Αλληλογραφία Συνηγόρου Πολίτη και αστυνομίας για την αντιμετώπιση των διαδηλώσεων
 

Ο δύσκολος διάλογος με την ΕΛΑΣ


Μέρες που είναι, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η επίσημη έκφραση των απόψεων της Αστυνομίας για τον τρόπο αντιμετώπισης των διαδηλωτών, για τη χρήση των δακρυγόνων και για τη μεταχείριση πολιτών που προσάγονται στα αστυνομικά τμήματα και των συνηγόρων τους.

Αφορμή για τη διατύπωση αυτών των απόψεων της ΕΛΑΣ ήταν δυο αναφορές που κατέθεσε στον Συνήγορο του Πολίτη ομάδα 27 δικηγόρων της Θεσσαλονίκης που συγκρότησαν την Ομάδα Νομικής Βοήθειας 2003 ("Legal Team 2003") ενόψει της συνόδου κορυφής της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2003 στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική. Θυμόμαστε ότι η αστυνόμευση της συνόδου πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα κλίμα περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών και η καταστολή των διαδηλώσεων έγινε με αγριότητα που έφτασε ως και στην ανοιχτή σκευωρία, όπως αποδείχτηκε στην περίπτωση του Βρετανού Σάιμον Τσάπμαν, στον οποίο φόρτωσαν κυριολεκτικά οι ίδιοι οι αστυνομικοί ενοχοποιητικά στοιχεία (βλ. «Ιός», 20/7/03).

Στην πρώτη Αναφορά των δικηγόρων του Legal Team προς τον Συνήγορο του Πολίτη (16/12/03), καταγράφονται συγκεκριμένες περιπτώσεις μη νόμιμων «προσαγωγών» πολιτών στα αστυνομικά τμήματα από τις 19 ως τις 21/6/03 και παρεμπόδιση δικηγόρων να έρθουν σε επαφή με τους εντολείς τους.

Στη δεύτερη αναφορά (17/12/03) περιγράφεται αναλυτικά η δημιουργία «κόκκινων ζωνών» από την Αστυνομία για την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών στη Χαλκιδική και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η αναλυτική περιγραφή της διαδήλωσης στο Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής στις 20/6/03: «Η πορεία που κατευθύνθηκε προς τον εθνικό δρόμο, σταμάτησε μπροστά στο σημείο που είχαν αποκλείσει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Στην πρώτη συμβολική προσπάθεια των διαδηλωτών να σπάσουν τον αστυνομικό κλοιό -συμβολικό σπρώξιμο με σαμπρέλες που επιχείρησε ένα κομμάτι της πορείας και ρίψη μιας φωτοβολίδας- τα αστυνομικά όργανα απάντησαν με συνεχή ρίψη δακρυγόνων, σε μεγάλες ποσότητες που είναι αδύνατον να υπολογιστούν επακριβώς. Προκειμένου να απωθηθούν οι διαδηλωτές και χωρίς καμιά προειδοποίηση, ρίχνονταν ατομικά δακρυγόνα, όμοια στη μορφή τους με χειροβομβίδες, όχι ψηλά στον αέρα, αλλά πάνω σε διαδηλωτές και μάλιστα από διάφορα σημεία: από τις δυνάμεις που βρίσκονταν στη γέφυρα, από όσες ήταν πάνω και κατά μήκος του δρόμου, από αυτές που βρίσκονταν κάτω από το δρόμο μέσα στο χωριό.

Οι κατασταλτικές δυνάμεις δεν σταμάτησαν τη ρίψη των δακρυγόνων, ακόμη και όταν από την πρώτη στιγμή υπήρξε υποχώρηση των διαδηλωτών. Συνέχισαν τη χρήση των ουσιών αυτών, παρόλο που το πλήθος, άτακτο, έτρεχε προκειμένου να απομακρυνθεί από το μολυσμένο αέρα, πράγμα αδύνατο, καθώς οι άντρες της ΕΛΑΣ έριχναν χημικά κατά μήκος του δρόμου σε μεγάλη απόσταση και για αρκετή ώρα.

Αποτέλεσμα μάλιστα του λανθασμένου τρόπου ρίψης των δακρυγόνων -πάνω σε διαδηλωτές και όχι στον αέρα- ήταν και ο τραυματισμός διαδηλωτών, όχι από το βλαβερό αέριο, αλλά από τα ίδια τα σώματα των δακρυγόνων ουσιών».

