Πολιτικοδημοσιογραφική πανστρατιά κατά του «κυνικού και ασυνάρτητου συνδικαλισμού» 
 

Η «κοινωνική παθολογία» των απεργιών

"Αντάρτικο συνδικαλιστών"
(«Ελ.Τύπος», 23/2/2006) 


Περίεργες εκπλήξεις μας επιφυλάσσει καμιά φορά η συγκυρία. Δεν προλάβαμε να πληροφορηθούμε τις μελέτες του πρωθυπουργού πάνω στο «Κεφάλαιο» ή να εκτιμήσουμε τις δημόσιες ευχαριστίες της Αλέκας Παπαρήγα προς την ηγεσία της Ν.Δ. για την από κοινού καταδίκη του ευρωπαϊκού «Μνημονίου» καταδίκης της ταξικής πάλης, και το γνωστό φάντασμα πλανήθηκε για λίγο πάνω από αγκυροβόλια και προβλήτες, φέρνοντας τα πάνω κάτω.

Αποκαλυπτική μπορεί να θεωρηθεί η πρωθυπουργική ομιλία του περασμένου Σαββάτου, την επαύριο της επιστράτευσης των απεργών ναυτεργατών. Οι επιρροές των νεανικών του διαβασμάτων στο ύφος του κ. Καραμανλή ήταν κάτι παραπάνω από προφανείς -ιδίως όταν ξεκαθάρισε ότι «οι μεταρρυθμίσεις» του «δεν μπορούν να σταματήσουν επειδή το θέλουν οι εκφραστές της συντήρησης και οι οπαδοί της αντίδρασης». 

Λιγότερο εύκολος αποδεικνύεται ωστόσο ο εντοπισμός της γενεαλογίας του σκληρού πυρήνα της πρωθυπουργικής σκέψης. Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσης του Κων/νου Καραμανλή του νεότερου, όταν αποφαίνεται πως «τα αιτήματα του ενός, όσο δίκαια και αν είναι, δεν μπορούν να διεκδικούνται με τρόπους που βλάπτουν τα συμφέροντα άλλων κοινωνικών ομάδων» ή ότι «δεν μπορεί να υπάρχει αδιαφορία για τις συνέπειες των απεργιών προς το κοινωνικό σύνολο και το δημόσιο συμφέρον»; Πού ξανακούστηκε απεργία χωρίς επιπτώσεις στην υπόλοιπη κοινωνία;

Αναζητώντας τις ρίζες του σύγχρονου καραμανλισμού επί ζητημάτων ταξικής πάλης, καταλήξαμε σ' ένα εύρημα που καταθέτουμε με κάθε επιφύλαξη. Πρόκειται για το πόνημα του (τότε) υπαστυνόμου Κων/νου Γαρδίκα με τίτλο «Νομικοκοινωνικά θέματα. Αι απεργίαι», δημοσιευμένο στο επίσημο περιοδικό της Αστυνομίας Πόλεων δύο μήνες προτού ο Κων/νος Καραμανλής ο πρεσβύτερος αναλάβει για πρώτη φορά τα ηνία της χώρας. Μολονότι το αυστηρό ύφος και η τάση του συγγραφέα για θεωρητικοποίηση φαντάζουν κάπως παλιομοδίτικα σε σχέση με το ανάλαφρο στιλ του νυν πρωθυπουργού, η συγγένεια της σκέψης των δύο διανοητών είναι κάτι παραπάνω από εκπληκτική. Χωρίς αυτό, φυσικά, να αποκλείει την ύπαρξη κάποιας τρίτης, άγνωστης σ' εμάς, κοινής πηγής έμπνευσής τους. 

