Ελληνοαμερικανικό πόλεμο κατά της Τουρκίας ονειρεύονται οι αναλυτές του Υπουργείου Αμυνας
 

Το «κόμμα του πολέμου» επιστρέφει


«Ντροπή σας, κύριε Σημίτη!»
    
(Espresso 11.11.2005)

Κάπως νωρίς άρχισαν φέτος οι γιορτασμοί για τη δέκατη επέτειο της ελληνοτουρκικής κρίσης του 1996 για τα Ιμια. Η αφορμή δόθηκε από την έκδοση των απομνημονευμάτων του Κώστα Σημίτη, η επιλογή όμως να εστιαστεί η πολεμική κατά του πρώην πρωθυπουργού στο συγκεκριμένο ζήτημα (κι όχι π.χ. στο Ασφαλιστικό, που αποτέλεσε και την καθοριστική τομή για την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ) είναι πολλαπλά αποκαλυπτική.

Στο κάτω κάτω της γραφής, η απόφασή του να μην οδηγηθεί σε ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία είναι ίσως η μοναδική ενέργεια του κ. Σημίτη που έχει πανηγυρικά εγκριθεί από τον ίδιο τον κυρίαρχο ελληνικό λαό. Ο χειρισμός των ελληνοτουρκικών υπήρξε το κεντρικό αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996, οκτώ μήνες μετά τα γεγονότα (κι ενώ η κυβέρνηση Σημίτη δεν είχε προλάβει να δώσει το παραμικρό δείγμα γραφής όσον αφορά την εσωτερική πολιτική). Ο υποψήφιος πρωθυπουργός της ΝΔ Μιλτιάδης Εβερτ οργάνωσε την προεκλογική του εκστρατεία ποντάροντας στις αντιδράσεις για την «εθνική ταπείνωση» των Ιμίων και σχεδιάζοντας ελληνικά σημαιάκια επί χάρτου. Τελικά, το εκλογικό σώμα επικύρωσε με σημαντική διαφορά την επιλογή του «μη πολέμου».

Αυτή ακριβώς η επιλογή, της αποφυγής της ένοπλης αντιπαράθεσης με την Τουρκία, αποτελεί και τον κύριο στόχο των επιθέσεων που δέχθηκαν τα γραφόμενα του τότε πρωθυπουργού.

Δεν είναι μόνο ο τότε ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης που από το 1999 έχει τοποθετηθεί δημόσια (στα δικά του απομνημονεύματα) υπέρ ενός «πρώτου στρατιωτικού πλήγματος» που «θα ήταν η έμπρακτη απόδειξη της ικανότητας και της ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, με όποιες θυσίες ζωής και υλικού μπορεί αυτή να συνοδευόταν» («Πορεία σε ταραγμένες θάλασσες», Αθήνα 1999, σ.574 & 577-8) και σήμερα εγκαλεί την πολιτική ηγεσία για «αντιστρατιωτικό σύμπλεγμα» (επειδή, προφανώς, δεν τον άφησαν εκείνη την νύχτα να παίξει στρατιωτάκια με τις ζωές των φαντάρων).

Εξίσου σαφής είναι ο τότε υποδιοικητής των Ο.Υ.Κ. αντιπλοίαρχος ε.α. Κ. Ματάλας, όταν διαμαρτύρεται γιατί «ουδέποτε δόθηκε από το ΚΥΣΕΑ το 'πράσινο φως’ για να ενεργοποιηθούν οι λεγόμενοι κανόνες εμπλοκής, παρότι αυτό ζητήθηκε από τη στρατιωτική ηγεσία», παρόλο που «την νύκτα των Ιμίων είχαμε ένα τακτικό πλεονέκτημα», καθώς «τα όπλα μας μπορούσαν να βάλουν πιο αποτελεσματικά τα τουρκικά πλοία» -αυτοσυγκράτηση που ερμηνεύεται ως «ανεξήγητη απαξίωση των στρατιωτικών από την πολιτική ηγεσία» («Καθημερινή» 13.11.05). Από κοντά και ελάσσονες τενόροι, που σπεύδουν να καταδικάσουν τον τότε πρωθυπουργό επειδή απέφυγε «να πει το μεγάλο 'ναί' σε μια στρατιωτική σύγκρουση» («Αδέσμευτος Τύπος» 9.11.05).

