Γερμανοί αντιφασίστες διακόπτουν ναζιστική φιέστα και τιμούν τα θύματα της σφαγής του Κομμένου




Το εντελβάις και ο θάνατος

 "Δεν λησμονούμε, δεν συγχωρούμε!"
                (Δελτίο Τύπου των διαδηλωτών, 18/5/2002)

 

 

ΗΤΑΝ ΚΑΙΡΟΣ. Για πρώτη φορά ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια κάποιοι τόλμησαν φέτος να διαμαρτυρηθούν για κάτι που όλοι γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν τολμά να πει με το όνομά του στη Γερμανία: πως στη γιορτή που οργανώνεται κάθε Πεντηκοστή στο γραφικό Μίτενβαλντ της Βαυαρίας, μια γιορτή αφιερωμένη στη "γερμανική στρατιωτική παράδοση", τιμάται και η μνήμη εγκληματιών του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου από επιζώντες -και, προφανώς, αμετανόητους- συντρόφους τους. Ανάμεσα στα γηραλέα ναζιστικά φαντάσματα που εμφανίζονται στο προσκλητήριο της Πεντηκοστής, ορισμένα συνδέονται ιδιαίτερα στενά με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία...

Νοσταλγοί της φρίκης

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μερικές χιλιάδες Γερμανοί συρρέουν στη Βαυαρία για να τιμήσουν τη μνήμη των ορεινών καταδρομέων που έπεσαν στους δύο "μεγάλους πολέμους" του εικοστού αιώνα. Την παραμονή της Πεντηκοστής, βετεράνοι ορεινοί καταδρομείς οργανώνουν στο Μίτενβαλντ ένα μεγάλο τσιμπούσι, με καλεσμένους παλιούς και νέους τους φίλους και την επομένη ανηφορίζουν όλοι μαζί στο Χόεν Μπρέντεν, όπου βρίσκεται το μνημείο των πεσόντων. Εκεί πραγματοποιείται, κάθε χρόνο την ίδια ημέρα η μεγαλύτερη στρατιωτική γιορτή της σύγχρονης Γερμανίας. 

Η τελετουργία επαναλαμβάνεται ανεμπόδιστα επί πενήντα ήδη χρόνια. Στην τελετή συμμετέχουν και εκπρόσωποι του επίσημου κράτους, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι μεταξύ των συγκεντρωμένων μπορούν εύκολα να εντοπιστούν κάμποσοι νοσταλγοί του Τρίτου Ράιχ, οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή διάθεση -και απολύτως κανένα λόγο- να αποκρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα. Φέτος για παράδειγμα, λίγη ώρα μετά την κατάθεση στεφάνου από εκπρόσωπο του υπουργείου Αμύνης, μπροστά στο μνημείο στάθηκαν με σεβασμό τα μέλη ενός αυστριακού συνδέσμου παλαιών πολεμιστών: στο πέτο τους μπορούσε κανείς εύκολα να διακρίνει τον αγκυλωτό σταυρό...

Ούτως ή άλλως, παρά την προπαγάνδιση της στρατιωτικής αυτής φιέστας ως μιας γιορτής αφιερωμένης γενικώς και αορίστως στη μνήμη των Γερμανών στρατιωτών ολόκληρου του εικοστού αιώνα, είναι κοινό μυστικό πως στην πραγματικότητα, κάθε Πεντηκοστή, βετεράνοι της Βέρμαχτ και εν ενεργεία στρατιωτικοί της Μπούντεσβερ τιμούν από κοινού μια από τις πιο εγκληματικές σελίδες της ιστορίας του ναζιστικού στρατού: το ετήσιο προσκύνημα στο Μίτενβαλντ αφορά (και) τους νεκρούς "ήρωες" της Πρώτης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών, η οποία κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ευθύνεται για τη σφαγή χιλιάδων ανθρώπων στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία και τη Φιλανδία.

Ανάμεσα στους "προσκυνητές" βρίσκονται κάθε χρόνο και αρκετοί επιζώντες του διαβόητου 98ου συντάγματος της μεραρχίας, το οποίο αποδεδειγμένα διέπραξε βαρύτατα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα. Οι άνδρες του 98ου συντάγματος συμμετείχαν στον αφοπλισμό των Ιταλών στρατιωτών και την εκτέλεση 4.000 Ιταλών αιχμαλώτων στην Κεφαλλονιά, βοήθησαν στον αφανισμό της ισραηλιτικής κοινότητας των Ιωαννίνων και μέσα σε ένα μόλις μήνα, τον Οκτώβριο του 1943, δολοφόνησαν περισσότερους από χίλιους αμάχους και έκαψαν περισσότερα από εκατό χωριά στην Ηπειρο, κατά τη διάρκεια των "εκκαθαριστικών επιχειρήσεων" στην περιοχή. 

