοί...
 

 

(Ελευθεροτυπία, 27/5/2006)

 

www.iospress.gr