Δεξαμενόπλοια σκέψης

Να υποθέσουμε ότι, παρόλο που η σεισμογενής φιλία του 1999-2004 δεν έχει ακόμα επισήμως ενταφιαστεί, στον ορίζοντα αρχίζει να διαγράφεται ξανά η προοπτική ενός νέου ελληνοτουρκικού Ψυχρού -κι ενδεχομένως θερμού- Πολέμου; Δυστυχώς, η σχετική φιλολογία δεν περιορίζεται σε κάποιους απόστρατους που ξαναδίνουν επί χάρτου τις μάχες που δεν έζησαν, αλλά αναπαράγεται από τον ίδιο τον συλλογικό «εγκέφαλο» του Υπουργού Εθν. Αμυνας. Αναφερόμαστε στο Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων (ΙΑΑ), ίδρυμα εποπτευόμενο και χρηματοδοτούμενο από το ΥΠΕΘΑ κι επιφορτισμένο με την «παροχή, αποκλειστικά στον ΥΕΘΑ, απόψεων ή γνωμών σε θέματα αμυντικής πολιτικής και εξοπλισμών».

Κεντρική διαπίστωση των αναλυτών του Ινστιτούτου, πολλαπλά διακηρυγμένη στην ιστοσελίδα του τελευταίου (www.iaa.gr), είναι η παντοδυναμία των ΗΠΑ και η ανάγκη απόλυτης ευθυγράμισης της εθνικής πολιτικής με τις επιθυμίες και τις στρατηγικές επιταγές της Ουάσιγκτον. Διαπίστωση μάλλον κοινότοπη, αν δεν αντιμετωπιζόταν λιγότερο ως «πρόβλημα» και περισσότερο σαν «ευκαιρία»: για τους στρατηλάτες επί χάρτου του ΙΑΑ, η υπερατλαντική ρεπουμπλικανική ακροδεξιά των Μπους και Ράμσφελντ, με την αντιμουσουλμανική σταυροφορία της και τη «ρεαλιστική» απαξίωση του διεθνούς δικαίου, συνιστά τον ιδανικό μελλοντικό σύμμαχο της χώρας μας, εφόσον η ελληνική πολιτική προσαρμοστεί ανάλογα.

Διακηρυγμένος στόχος αυτών των εισηγήσεων είναι να μετατραπεί η Ελλάδα σε προνομιακό μπράβο της Ουάσιγκτον στην περιοχή, αντικαθιστώντας την Τουρκία (που λόγω Ισλάμ μειονεκτεί πια στα μάτια της Ουάσιγκτον) αλλά και «προλαβαίνοντας» άλλους γείτονες (Αλβανία-Κοσυφοπέδιο, Βουλγαρία) που θέτουν υποψηφιότητα για τον ίδιο ρόλο.

Υπ’ αριθμόν ένα προαπαιτούμενο γι’ αυτή την «επιτυχία» θεωρείται η απόλυτη και πανηγυρική ταύτιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με τις ΗΠΑ. «Αποϊδεολογικοποίηση» την αποκαλεί ο Χρύσανθος Λαζαρίδης (Γ.Γ. του «Δικτύου 21» και βασικός αναλυτής του ΙΑΑ), ξεκαθαρίζοντας ότι «πολιτική μας δεν είναι να διεξάγουμε αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα!» -όπως, προφανώς, έκαναν ώς τώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις («Συμβολή στη συζήτηση για 'νέο αμυντικό δόγμα’», 25.2.2005, σ.40). Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, πάντως, ο πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου του ΙΑΑ, καθηγητής Ιωάννης Μάζης φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι η Ουάσιγκτον οικοδομεί πλέον το σύστημα συμμαχιών της «όχι επί τη βάσει (διακηρυκτικώς έστω) του Διεθνούς Δικαίου αλλά των αρχών της fidelite [πίστεως] και της vassalite [υποτελείας], κατά το μεσαιωνικό πρότυπο οικουμενικής πολιτικής οργανώσεως» (Υπηρεσιακό Υπόμνημα 18 [18.11.04], σ.3).

