Επίσημη ευρωπαϊκή έκθεση διαπιστώνει στα ελληνικά ΜΜΕ ρατσισμό απέναντι στις μειονότητες και τους μετανάστες




Η ζοφερή εικόνα των ελληνικών ΜΜΕ

 

 
Την ίδια ώρα που τα ελληνικά ΜΜΕ ήταν απορροφημένα με τη διαμάχη τηλεσκουπιδιάρηδων και όψιμων δεοντολόγων, ένα επίσημο όργανο της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαπίστωνε ότι στη δημοσιογραφία της χώρας μας περισσεύει ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία. 

Η είδηση ήταν ενοχλητική και έτσι κανένα «παράθυρο» δεν ασχολήθηκε μαζί της. Πρόκειται για την έκθεση που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία (EUMC, European Monitoring Centre on Racism and Xenophobia). Το EUMC είναι επίσημο ευρωπαϊκό όργανο με έδρα τη Βιέννη. Ιδρύθηκε το 1997 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό της Ε.Ε. 1035/97, και σκοπός του είναι η παρακολούθηση και η καταπολέμηση των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας. Στη διοίκηση του EUMC μετέχει εκ μέρους της Ελλάδας ο καθηγητής Πέτρος Στάγκος με αναπληρωτή τον Περικλή Πάγκαλο. Το «Κέντρο Πληροφόρησης για το Ρατσισμό, την Οικολογία, την Ειρήνη και τη Μη Βία» -INFOCENTER- επελέγη ως ο Ελληνικός Φορέας Συνεργασίας του EUMC (http://users.otenet.gr/~zelot).

Το μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του Παρατηρητηρίου (http://www.eumc.at). Από εκεί μπορεί κανείς να προμηθευτεί και ολόκληρη την έκθεση σε έντυπη μορφή. Το κεφάλαιο για την Ελλάδα έχει συνταχθεί από τη δρα Αννα Τριανταφυλλίδου, συντονίστρια ερευνητικών προγραμμάτων στο Κέντρο Μελετών Robert Schuman, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Από τις 23 σελίδες του κεφαλαίου αυτού επιλέξαμε και μεταφράσαμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα. 

Η μειονότητα των Ρομά

Οι διαπιστώσεις για τους Ρομά (Τσιγγάνους) είναι σχετικά αισιόδοξες:

«Η δημοσιογραφική κάλυψη της μειονότητας των Ρομά βελτιώθηκε αισθητά κατά την περίοδο που εξετάζουμε. Ετσι, ενώ μέχρι το 1996 επικρατούσαν τα αρνητικά στερεότυπα που εμφάνιζαν τους Ρομά ως εγκληματίες, βρώμικους, δόλιους και επικίνδυνους, τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια σημαντική αλλαγή. Τα ΜΜΕ άρχισαν να αναγνωρίζουν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα και να ζητούν από το κράτος να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής και εργασίας τους. Φαίνεται ότι η ευαισθησία για τις άθλιες συνθήκες ζωής των Ρομά προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη και βίαιη αστυνομική επιδρομή σε έναν καταυλισμό των Ρομά στον Ασπρόπυργο, το Φεβρουάριο του 1996. Οι περισσότερες εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια καταδίκασαν αυτή την επιδρομή, ενώ ορισμένα άλλα (ιδίως τα εθνικιστικά και τα δεξιά) επικεντρώθηκαν στις βίαιες και εγκληματικές ενέργειες και εκδηλώσεις συμπεριφοράς που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζουν τον τρόπο ζωής της μειονότητας. (...)