Κεντρική ιδέα του υπαστυνόμου Γαρδίκα (όπως και του πρωθυπουργού Καραμανλή) συνιστά ο μετασχηματισμός της εργατικής διεκδίκησης σε «εκβιασμό» όλης της κοινωνίας. Η απεργία, εξηγεί ο πρώτος, «αποτελεί φαινόμενον συλλογικόν εξεταζόμενον υπό της κοινωνικής Παθολογίας. Ενεφανίσθη κατ' αρχήν ως ιδιωτική υπόθεσις εργατών και εργοδοτών και ως πράξις αδιάφορος διά πάντα τρίτον, όστις δεν υφίστατο τον εξ αυτής αντίκτυπον», όμως «σήμερον αποτελεί φαινόμενον οικονομικόν, κοινωνικόν και ενίοτε πολιτικόν», καθώς «η συνδικαλιστική οργάνωσις των εργατών, η βιομηχανική συγκέντρωσις του κεφαλαίου και η επιβολή της διευθυνομένης οικονομίας του Κράτους μετέβαλον την αρχικήν μορφήν της απεργίας και σήμερον αύτη στρέφεται πλέον κατά της ολότητος και του Κράτους. Ο σκοπός της απεργίας δεν είναι πλέον ο εξαναγκασμός του εργοδότου, αλλά ο εξαναγκασμός του υφισταμένου τα εκ της απεργίας επακόλουθα καταναλωτικού κοινού να παρέμβη και να προκαλέση την υποχώρησιν του Κράτους και του εργοδότου». Το διά ταύτα είναι εξαιρετικά απλό: «Αι απεργίαι ως στρεφόμεναι κατά του Κράτους προσβάλλουν την κοινωνικήν και Εθνικήν οικονομίαν», η δε Πολιτεία «υποχρεούται να προστατεύση την εργασίαν των απεργοσπαστών, τουτέστιν την ελευθερία της εργασίας» («Αστυνομική Επιθεώρησις» 1.8.1955, σ. 2558-62). 

«Ζημιογόνες μειοψηφίες»

Μια θεωρητική σύλληψη για να γίνει κτήμα των μαζών πρέπει να εκλαϊκευθεί μέσω των κατάλληλων ιδεολογικών μηχανισμών. Στη «φωταγωγημένη κοινωνία» των ημερών μας, τέτοιοι δίαυλοι είναι κυρίως τα ΜΜΕ. Σχολιάζοντας την πρόσφατη απεργία, κάμποσες επώνυμες δημοσιογραφικές πένες θ' αναπαραγάγουν έτσι πληθωρικά τη σκέψη Γαρδίκα-Καραμανλή: 

«Για πόσο διάστημα, και στη βάση ποιας πολιτικής ηθικής, μπορεί πλέον να ταλαιπωρεί -και να προκαλεί ανοιχτά- ολόκληρη την κοινωνία μια μικρή μειοψηφία;», αναρωτιέται π.χ. το κύριο άρθρο της «Καθημερινής», με τον εύγλωττο τίτλο «Μια ζημιογόνος μειοψηφία» (23.2.06). Μην πάει ο νους σας στους εφοπλιστές. Για τη σοβαρή εφημερίδα, «ζημιογόνος μειοψηφία» είναι φυσικά οι εργαζόμενοι της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας. Οι Τυπάλδοι και οι Σφηνιάδες αποτελούν άλλωστε, ως γνωστόν, τις «παραγωγικές τάξεις».

Την όλη θεωρία αναπτύσσει την επομένη στην ίδια εφημερίδα ο Αντώνης Καρκαγιάννης. Με άνεση παλαίμαχου μαρξιστή-λενινιστή, φροντίζει πρώτα να βάλει στη θέση τους τα στελέχη της ΠΝΟ που, «αν είχαν διαβάσει ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος, θα γνώριζαν ότι σκοπός δεν είναι "ντε και καλά" η σύγκρουση και η ανατροπή της "καθεστηκυίας τάξης με ψευτοανταρσίες». Αφού «η ψευτοανταρσία» των ναυτεργατών «δεν άντεξε ούτε (ευτυχώς) ένα 24ωρο», μπορούμε να προχωρήσουμε στη στρατηγικότερη επανεξέταση του ρόλου των συνδικάτων: «Τι εκπροσωπούν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι ηγεσίες τους; Πόσοι από τους εργαζόμενους σε ένα κλάδο προσέρχονται στις γενικές συνελεύσεις και πόσοι ψηφίζουν;», αναρωτιέται ο αρθρογράφος, για να δώσει την -αναμενόμενη- απάντηση: «Σε κάθε περίπτωση εκπροσωπούν μια μειοψηφία. Αλλά πώς, εν ονόματι αυτής της μειοψηφίας διεκδικούν αποφασιστικό ρόλο στη χάραξη γενικής πολιτικής; Π.χ. οι δάσκαλοι και οι καθηγητές για τη γενική εκπαιδευτική πολιτική και οι γιατροί για την πολιτική υγείας...». 