Στα "ανδραγαθήματα" του 98ου συντάγματος της Πρώτης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών ανήκει και η καταστροφή του Κομμένου, στα νότια της Αρτας, που πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου 1943 από τον 12ο λόχο και συνιστά μια από τις πιο κτηνώδεις σφαγές αμάχων που διέπραξαν τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής στην Ελλάδα. (Βλ. σχετικά: Μαρκ Μαζάουερ, "Στην Ελλάδα του Χίτλερ", Αλεξάνδρεια 1994, κυρίως το κεφάλαιο "Ανατομία μιας σφαγής: 16 Αυγούστου 1943", και Χ. Φ. Μάγερ, "Η φρίκη του Κομμένου", Καλέντης 1998.) 

Σήμερα, εξήντα σχεδόν χρόνια αργότερα, οι υπέργηροι παλαιοί πολεμιστές της Πρώτης Μεραρχίας τολμούν ακόμη να διεκδικούν τις δάφνες του παρελθόντος, ενώ επιζώντες του 12ου λόχου του 98ου συντάγματος συνεχίζουν να συμμετέχουν με τις σημαίες και τα λάβαρά τους στην εκδήλωση της Πεντηκοστής. 

Το επίσημο "ξέπλυμα"

Είναι βέβαιο ότι πίσω από τη θρασύτατη ετήσια επανεμφάνιση των νοσταλγών του εθνικοσοσιαλιστικού στρατιωτικού κλέους βρίσκεται το γεγονός ότι, παρά την ύπαρξη συντριπτικών στοιχείων εναντίον τους, βασικοί υπεύθυνοι της Πρώτης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών ουδέποτε τιμωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους στην Ελλάδα. Μόνον ένας από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση του Κομμένου, ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, καταδικάστηκε (για άλλες κατηγορίες) στη Νυρεμβέργη σε φυλάκιση δώδεκα ετών, για να αφεθεί ελεύθερος τρία μόλις χρόνια αργότερα. Αντιθέτως, αρκετοί από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς της μεραρχίας συνέχισαν τη στρατιωτική τους σταδιοδρομία, όταν η Πρώτη Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών έγινε στα μέσα της δεκαετίας του '50 τμήμα του ανασυσταθέντος γερμανικού στρατού (της Μπούντεσβερ). Οταν κατά τη δεκαετία του '60 οι δικαστικές αρχές του Μονάχου προχώρησαν σε αναψηλάφηση της υπόθεσης του Κομμένου, οι πρωταίτιοι της σφαγής απαλλάχθηκαν και πάλι από κάθε σχετική κατηγορία. 

Πίσω από τη γενικευμένη σιωπή που καλύπτει το παρελθόν της, κρύβεται ασφαλώς το ότι η μεραρχία διαθέτει ισχυρούς φίλους, πρόθυμους να αγνοήσουν τις αμαρτωλές σελίδες της ιστορίας της και να υμνήσουν τον "διαχρονικό ηρωισμό" των στρατιωτών της. Ενας από αυτούς είναι αναμφίβολα ο Εντμουντ Στόιμπερ, ο χριστιανοδημοκράτης αντίπαλος του καγκελάριου Σρέντερ στις εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου. Ο Στόιμπερ, πρωθυπουργός σήμερα του κρατιδίου της Βαυαρίας και πασίγνωστος για τις υπερσυντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές του θέσεις, έχει κατά καιρούς προσφέρει την ολόψυχη συμπαράστασή του στους στρατιώτες της μεραρχίας, πρώην και νυν. 

Ο Βαυαρός πολιτικός υπηρέτησε κατά το παρελθόν στους ορεινούς καταδρομείς και ανήκει σε εκείνους που ταυτίζουν την Πρώτη Μεραρχία με την "ψυχή της Βαυαρίας". Ετσι, όταν πριν από λίγο καιρό αποφασίστηκε από το υπουργείο Αμυνας η διάλυση της μεραρχίας, ο Στόιμπερ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μεταπείσει τον υπουργό και να αποτρέψει το μοιραίο. Κι όταν το παιχνίδι χάθηκε, ο Βαυαρός πρωθυπουργός ανέλαβε να απευθύνει το στερνό αντίο στους ορεινούς καταδρομείς: "Η σημερινή ημέρα είναι βαριά για τη Βαυαρία και για κάθε έναν που η καρδιά του χτυπά βαυαρικά", υπογράμμισε στην ομιλία του ο Εντμουντ Στόιμπερ, εξηγώντας πως "η διάλυση της Πρώτης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών συνιστά μια εξαιρετικά επώδυνη τομή στη βαυαρική στρατιωτική ταυτότητα". Και, για όποιον δεν έπιασε το υπονοούμενο, φρόντισε να συμπληρώσει πως η μεραρχία αυτή πρόσφερε την πλούσια παράδοσή της στη φτωχή σε ιστορία Μπούντεσβερ.

