Αστυνομική ηγεσία και ΜΜΕ συγκαλύπτουν ναζιστική επιδρομή στο Πάντειο
 

Η ασυλία του πιστολέρο

 

Ηδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, μια κάποια ένταση ήταν εμφανής στους τοίχους του Παντείου Πανεπιστημίου. Το διαπίστωνες από τη «μάχη των γκράφιτι» ανάμεσα στην τοπική φοιτητική αντιεξουσιαστική ομάδα με τους νεοναζί της «Χρυσής Αυγής», που ευαγγελίζονταν την προσεχή εκκαθάριση των ΑΕΙ από το αναρχοκομμουνιστικό άγος: «Ανάρχες, θα σας τρίψουμε τα μουτσούνια στην άσφαλτο», «Κουίζ: Ποιο αναρχικό στέκι θα δεχθεί επίθεση σε 22 ημέρες;» και άλλα συναφή. Τη στρατηγική της έντασης ολοκλήρωσε η διάρρηξη και καταστροφή του στεκιού των εκεί αντιεξουσιαστών φοιτητών στις 4 Ιανουαρίου, εν μέσω χριστουγεννιάτικων διακοπών, από «αγνώστους».

Το μεσημέρι της Πέμπτης 13 Απριλίου, φοιτητές εντόπισαν έξω από το ίδιο στέκι ένα νεαρό να καραδοκεί. Οταν τον πλησίασαν τράβηξε πιστόλι αλλά κατάφεραν να τον αφοπλίσουν. Πιστεύοντας ότι είναι αστυνομικός που παραβίασε το Ασυλο, τον μετέφεραν στην Πρυτανεία. Εκεί αποκαλύφθηκε ότι πρόκειται για τον πρωτοετή φοιτητή της Κοινωνιολογίας Γεράσιμο Παπαγιάννη, γιο πρόσφατα αποστρατευθέντος ταξίαρχου της ΕΛ.ΑΣ.

Παρουσία του πρύτανη και άλλων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, ο νεαρός επανέλαβε το τόλμημα. «Ηταν στο γραφείο μου κάπου τρία τέταρτα όταν έβαλε το χέρι του στην τσέπη του μπουφάν του και πήγε να βγάλει ένα δεύτερο πιστόλι, αλλά τον πρόλαβαν», περιγράφει τη σκηνή ο πρύτανης του Παντείου, Στάμος Παπαστάμος. «Αυτό έγινε μπροστά στα μάτια μου». Στο σακίδιό του βρέθηκαν ναζιστικά υλικά, στο δε κινητό του τα τηλέφωνα χρυσαυγιτών κι ακροδεξιών οργανώσεων.

Για τη διαχείριση του απροσδόκητου συμβάντος συνεδρίασαν παράλληλα δύο όργανα: η Σύγκλητος του Παντείου και μια αυτοσχέδια συνέλευση των φοιτητών που είχαν εντοπίσει κι αφοπλίσει τον ακροδεξιό συνάδελφό τους. Σε μια πρώτη φάση, τα πιστόλια παραδόθηκαν από τον πρύτανη στην ΕΛ.ΑΣ., που κάλεσε έναν εμπειρογνώμονα να κάνει διάγνωση της επικινδυνότητάς τους. Το ένα πιστόλι προοριζόταν οφθαλμοφανώς για φωτοβολίδες, ενώ για το άλλο (που έφερε αριθμό μητρώου) ο ειδικός αποφάνθηκε ότι είναι «ρέπλικα τουρκικής προέλευσης» που μπορούσε να μετασχηματιστεί σε πυροβόλο. «Πάντως», επισημαίνει ο πρύτανης, «είχε δυο σφαίρες μέσα».

Ωσπου η Σύγκλητος να καταλήξει σε οριστικές αποφάσεις για τα περαιτέρω, οι φοιτητές τύπωσαν προκηρύξεις κι έστησαν στον πεζόδρομο μεταξύ του «παλιού» και του «νέου» κτιρίου μια μικροφωνική εγκατάσταση, γνωστοποιώντας το συμβάν στους περαστικούς. Η εικόνα ήταν μάλλον γιορταστική, με μια λανθάνουσα αμηχανία ορατή μεταξύ των συγκεντρωμένων. Η προκήρυξη που μοιραζόταν υποσχόταν ότι «θα ακολουθήσει επόμενη ενημέρωση και φωτογραφίες».