Και η μεν «Καθημερινή» συμπολιτευόμενο έντυπο είναι, την πολιτική επιστράτευση θα στηρίξει. Σε πανομοιότυπο όμως κήρυγμα επιδίδεται, την ίδια ακριβώς μέρα (23.2.06), και ο γνωστός εκσυγχρονιστής Ι.Κ. Πρεντεντέρης από τις στήλες του αντιπολιτευόμενου «Βήματος». Το δικό του κείμενο τιτλοφορείται «ιδιότυπη ασυλία» και συνεχίζει από εκεί που άφησε τα πράγματα η «Καθημερινή»: 

«Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο κυνικός και ασυνάρτητος συνδικαλισμός έχει γνωρίσει στην Ελλάδα της τελευταίας τριακονταετίας μια ιδιότυπη ασυλία. Είμαστε ίσως η τελευταία πολιτισμένη χώρα όπου διατυπώνονται δημοσίως κουταμάρες του τύπου "νόμος είναι το δίκιο του εργάτη". Είμαστε ίσως η τελευταία πολιτισμένη χώρα όπου οι κοινωνικοί αγώνες διεκδικούν το δικαίωμα να εκδηλώνονται χωρίς διεκδικητικό μέτρο, χωρίς ευρύτερη συνείδηση, χωρίς συναίσθηση των επιπτώσεων.

Αυτή η ιδιότυπη ασυλία δεν είναι ανεξήγητη. Επί δεκαετίες το ΠΑΣΟΚ χάιδευε την Αριστερά για να το αβαντάρει εναντίον της Ν.Δ. Μετά, την Αριστερά άρχισε να χαιδεύει η Ν.Δ. για να τη στρέψει εναντίον του ΠΑΣΟΚ. Και στις δυο αυτές περιόδους, το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης υποτάχθηκε σε μικροκομματικές σκοπιμότητες».

Για όλα φταίει η αποχαλίνωση της «τελευταίας τριακονταετίας» -της μοναδικής, κατά διαβολική σύμπτωση, περιόδου της νεοελληνικής ιστορίας με ομαλή πολιτική ζωή και στοιχειώδη σεβασμό των δημοκρατικών ελευθεριών. Υποθέτουμε πως ο αρθρογράφος του «Βήματος» δεν βιάστηκε να δικαιώσει τις ρητορικές εξάρσεις του κ. Αλαβάνου, που θυμήθηκε τον Παττακό και το Μακαρέζο -έστω κι αν η παρεξηγημένη εκείνη επταετία είχε αποσπάσει ουκ ολίγα εύσημα από τις «παραγωγικές τάξεις» για τις επιδόσεις της στην επίδειξη «αισθήματος κοινωνικής ευθύνης», την επιβολή «διεκδικητικού μέτρου» και την πάταξη των «μικροκομματικών σκοπιμοτήτων». Είναι όμως προφανές ότι η «πολιτισμένη χώρα» του κ. Πρετεντέρη έχει κάτι από τις υγειονομικές ζώνες και την εμβλωματική «δημοκρατία» των προδικτατορικών χρόνων. Αν μη τι άλλο, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή μαξιμαλιστικά συνδικαλιστικά συνθήματα εξακολουθούν να «διατυπώνονται δημοσίως»...

Ο κινέζικος δρόμος

Δεν πρόκειται άλλωστε για πρόσφατο φαινόμενο. Εδώ και μία δεκαπενταετία, από την εποχή που ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» του Συγκροτήματος Λαμπράκη και του (μετέπειτα ευρωβουλευτή της Ν.Δ.) Γιάννη Μαρίνου αποκάλυπτε ότι «οι απεργοί είναι [δυνάμει] δολοφόνοι», ένα ολιγάριθμο αλλά δυναμικό δημοσιογραφικό λόμπι έχει κάνει υπόθεσή του το συστηματικό διασυρμό των (εκάστοτε) απεργών, επιστρατεύοντας μια πανομοιότυπη επιχειρηματολογία ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης εργασιακής διαμάχης.