Εξίσου αναλυτικά και τεκμηριωμένα εξιστορούνται στην Αναφορά του Legal Team οι αστυνομικές βαρβαρότητες που εκτυλίχθηκαν σε όλα τα μέτωπα των διαδηλώσεων εκείνες τις μέρες.

Ο Συνήγορος και η ΕΛΑΣ

Τις αναφορές αυτές μελέτησε ο Συνήγορος του Πολίτη και απευθύνθηκε στις 2/4/04 προς το Αρχηγείο της Αστυνομίας, περιγράφοντας όσα καταγγέλλουν οι δικηγόροι και καταλήγοντας:

«Από τα παραπάνω αναφερόμενα συμβάντα αλλά και τα συναφή νομικά ζητήματα ανακύπτει ένας σοβαρός προβληματισμός σχετικά με την ενδεικνυόμενη δράση της αστυνομίας σε περιπτώσεις μαζικών κινητοποιήσεων. Για το λόγο αυτό παρακαλούμε αφού διερευνήσετε τα διαλαμβανόμενα να μας ενημερώσετε για τις ενέργειές σας, κοινοποιώντας μας κάθε έγγραφο (π.χ. διαταγή, σήμα, κ.λπ.) σχετικό με τα ληφθέντα μέτρα χωρισμού ζωνών απαγόρευσης κυκλοφορίας, τη συγκεκριμένη χρήση δακρυγόνων και την επικοινωνία των δικηγόρων με τους προσαγόμενους πολίτες».

Στις 22/6/04 απάντησε η αστυνομία με αναλυτική περιγραφή των γεγονότων από τη δική της σκοπιά. Το έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο αστυνομικός διευθυντής Παναγιώτης Θεοχάρης, αποκρούει όλες τις αιτιάσεις των δικηγόρων της Θεσσαλονίκης. Το έγγραφο της αστυνομίας υποστηρίζει ότι «δεν δημιουργήθηκαν 'κόκκινες ζώνες', ούτε αποκλείστηκε η κυκλοφορία των πολιτών στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Επίσης στο χώρο γύρω από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δεν δημιουργήθηκε καμία 'άτυπη κόκκινη ζώνη'». Τα αστυνομικά μέτρα αποκλεισμού τα δικαιολογεί ως μέτρα «για την ασφαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας, την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, αλλά κυρίως για την ασφάλεια των διαδηλωτών». Οσο για τη χρήση δακρυγόνων μέσα στην πόλη «έγινε από ειδικά εκπαιδευμένους αστυνομικούς (ειδικές δυνάμεις της Διεύθυνσης Αστυνομικών Επιχειρήσεων), ήταν λελογισμένη και κρίθηκε απολύτως αναγκαία για την αποτελεσματική και αναίμακτη αντιμετώπιση μαζικών επιθέσεων κατά προσώπων (αστυνομικών), πραγμάτων (οχημάτων) και δημοσίων και ιδιωτικών ιδιοκτησιών. Ουδέποτε η χρήση αυτή έγινε εναντίον ατόμων που διαδήλωναν, αλλά σε άτομα τα οποία είχαν προηγουμένως διαπράξει σοβαρά ποινικά αδικήματα από τα προαναφερόμενα και μόνον προς αποτροπή συνέχισης της τέλεσης των παράνομων αυτών πράξεων».

Χαρακτηριστικό είναι και το κλείσιμο του εγγράφου της ΕΛΑΣ, με την άρνηση να κοινοποιηθούν στον Συνήγορο του Πολίτη τα καταρτισθέντα λεπτομερή σχέδια μέτρων τάξης, ασφάλειας και τροχαίας, διότι «έχουν χαρακτηρισθεί ως απόρρητα γιατί αφορούν την κρατική ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας».

Μετά από ένα χρόνο, στις 26/7/05, ο Συνήγορος του Πολίτη επανήλθε στο ζήτημα, με αναλυτική απάντηση στους ισχυρισμούς της ΕΛΑΣ. Αφού εκφράζει την ικανοποίηση της ανεξάρτητης αρχής για την παραδοχή εκ μέρους της ΕΛΑΣ «της αρχής της αναλογικότητας ως κύριου γνώμονα των αστυνομικών ενεργειών», το έγγραφο που υπογράφει ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη Ανδρέας Τάκης δεν φαίνεται να πείθεται. Στο ζήτημα των "κόκκινων ζωνών" το έγγραφο μεταξύ άλλων παρατηρεί: «Σκέψη προκαλεί η σχετικά λεπτομερής παράθεση στοιχείων από τους αναφερόμενους πολίτες, τα οποία ενισχύουν την εκδοχή της δημιουργίας μιας de facto ζώνης αποκλεισμού γύρω από το 'Πόρτο Καρράς’, όσο και στον χώρο του ΑΠΘ. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι επίσημος αποκλεισμός πρόσβασης, που θα ισοδυναμούσε με παράνομη απαγόρευση συνάθροισης δεν υπήρξε, δεν διασκεδάζονται εντελώς οι υποψίες ότι εν τοις πράγμασι επήλθε μερική έστω περιστολή του δικαιώματος διαδήλωσης».