Στην πραγματικότητα, αυτό που ακολούθησε ήταν η επιδρομή των χρυσαυγιτών: περίπου 20-30 άτομα, άλλα με κράνη κι άλλα με φόρμες γυμναστηρίου, όρμησαν ξαφνικά στους συγκεντρωμένους φοιτητές. «Εγινε διπλή επίθεση στον πεζόδρομο, στις άκρες του οποίου υπάρχουν -κανονικά- δυνάμεις της ΕΛ.ΑΣ.», διηγείται ο πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου, καθηγητής Νίκος Θεοτοκάς. «Εσπασαν την πόρτα της Παλιάς Πρυτανείας, αλλά δεν κατάφεραν να μπουν μέσα. Χτύπησαν κάμποσους φοιτητές με καδρόνια και μαχαίρωσαν τρεις απ' αυτούς -δυο αγόρια και μια κοπέλα. Στη συνέχεια αποχώρησαν, χωρίς να σημειωθεί η παραμικρή αστυνομική αντίδραση». Υπενθυμίζουμε εδώ ότι, απ' την ημέρα που εγκαταστάθηκε δίπλα στο Πάντειο η Γενική Γραμματεία Τύπου, τα ΜΑΤ έχουν στρατοπεδεύσει κυριολεκτικά στην περίμετρο του πανεπιστημίου.

Τρεις λεπτομέρειες αξίζει ν' αναφερθούν. Η πρώτη είναι η χρήση χημικών αερίων (σε σπρέι) από τους χρυσαυγίτες ενάντια στους φοιτητές. Η δεύτερη είναι η αναγνώριση του Δημήτρη Ζαφειρόπουλου, ηγετικού στελέχους και υποψηφίου δημάρχου Αθηνών της οργάνωσης, ως επικεφαλής των επιδρομέων. Η τρίτη συνδέεται με τον «τυφλό», τρομοκρατικό χαρακτήρα της επίθεσης: εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρισκόμαστε στο ισόγειο της Βιβλιοθήκης του Παντείου κι είδαμε τους χρυσαυγίτες να σπάνε στα καλά καθούμενα τα τζάμια της εισόδου, εκσφενδονίζοντας διάφορα αντικείμενα στους (άσχετους) παρευρισκόμενους φοιτητές.

Εμμεσο θύμα της φασιστικής επιδρομής (και του τριπλού μαχαιρώματος) έπεσε ωστόσο κι ο ίδιος ο αφοπλισμένος ακροδεξιός, που βρισκόταν στο κτίριο της Πρυτανείας. «Με την επίθεση τα πράγματα αγρίεψαν», αφηγείται ο κ. Θεοτοκάς. «Κάποιοι πιτσιρικάδες μπήκαν μέσα, εξαγριωμένοι, κι ήθελαν να τον δείρουν. Μπήκαμε μπροστά, εγώ κι ένας νεαρός αναρχικός φοιτητής του "Στεκιού", και τους αποτρέψαμε. Μέσα στην ένταση, όμως, έφαγε μία κι άρχισε να αιμορραγεί. Ευτυχώς η κατάσταση εκτονώθηκε και το πράγμα έμεινε εκεί».

Σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση των χρυσαυγιτών, εμφανίστηκαν τα ΜΑΤ. Ο κίνδυνος γενίκευσης των επεισοδίων ήταν σοβαρός, όμως οι συγκεντρωμένοι δεν «τσίμπησαν». Εκτός από το τελετουργικό κάψιμο κάποιων σκουπιδιών, για το απαραίτητο θέαμα, δεν έγινε η παραμικρή συμπλοκή και τα ΜΑΤ αποχώρησαν άπρακτα. Η μέρα θα «κλείσει» με την «απελευθέρωση» του πιστολέρο που, συνοδευόμενος απ' τον πρόεδρο του Τμήματος, θα παραληφθεί από κάποιους δικούς του με μηχανάκι.