Η προσχώρηση στο «καθεστώς της υποτέλειας» όμως δεν επαρκεί. Για να διεκδικήσουμε με αξιώσεις το ρόλο τού «προνομιακού συμμάχου» των ΗΠΑ, θα πρέπει κατά τους διαπρεπείς αναλυτές του ΥΠΕΘΑ να κάνουμε μερικά ακόμα βήματα. Το πρώτο είναι «η αναβάθμιση των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ», με στόχο την «κάλυψη του κενού που δημιουργεί στους ισραηλινούς σχεδιασμούς η αντίστοιχη αποδυνάμωση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ». Περισσότερο εξειδικευμένες αναλύσεις εισηγούνται να «αξιοποιηθεί» η «ευκαιρία ανάπτυξης στρατιωτικών σχέσεων με το Ισραήλ που θα στηρίζεται στην ασφάλεια των μεταφορών και στον έλεγχο των όποιων τρομοκρατικών απειλών στη Ν.Α. Μεσόγειο» (Υπηρ. Υπόμνημα 103 [15.7.2005], σ.5). Να προσχωρήσουμε τουτέστιν ολοσούμπιτοι στον αμερικανοϊσραηλινό «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» - κι όποιον πάρει ο Χάρος, στο Μετρό της Αθήνας ή όπου αλλού.

Επιστέγασμα των περίεργων αυτών αντιλήψεων για την εθνική ασφάλεια αποτελεί η ανάληψη νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων, που θα μας μετατρέψουν σε «φερέγγυους» αστακούς. «Η δημιουργία του νέου δόγματος», εξηγεί με αφοπλιστική σαφήνεια ο Λαζαρίδης, «συνεπάγεται τέτοια διάταξη και τέτοιους εξοπλισμούς, που επιτρέπουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να αναβαθμίσουν την αποτρεπτική τους αξιοπιστία πριν υπάρξει νέα πρόκληση».

Οι παραπάνω εισηγήσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα ακόμη (εξαιρετικά δαπανηρό) πολεμικό παιχνίδι για ενηλίκους, αν δεν ευαγγελίζονταν ρητά την προοπτική μιας «ελεγχόμενης» ένοπλης αναμέτρησης με την Τουρκία. Στόχος του νέου δόγματος της «ευέλικτης ανταπόδοσης», εξηγεί ο Γ.Γ. του «Δικτύου 21», είναι «η Ελλάδα να αντιδράσει στις εχθροπραξίες 'χαμηλής έντασης’ έτσι ώστε να ταπεινώσει τους τούρκους στρατιωτικούς». Προχωρά μάλιστα στην εκτίμηση ότι «έχουμε όλα τα περιθώρια να αιφνιδιάσουμε τον αντίπαλο», καθώς και ότι μια τέτοια αναμέτρηση «βολεύει» τόσο τους Ευρωπαίους όσο και τους Αμερικανούς (όπ.π., σ.40). Η ομαδική πολεμική κατά της «διστακτικότητας» των Σημίτη και Πάγκαλου να προχωρήσουν το 1996 σε σύρραξη με την Τουρκία, γίνεται έτσι ευκολότερα κατανοητή.

Ενα ένα, χρόνια δοξασμένα

Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνονται παρόμοιοι «υπεραισιόδοξοι» σχεδιασμοί επί χάρτου. Η επιχειρηματολογία των αναλυτών του ΙΑΑ θυμίζει τραγικά τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ελληνικού ΓΕΕΘΑ τον Δεκέμβριο του 1963, όταν οι φωστήρες της στρατιωτικής μας ηγεσίας εκτιμούσαν, με βάση παρόμοιους συλλογισμούς, ότι μας «συμφέρει όπως εις Κύπρον λάβουν χώραν γεγονότα» (Σπύρος Παπαγεωργίου, «Τα κρίσιμα ντοκουμέντα του Κυπριακού», Αθήνα 1983, τ.Α΄, σ.267-70). Η «συμφέρουσα» αυτή ένοπλη διακοινοτική σύρραξη Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων δρομολογήθηκε όντως τις επόμενες εβδομάδες, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα (βλ. αναλυτικά «Ιός» 26.12.1999).