"Οχι" στον αγκυλωτό σταυρό

Στο κλίμα αυτό, ήταν αναμενόμενη μια δυναμική αντίδραση από εκείνους που επιμένουν να αντιστέκονται στις υπόγειες απόπειρες συμφιλίωσης της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας με το ναζιστικό παρελθόν της. Προηγήθηκε η έκθεση ντοκουμέντων και φωτογραφιών με τίτλο "Πόλεμος εξόντωσης: Τα εγκλήματα της Βέρμαχτ 1941-1944" (βλ. "Ιός", "Τα ματωμένα ίχνη της Βέρμαχτ" 26/10/1997), η οποία τεκμηρίωσε τη συμμετοχή του γερμανικού στρατού στις θηριωδίες του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ανατρέποντας μια και καλή την καθησυχαστική θέση ότι για τα εγκλήματα πολέμου ευθύνονταν μόνο τα "ειδικά σώματα" και, κυρίως, τα Ες-Ες.

Φέτος ήρθε η ώρα να αμφισβητηθεί η νομιμότητα και της στρατιωτικής γιορτής της Πεντηκοστής. Το Σάββατο 18 Μαΐου, μια ομάδα "απρόσκλητων" έκανε την εμφάνισή της στη γιορτή των παλαιών πολεμιστών στο Μίτενβαλντ, με στόχο να θυμίσει τα εγκλήματα της Πρώτης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι αντιφασίστες κρατούσαν στα χέρια τους πικέτες και πανό με τα ονόματα των χωριών που καταστράφηκαν και φωτογραφίες των κύριων εγκληματιών πολέμου. Με μια ντουντούκα άρχισαν να απαριθμούν τα ελληνικά χωριά που κάηκαν από τους "ηρωικούς" ορεινούς καταδρομείς -με πρώτο το Κομμένο- και ζήτησαν να εγκριθούν αμέσως οι πολεμικές αποζημιώσεις που ζητούν οι Ελληνες επιζώντες και οι συγγενείς των θυμάτων. Επιχείρησαν να κρατήσουν και ενός λεπτού σιγή, αλλά οι βετεράνοι και η παρέα τους δεν τους το επέτρεψαν. Ορμησαν εναντίον τους με βρισιές, γροθιές και καρεκλοπόδαρα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την απόλυτη συμφωνία τους με τις σφαγές αμάχων την περίοδο της Κατοχής.

"Δεν υπάρχει κανένας λόγος γιορτασμού", διαβάζουμε στην προκήρυξη που μοίρασαν οι διαμαρτυρόμενοι Γερμανοί πολίτες. "Πίσω από το εντελβάις (σ.σ. το έμβλημα της Πρώτης Μεραρχίας) κρύβεται ο θάνατος. Δεν ανεχόμαστε πια αυτή την παράδοση. Η δική μας παράδοση σχετίζεται με τους λίγους Γερμανούς λιποτάκτες και αντιστασιακούς, με τους Εβραίους στα γκέτο και στα στρατόπεδα του θανάτου, με τους αιχμαλώτους πολέμου και όσους και όσες υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, με τους ένοπλους αντάρτες, άνδρες και γυναίκες, και τους άμαχους πολίτες που αντιστάθηκαν στη φασιστική γερμανική κατοχή".

Η αρχή είχε γίνει. Για πρώτη φορά ύστερα από πενήντα σχεδόν χρόνια, κάποιοι τόλμησαν να φωνάξουν πως στο Μίτενβαλντ ο "βασιλιάς είναι γυμνός". Είναι αλήθεια πως η αστυνομία έκανε τα πάντα για να αποτρέψει την επανάληψη των "επεισοδίων" την Κυριακή 19 Μαΐου στο μνημείο του Χόεν Μπρέντεν: Πενήντα έξι πολίτες, που είχαν ταξιδέψει από κάθε άκρη της χώρας για να παραστούν με το δικό τους τρόπο στην τελετή, αποκλείστηκαν από την αστυνομία και εμποδίστηκαν να ανηφορίσουν κι αυτοί στο μνημείο. Τους απαγορεύτηκε ακόμη και να μοιράσουν μια ανακοίνωση διαμαρτυρίας στο Μίτενβαλντ, χιλιόμετρα μακριά από το σημείο της φιέστας. Ετσι, την Κυριακή, δύο χιλιάδες άτομα τίμησαν χωρίς την παρουσία ανεπιθύμητων τη μνήμη των "ηρώων" τους, παριστάνοντας πως τίποτε δεν είχε συμβεί την προηγουμένη. Αλλά ματαίως. Στο εξής, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο στην ετήσια γιορτή των νοσταλγών του ναζιστικού παρελθόντος.

 

(Ελευθεροτυπία, 1/6/2002)

 

www.iospress.gr