Τα κύρια αρνητικά στερεότυπα που σχετίζονται με τον πληθυσμό των Ρομά είναι τα ακόλουθα: ότι εμπλέκονται στη διακίνηση ναρκωτικών, ότι πωλούν μωρά, ότι υποχρεώνουν τα παιδιά τους να ζητιανεύουν στο δρόμο, ότι είναι βρώμικοι και ότι δεν θέλουν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Σε εθνικές και τοπικές εφημερίδες παρουσιάζονται ρατσιστικά κείμενα (κατά των Ρομά), χωρίς να προκαλούν τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου προστασίας εναντίον τους. Σημειώνουμε ότι στην Ελλάδα δεν διώκεται εν γένει η ρητορική τού μίσους, όσο κι αν υπάρχει νόμος (927/1979) ο οποίος παρέχει τη νομική βάση αυτής της δίωξης. Ο νόμος προβλέπει ότι η άσκηση δίωξης απαιτεί την έγκληση του ιδιώτη που θίγεται.

Κατά παράδοξο τρόπο, υπάρχει και σειρά θετικών στερεοτύπων που αποδίδονται στους Ρομά από τα ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια: το πάθος, ο ρομαντισμός, η μεγάλη μουσική τους παράδοση και οι απολαύσεις της ζωής. Θετικές ή ουδέτερες αναφορές στους Ρομά συχνά υιοθετούν μια πατερναλιστική στάση απέναντι στη μειονότητα. Εντούτοις, επικρίνεται έντονα και η αδιαφορία του ελληνικού κράτους απέναντι στις κοινωνικο-οικονομικές κακουχίες των Ρομά».

Η τουρκική μειονότητα

«Ακόμα και σήμερα, μεγάλο μέρος των ελληνικών μέσων αρνείται τον εθνικό -και όχι απλώς θρησκευτικό ή γλωσσικό- χαρακτήρα της τουρκικής μουσουλμανικής μειονότητας. Επιπλέον, η περιγραφή της μειονότητας αυτής συνδέεται στενά με τα αρνητικά στερεότυπα για την Τουρκία. Η κάλυψη των ΜΜΕ για την Τουρκία έφτασε στο αποκορύφωμα της υστερίας, της εχθρότητας και της επιθετικής ρητορικής στις αρχές του 1996, μετά τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας για τα Ιμια/Καρντάκ. Παρόμοια εχθρότητα αναβίωσε κατά καιρούς, με την υπόθεση Οτσαλάν, το πρόβλημα της Κύπρου και τα αιτήματα που προβλήθηκαν από την τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα. Σε όλη την περίοδο που καλύπτει η παρούσα μελέτη (1995-2000), αυτή η μειονότητα εικονογραφείται ως αμαθής, αγράμματη, οπισθοδρομική, πολιτισμικά υποδεέστερη, θύμα των θρησκευτικών της ηγετών και άθυρμα της τουρκικής προπαγάνδας. (...) Σύμφωνα με τις περισσότερες ελληνικές εφημερίδες, η μειονότητα δεν είναι τουρκική. "Πρόκειται για Πομάκους, Τσιγγάνους και πολίτες τουρκικής καταγωγής". Κατά τα τελευταία χρόνια η προσοχή των μετριοπαθών ΜΜΕ στράφηκε προς τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα της μειονότητας και ασκήθηκε ήπια κριτική στην ανεπάρκεια της πολιτικής του ελληνικού κράτους για την τοπική διοίκηση και την εκπαίδευση. Ωστόσο, οποιοδήποτε συλλογικό αίτημα ή πολιτική κινητοποίηση της μειονότητας εμφανίζονται ως τουρκικός επεκτατισμός. Τα ΜΜΕ παραδέχονται κατά καιρούς τις διακρίσεις εις βάρος της τουρκικής μειονότητας, αλλά τις δικαιολογούν με το επιχείρημα ότι και η Τουρκία καταπιέζει την ελληνική μειονότητα που ζει στο έδαφός της».