Πέντε μέρες αργότερα, η Σύγκλητος του Παντείου αποφάσισε την υποβολή μήνυσης κατά του οπλοφορούντος και την πειθαρχική δίωξή του με το (μάλλον υπερβολικό) ερώτημα της διαγραφής από τη σχολή. Ταυτόχρονα, αποφάσισε την υποβολή μήνυσης κατ' αγνώστων για την επιδρομή της «Χρυσής Αυγής» (διακεκριμένες φθορές δημόσιας περιουσίας, διατάραξη της πανεπιστημιακής ζωής, τραυματισμοί μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας κι απόπειρα κατά της ζωής των τριών φοιτητών). Τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτέλεσε, ωστόσο, είδηση για τα ΜΜΕ, που προτίμησαν να συνταχθούν με την αστυνομική εκδοχή των πραγμάτων.

Κουκούλωμα και παραπληροφόρηση

Δεν είχε περάσει ούτε ημίωρο από την επιδρομή των «χρυσαυγιτών» και οι άνδρες των ΜΑΤ, που είχαν περικυκλώσει το Πάντειο, πληροφορούσαν τους περαστικούς ότι το επίμαχο όπλο «δεν είναι κανονικό αλλά κρότου-λάμψης» και, ως εκ τούτου, η όλη αναστάτωση εντελώς αναίτια.

Σοβαρότερη υπήρξε η προσπάθεια της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. να κουκουλώσει την υπόθεση. Ο αττικάρχης Ασημάκης Γκόλφης θα «διοχετεύσει» προς τα ΜΜΕ ότι τα πιστόλια «τα φόρτωσαν» στο φοιτητή δυο «ενήλικοι αναρχικοί», αποδίδοντας μάλιστα τη σχετική «πληροφορία» στον ...πρύτανη του Παντείου. Ο ίδιος θα προσπαθήσει ταυτόχρονα να «διαψεύσει» ακόμη και την επίθεση των χρυσαυγιτών, ισχυριζόμενος ότι το Πάντειο ήταν κυκλωμένο από 6 διμοιρίες ΜΑΤ και «δεν πέρασαν ομάδες ακροδεξιών» για να επιτεθούν στους φοιτητές («Εθνος» 14.4.06).

Από κοντά και τα ΜΜΕ. Οι περισσότερες εφημερίδες της επομένης αποφεύγουν προσεκτικά ν' αποδώσουν τα μαχαιρώματα στους φασίστες, μιλώντας απλά για φοιτητές που τραυματίστηκαν «στη συμπλοκή». Μετά την αποχώρηση των χρυσαυγιτών δεν σημειώθηκε το παραμικρό επεισόδιο, όμως ο «Ελεύθερος Τύπος», η «Καθημερινή» και το «Εθνος» θα ισχυριστούν ότι οι συγκεντρωμένοι αντιφασίστες «κατά διαστήματα πετούσαν μολότωφ» στα ΜΑΤ, ενώ τα «Νέα» είδαν «9ωρη συμπλοκή αναρχικών με ακροδεξιούς», κατά την οποία «βγήκαν μαχαίρια και πιστόλια» -απροσδιόριστο από ποιους.

Μπορούμε φυσικά να φανταστούμε τι θα γινόταν αν είχε πιαστεί κάποιος (πραγματικός ή υποτιθέμενος) αναρχικός με κουμπούρια μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο. Τα δελτία των 8 και τα παρελκόμενα πρωτοσέλιδα θα χαλούσαν τον κόσμο για τη «διείσδυση τρομοκρατικών οργανώσεων» στα ΑΕΙ κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Για την προέλευση αυτών των «πληροφοριών», αποκαλυπτική είναι μια άλλη λεπτομέρεια. Οι περισσότερες εφημερίδες της 14.4.06 έσπευσαν να συνδέσουν τη φασιστική επιδρομή με μια (καθαρά συμβολική κι απολύτως ειρηνική) κατάληψη της Πρυτανείας που είχε γίνει τις προηγούμενες μέρες από αντιεξουσιαστές φοιτητές, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόφαση της Συγκλήτου να κλείσει το Πάντειο (6.4.06) προκειμένου να αποτραπεί εκδήλωσή τους για τις ...εργασιακές σχέσεις. Η κατάληψη αυτή ολοκληρώθηκε το βράδυ της 11.4.06, δυόμισι ολόκληρα 24ωρα πριν από την επίθεση των νεοναζί. Αυτό δεν εμπόδισε καθόλου εφημερίδες, όπως «Το Βήμα», το «Εθνος», ο «Ελεύθερος Τύπος» ή η «Espresso», να θεωρήσουν τα γεγονότα ταυτόχρονα, παραποιώντας τα μάλιστα κατά το δοκούν: η απαγορευμένη συζήτηση για τα εργασιακά ζητήματα μετονομάζεται π.χ. από τον «Ελεύθερο Τύπο», το «Εθνος» και την «Καθημερινή» σε «πάρτι». Οπως διαπιστώνουμε από το ρεπορτάζ του «Εθνους», το μόνο που κατονομάζεi τις πηγές του, τη σχετική (ψευδή) «πληροφορία» -τόσο για την «κατάληψη» όσο και για το «πάρτι»- είχε «σπρώξει»στους δημοσιογράφους η ΕΛ.ΑΣ.