Σε μετρ του είδους έχει αναδειχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ο Γιάννης Πρετεντέρης. Αξέχαστη θα μείνει η συγκλονιστική -πλην ομολογημένα παντελώς ατεκμηρίωτη- «αποκάλυψή» του, με την οποία τακτοποίησε την τελευταία μεγάλη απεργία των καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: «Ενας γονιός τηλεφώνησε στην εφημερίδα και κατήγγειλε ότι ασυμβίβαστος συνδικαλιστής της ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής απεργεί αδιαπραγμάτευτα (ορθώς...) και εξίσου αδιαπραγμάτευτα προσέρχεται ανελλιπώς τα απογεύματα σε κατ' οίκον ιδιαίτερα έναντι 15.000 δραχμών τη μιάμιση ώρα. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω την καταγγελία του γονιού, γι' αυτό δεν γράφω ονόματα» («Ο σοσιαλισμός των μπούκηδων», «Το Βήμα» 16.2.97). 

Μ' ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια: χωρίς να διασταυρώσει την πληροφορία που του δόθηκε μέσω τηλεφώνου, ο εξέχων δημοσιογράφος επιφυλάχθηκε μεν «να γράψει ονόματα» (αποφεύγοντας συν τοις άλλοις το ενδεχόμενο να κάτσει στο σκαμνί για συκοφαντική δυσφήμηση), δεν είχε όμως το παραμικρό πρόβλημα να κολλήσει τη ρετσινιά σ' έναν ολόκληρο κλάδο -κι άντε, μετά, ο κάθε συνδικαλιστής της ΟΛΜΕ ν' αποδείξει πως δεν είναι αυτός ο «φερόμενος ως ελέφαντας»... Πραγματικό μάθημα επαγγελματικής δεοντολογίας και ήθους!

Ετσι κι αλλιώς, η συγκεκριμένη απεργία της ΟΛΜΕ -με το εύρος και τη διάρκειά της- είχε αποτελέσει αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους θεράποντες της εν λόγω δημοσιογραφίας. «Παλαιά κινέζικη παροιμία: Δέρνε από ένα συνδικαλιστή κάθε πρωί. Κι αν δεν ξέρεις εσύ γιατί, ξέρουν σίγουρα αυτοί», αποφαινόταν π.χ. σε μια έξαρση αριστοφανικού χιούμορ ο Θέμος Αναστασιάδης, για να καταλήξει: «Αν δώσεις σ' έναν απεργό που πεινάει ένα ψάρι, την άλλη μέρα θα ξαναφωνάξει. Αν του δώσεις μια με το καλάμι κατακέφαλα, θα σκάσει» («Ε» 22.1.97). 

Παρ' όλη την προπαγανδιστική αξιοποίηση των αντιδράσεων που προκαλούσε (και των αντιστάσεων που συναντούσε) η «ανάλγητη» πολιτική Σημίτη, ο Τύπος της Δεξιάς φρόντιζε πάλι, ακόμη και στις πιο λαϊκίστικες εκδοχές του, να χαράξει επιμελώς τα όρια του «πολιτικά ορθού» συνδικαλισμού. Οταν ο Αρειος Πάγος έκρινε «παράνομες και καταχρηστικές» όλες συλλήβδην τις απεργίες αλληλεγγύης, το κύριο άρθρο της «Χώρας» του Τράγκα (27.4.01) αποφάνθηκε με ικανοποίηση ότι επιτέλους διορθώθηκε ένα ακόμη κατάλοιπο του πρώιμου ΠΑΣΟΚικού παρελθόντος -όταν «το ΠΑΣΟΚ ενέδωσε σε όλες τις απαιτήσεις των εργατοπατέρων συνδικαλιστών» με αποτέλεσμα «τη δυσαρέσκεια του κόσμου που ταλαιπωρούνταν με τις εκατοντάδες απεργίες για ψύλλου πήδημα», καθώς όποτε «μια εταιρεία απέλυε για λόγους μη καταλληλότητας πέντε - δέκα εργαζομένους, οι εγκάθετοι της ΓΣΕΕ κατέβαζαν όλο το εργατικό δυναμικό της χώρας σε 24ωρη απεργία για να δείξουν ότι επιτέλους κάτι κάνουν».

 

(Ελευθεροτυπία, 4/3/2006)

 

www.iospress.gr