Η μακεδονική μειονότητα

«Με παρόμοια αρνητικά στερεότυπα και εχθρική μεταχείριση αντιμετωπίζεται η μακεδονική μειονότητα, που άρχισε να δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια (τη δεκαετία του '90). Τα ΜΜΕ αρνούνται σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή της και η δραστηριοποίησή της αποδίδεται σε ξένους πράκτορες, που επιχειρούν να βλάψουν τα ελληνικά "εθνικά συμφέροντα" και να προκαλέσουν την "πολιτισμική και εθνική αποσύνθεση" της Ελλάδας. Το ζήτημα της μακεδονικής μειονότητας και ιδιαίτερα η δίκη μελών του κόμματός της, «Ουράνιο Τόξο», υποβαθμίζεται από τα ΜΜΕ. Ωστόσο, όταν τα μέσα αναφέρονται σε πρωτοβουλίες της μειονότητας, τότε παρουσιάζουν τους ακτιβιστές ως προδότες του έθνους. Αποκαλούν, εξάλλου, τους πολίτες της Μακεδονίας-FYROM "Σκοπιανούς", υποδαυλίζοντας το φόβο για συνωμοσία με προέλευση το εξωτερικό εναντίον της Ελλάδας και προωθούν τη στερεότυπη ιδέα μιας εθνοτικά και πολιτισμικά ομοιογενούς και "καθαρής" χώρας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η "καθαρότητα". Επίσης ο Τύπος παρουσίασε ασχολίαστη τη ρατσιστική και επιθετική γλώσσα που μεταχειρίστηκε ο ίδιος ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών το Δεκέμβριο του 1998. Με δυο λόγια, τα μέλη της μακεδονικής μειονότητας διαπιστώνουν ότι τα ελληνικά ΜΜΕ αρνούνται την ύπαρξή τους και τα δικαιώματά τους».

Θρησκευτικές μειονότητες

«Οι θρησκευτικές μειονότητες στην Ελλάδα είναι αριθμητικά μικρές και προκαλούν ελάχιστα την προσοχή των ΜΜΕ, εκτός από τις περιπτώσεις που κάποιο γεγονός γίνεται πρωτοσέλιδο. Σ' αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, εντούτοις, εκφράζεται εχθρότητα απέναντι στις άλλες θρησκείες, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων χριστιανικών δογμάτων. (...) Οι Καθολικοί αντιμετωπίζονται ως "πράκτορες" του Πάπα, εχθροί της Ελληνικής Ορθοδοξίας. Μιλώντας, όμως, γενικά, τα ρεπορτάζ βελτιώνονται προς μια περισσότερο θετική και λιγότερο προκατειλημμένη αντιμετώπιση. Λιγότερη (ή μηδαμινή) προσοχή δίνεται στις εκκλησίες των Προτεσταντών, ενώ τα καινούργια θρησκευτικά κινήματα (ιδιαίτερα οι πιστοί της εκκλησίας της Σαϊεντολογίας) παριστάνονται συνήθως ως αιρέσεις, που κάνουν πλύση εγκεφάλου στους οπαδούς τους (Οκτώβριος 1996). 

Σε κάποιες περιπτώσεις τα ΜΜΕ ανέχθηκαν τον ανοιχτό αντισημιτισμό. Τα ΜΜΕ απέτυχαν να επικρίνουν την υβριστική χρήση του όρου "Εβραίος" από έναν πολύ γνωστό Ελληνα τραγουδιστή (Φεβρουάριος 1998) και τη ρατσιστική πρόκληση από ένα βουλευτή του συντηρητικού κόμματος, ο οποίος επιχείρησε να υπονομεύσει την πολιτική ενός υπουργού, κατηγορώντας τον ότι αποκρύπτει την υποτιθέμενη εβραϊκή καταγωγή του (Νοέμβριος 1996). Οι ελληνικές εφημερίδες σε πολλές περιπτώσεις (Ιούνιος-Αύγουστος 2000) μετέφεραν ασχολίαστα τα αντισημιτικά αισθήματα που εξέφρασε ο αρχιεπίσκοπος και ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας. Αυτά τα επεισόδια δεν χαρακτηρίζονται μόνο από την αντισημιτική στάση των δεξιών και των ακραίων εθνικιστικών εφημερίδων, αλλά και από την αποτυχία του προοδευτικού και μετριοπαθούς Τύπου να αντιδράσει και να καταδικάσει κατηγορηματικά αυτή τη ρητορική».