Δυναμικότατη, τέλος, αντιμετώπιση επιφύλαξαν αστυνομία και (κάποια) ΜΜΕ στους μαχαιρωμένους φοιτητές, που ανακρίθηκαν το ίδιο απόγευμα ενώ νοσηλεύονταν στον «Ευαγγελισμό». Οταν ένας από τους τραυματίες αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες για την πολιτική του δραστηριότητα (μέλος του φοιτητικού σχήματος «Αντί της σιωπής», που εκλογικά καταγράφεται στην επιρροή του ΣΥΝ), μεταφέρθηκε εσπευσμένα στη ΓΑΔΑ («προσήχθη στην Ασφάλεια», διαβάζουμε στο «Βήμα» της επομένης, «επειδή αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στους εκπροσώπους των διωκτικών αρχών»). Καθώς όμως -παρά το «εξιτήριο» που είχαν χορηγήσει οι γιατροί του «Ευαγγελισμού»- το τραύμα του εξακολούθησε να αιμορραγεί, τον ξαναγύρισαν στη συνέχεια στο νοσοκομείο.

Οσο για το κεντρικό δίδαγμα της υπόθεσης, δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί. Μην περιμένετε, βέβαια, καμιά αναφορά στην επικινδυνότητα των φασιστικών συμμοριών: «Οι συμπλοκές (για άλλη μια φορά) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο», διαπιστώνει χαρακτηριστικά ο «Αδέσμευτος Τύπος» (17.4.06), απλώς «δικαιώνουν τις απόψεις της υπουργού Μαριέττας Γιαννάκου για τροποποιήσεις στο νόμο περί πανεπιστημιακού ασύλου», έτσι ώστε η άρση του τελευταίου και «η εκδίωξη των εξωπανεπιστημιακών στοιχείων» να γίνονται με συνοπτικές διαδικασίες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η «Καθημερινή» εκτιμά κι αυτή (14.4.06) πως τα γεγονότα «εντείνουν τον προβληματισμό για το πανεπιστημιακό άσυλο», ενισχύοντας τις εισηγήσεις για συρρίκνωσή του. Ο δε «Ελεύθερος Τύπος» προβλέπει (22.4.06) πως, έτσι και διατηρηθεί το «έκτρωμα του ασύλου», τα ελληνικά ΑΕΙ σύντομα θα μεταβληθούν σε χώρο «αιματηρής σύγκρουσης» μεταξύ «συμμοριών ερυθρών και μαύρων Χμερ»...

Τι κι αν στις 13 Απριλίου τα εθνικόφρονα «εξωφοιτητικά στοιχεία» δεν επιχείρησαν καν να καταλάβουν κάποιον πανεπιστημιακό χώρο, αλλά περιορίστηκαν σε καταστροφές πανεπιστημιακής περιουσίας και σε μαχαιρώματα, για να εξαφανιστούν στη συνέχεια; Το πρόβλημα βρίσκεται στο τρισκατάρατο άσυλο. Που δεν επέτρεψε στην ΕΛ.ΑΣ. να μπουζουριάσει στο άψε σβήσε τους μαχαιρωμένους φοιτητές και τους φίλους τους, να φλομώσει την περιοχή στα χημικά και να γεμίσει τα νοσοκομεία. Να δούμε, τότε, ποιος θα έπαιρνε είδηση χρυσαυγίτες και «ρέπλικες»...

 

(Ελευθεροτυπία, 29/4/2006)

 

www.iospress.gr