Θλιβερή είναι επίσης η ομοιότητα των προτάσεων του ΙΑΑ με τους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς που επενδύθηκαν την περασμένη δεκαετία στους πύραυλους S-300. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ακρογωνιαίος λίθος του δόγματος του «ενεργού ηφαιστείου», βάσει του οποίου αγοράστηκαν οι S-300, δεν ήταν η αμυντική θωράκιση της Κυπριακής Δημοκρατίας (όπως φάνηκε να πιστεύει η κοινή γνώμη), αλλά η αποσταθεροποίηση των συσχετισμών στην ευρύτερη περιοχή, ώστε να προκληθεί κίνδυνος ελληνοτουρκικού πολέμου και να «εκβιαστεί» αμερικανική παρέμβαση υπέρ των ελληνικών θέσεων. Τελικά, η παρέμβαση έγινε αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση (Μακάριος Δρουσιώτης, «S-300 και άλλοι σύγχρονοι μύθοι», Λευκωσία 2000, σ.11-13 & 34 κ.εξ.).

Υπήρξαν φυσικά κι εκείνοι που εξακολούθησαν μέχρι τέλους να εμπιστεύονται τις προθέσεις των Αμερικανών. Ενθερμος οπαδός των S-300, ο κ. Παπαθεμελής δεν δίστασε λ.χ. να εγκαλέσει τον τότε πρωθυπουργό ότι κακώς δεν πήρε τοις μετρητοίς τις διαβεβαιώσεις της CIA και του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ, σύμφωνα με τις οποίες η Αγκυρα «απλώς μπλοφάρει» όταν κάνει λόγο για casus belli («Ε» 11.1.1999). Στο ίδιο μήκος κύματος, ο τότε υποδιοικητής των Ο.Υ.Κ. εκτιμά ότι ο κ. Σημίτης «δεν μπορεί να επικαλείται στο βιβλίο του ότι επί τέσσερις ώρες δεν είχε ενημέρωση για το τι συνέβαινε στην περιοχή» των Ιμίων την κρίσιμη εκείνη νύχτα, «όταν ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες δημοσιοποιούσαν τα τεκταινόμενα» («Καθημερινή» 13.11.05). Προφανώς, οι ξένες μυστικές υπηρεσίες αποτελούν αξιόπιστη πηγή στην οποία μπορούμε να στηριζόμαστε για να ξεκινήσουμε ολόκληρο πόλεμο!

Οι προοπτικές της νέας Μεγάλης Ιδέας καθίστανται έτσι ορατές. Στην καλύτερη περίπτωση, ο ελληνικός λαός θα μοσχοπληρώσει ξανά διάφορα μπιχλιμπίδια αέρος-αέρος για να παίζουν ο Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος κι η παρέα του (και να κονομήσουν τα δέοντα οι κάθε λογής μεσάζοντες). Στη χειρότερη, έτσι και τα σενάρια των αναλυτών του ΙΑΑ επαληθευτούν με κάποιες «προσαρμογές» επί το ρεαλιστικότερο, θα κληθούμε να παριστάνουμε το ένοπλο «πρόφραγμα» της Δύσης απέναντι στο «πολεμικό Ισλάμ». Να επαναλάβουμε δηλαδή -ως τραγωδία ή και ως φάρσα- το μικρασιατικό φιάσκο του 1919-1922, όταν η Ψωροκώσταινα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» επιφορτίστηκε το ρόλο του μπράβου της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στον «δι’ αντιπροσώπου πόλεμο» της τελευταίας για τις θαλάσσιες οδούς και τα πετρέλαια της καθ’ ημάς Ανατολής. Χωρίς, μάλιστα, τούτη τη φορά να υπάρχει ζήτημα «αλύτρωτων ομογενών» προς επίλυση.

Μήπως υπερβάλλουμε λίγο; Μακάρι. Δεν είχε όμως προλάβει να καταλαγιάσει η τελευταία μιντιακή αναβίωση της νύχτας των Ιμίων, κι υποδεχθήκαμε τις πρώτες ανθρώπινες απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το μακρινό Αφγανιστάν. Εκεί, όπου την ερχόμενη Πέμπτη η στρατιωτική παρουσία μας «αναβαθμίζεται», με την ανάληψη της φρουράς του αεροδρομίου της Καμπούλ...
 

(Ελευθεροτυπία, 26/11/2005)

 

www.iospress.gr