Η αλβανοφοβία

«Το πρόσφατο ρεύμα των μεταναστών προς την Ελλάδα προκάλεσε αρκετές φορές το ενδιαφέρον των ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Στην αρχή η κάλυψη ήταν μάλλον θετική και στηριζόταν στις αρχές του ουμανισμού και της αλληλεγγύης. Στη συνέχεια, όμως, η συνέχιση της μετανάστευσης χωρίς χαρτιά και η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων ξένων που ζουν και εργάζονται στη χώρα, φαίνεται ότι δημιούργησαν σημαντική αύξηση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ αλλά και στην κοινή γνώμη. (...)

Οσο κι αν βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια η δημοσιογραφική κάλυψη θεμάτων που σχετίζονται με τους Αλβανούς μετανάστες, παραμένει ιδιαιτέρως αρνητική, εξαιτίας του ανοιχτά ρατσιστικού λόγου, της απαίτησης για άμεση απέλαση των Αλβανών απ' την Ελλάδα, της γενικής υποκίνησης προκαταλήψεων και μίσους, καθώς και της στερεότυπης περιγραφής τους ως επικίνδυνων εγκληματιών ή «ζώων». Μία μικρότερη μερίδα της δημοσιογραφικής κάλυψης υιοθέτησε μια πιο ανθρωπιστική και πληροφορημένη προσέγγιση απέναντι σ' αυτή την ομάδα ανθρώπων, αναφέροντας τις άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας της, την εκμετάλλευσή της από τους Ελληνες εργοδότες και την απάνθρωπη αντιμετώπισή της από την αστυνομία. Η δημοσιογραφική κάλυψη των Αλβανών στην Ελλάδα συνδέεται με την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, και τις αναφορές για την καταπίεσή της από το αλβανικό κράτος. Ως ένα ορισμένο βαθμό, αυτή η καταπίεση χρησιμεύει ως άλλοθι ή δικαιολογία για την ταπεινωτική μεταχείριση των Αλβανών στην Ελλάδα.

Η αλβανοφοβία έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1996-97, όταν τα περισσότερα ΜΜΕ εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε εγκληματικές ενέργειες, που κλιμακώνονταν από τη μικροκλοπή έως το οργανωμένο έγκλημα».

Στην κατακλείδα της έκθεσης, «αναδύεται μια μάλλον ζοφερή εικόνα. (...) Οχι μόνο είναι διάχυτα τα αρνητικά στερεότυπα για τις μειονότητες και τους μετανάστες, αλλά ακόμα και τα μετριοπαθή και τα προοδευτικά ΜΜΕ αποφεύγουν να στηλιτεύσουν τον ανοιχτά ρατσιστικό λόγο που χρησιμοποιείται συχνά από τους πολιτικούς, τις εφημερίδες και τα κανάλια. (...) Τα στερεότυπα για τους μετανάστες και τις μειονότητες σχετίζονται στενά με τον ελληνικό εθνικισμό και τους φόβους για ξένη "συνωμοσία" κατά της χώρας, σε συνδυασμό με φόβους για "μόλυνση" της υποτιθέμενης πολιτισμικής και εθνικής "καθαρότητας". Οι διακρίσεις εις βάρος των μεταναστών συνήθως συνοδεύονται από δηλώσεις για την πολιτισμική και εθνική "ανωτερότητα" των Ελλήνων. Οι αντιδράσεις απέναντι σ' αυτή την ακραία εθνικιστική τοποθέτηση και το ρατσισμό απέναντι στις μειονότητες και τους ξένους δεν είναι τόσο ισχυρές όσο θα έπρεπε».

 

(Ελευθεροτυπία, 13/4/2002)

 

www.iospress.gr