Οσο για τα δακρυγόνα, το έγγραφο του Συνηγόρου επισημαίνει: «Ελλιπής πρέπει δυστυχώς να χαρακτηρισθεί η απάντηση του Αρχηγείου ειδικά και ως προς τις αιτιάσεις των αναφερομένων περί χρήσης δακρυγόνων 'χωρίς καμιά προειδοποίηση', περί αδυναμίας απομάκρυνσης διαδηλωτών λόγω της συνεχούς ρίψεως χημικών, περί εγκλωβισμού δικηγόρων-μελών του Legal Team, αλλά και διαδηλωτών σε κατάστημα του Ν. Μαρμαρά την 20/6/03 και περί αδυναμίας διαφυγής όσων εκτέθηκαν σε υπερβολική χρήση χημικών κατά τις διαδηλώσεις της Θεσσαλονίκης».

Στη συνέχεια η Αρχή εκθέτει αναλυτικά τους κανόνες χρήσης δακρυγόνων (προειδοποίηση διαδηλωτών με ηχητική ενίσχυση, προσφορά κατάλληλης οδού διαφυγής, χρήση ως 'ύστατο μέσο', προσοχή στην τοξικότητα της δακρυγόνου ουσίας, εξειδίκευση της χρήσης και προσοχή στον όγκο, την πυκνότητα του πλήθους και την ηλικία των συγκεντρωμένων).

«Ωστόσο στην περίπτωση της Συνόδου Κορυφής ηγέρθησαν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον η αστυνομική δράση ήταν σύμφωνη με τα παραπάνω. Τούτο μάλιστα, καθότι, ακόμα και αν η χρήση δακρυγόνων ήταν ενδεικνυόμενη, παραμένει ένα ερώτημα αν η εκτέλεση του μέτρου έγινε σύμφωνα με τις υφιστάμενες προδιαγραφές.

Σημειώνεται τέλος ότι σε άτομα που έχουν 'διαπράξει σοβαρά ποινικά αδικήματα' αρμόζει μάλλον η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη παρά η απομάκρυνση από ορισμένο χώρο με τη ρίψη δακρυγόνων».

Στο ζήτημα της πρόσβασης των συνηγόρων, η Αρχή παρατηρεί ότι το έγγραφο της αστυνομίας επιβεβαιώνει ότι επικοινωνία με συνήγορο επετράπη μόνο σε όσους απαγγέλθηκε κατηγορία. «Ωστόσο το νομικό μας σύστημα δεν επιφυλάσσει την πρόσβαση σε συνήγορο μόνον στον κατηγορούμενο. Η ακώλυτη επικοινωνία με συνήγορο σε κάθε περίπτωση κράτησης, συνιστά βασική κατευθυντήρια αρχή της αστυνομικής δράσης και κατά την εγκύκλιο του κ. Αρχηγού της ΕΛΑΣ με αρ. πρωτ. 4803/32/44γ/28.7.03 και δεν φαίνεται να έχει πιστά τηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση».

Τα απόνερα εκείνων των ημερών δεν έχουν ακόμα ηρεμήσει. Την περασμένη βδομάδα καταδικάστηκαν πέντε διαδηλωτές σε ποινές από λίγους μήνες έως δύο χρόνια με αναστολή. Αναμένεται ακόμα η δίκη όσων κατηγορούνται με κακουργήματα.

Μη ρωτάτε για καταλογισμό ευθυνών σε αστυνομικούς. Ολες οι μηνύσεις που υποβλήθηκαν από πολίτες που υπέστησαν την αστυνομική βαρβαρότητα και τραυματίστηκαν εκείνο το τριήμερο τέθηκαν στο αρχείο. Και πρώτη πρώτη η αποδειγμένη περίπτωση σκευωρίας εις βάρος του Σάιμον Τσάπμαν.
 

(Ελευθεροτυπία, 19/11/2005)

 

www.iospress.gr