Απίστευτες μεθοδεύσεις σε βάρος του πολιτιστικού συλλόγου των ντόπιων Μακεδόνων της Φλώρινας




Δίχως "Στέγη" δίχως νόμο;

 

 
ΛΕΝΕ ΠΩΣ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ είναι τυφλή. Φαίνεται όμως ότι, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, είναι και εξαιρετικά αργή. 

Δεν δικαιολογείται αλλιώς η απίστευτη καθυστέρηση που χαρακτηρίζει τις διαδικασίες για την επίσημη αναγνώριση της πολύπαθης φλωρινιώτικης Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού. Δώδεκα χρόνια μετά την κατάθεση της πρώτης αίτησης στο Πρωτοδικείο και τέσσερα από τη σχετική τελεσίδικη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο εν λόγω πολιτιστικός σύλλογος εξακολουθεί να περιμένει την (τυπική) αναγνώρισή του από τις αρχές της συντεταγμένης Πολιτείας. 

Το πρώτο μέρος της υπόθεσης είναι λίγο-πολύ γνωστό. Τον Ιανουάριο του 1990, 55 πολίτες του νομού Φλώρινας υπέβαλαν στο εκεί Πρωτοδικείο αίτημα για την επίσημη αναγνώριση του πολιτιστικού συλλόγου που μόλις είχαν ιδρύσει, με στόχο την ανάδειξη της λαϊκής πολιτισμικής παράδοσης του σλαβόφωνου γηγενούς πληθυσμού της περιοχής. Ηταν μια προσπάθεια θεσμοποίησης ανάλογων πρωτοβουλιών της προηγούμενης δεκαετίας, ύστερα από την πολιτική αλλαγή του 1981 και την υποχώρηση των εμφυλιοπολεμικών φοβιών, για την απαλλαγή της τοπικής αυτής παράδοσης (τραγούδια, γλώσσα, χοροί) από το καθεστώς αυτολογοκρισίας που είχε επιβληθεί επί δεκαετίες. Τυπικά, η αναγνώριση του σωματείου δεν ήταν παρά μια απλή υπόθεση δικαστικής ρουτίνας.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν, ωστόσο, πολύ διαφορετικά. Την 1η Μαρτίου 1990, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα για αναγνώριση του συλλόγου, ισχυριζόμενο ότι δύο από τους στόχους που αναγράφονταν στο καταστατικό του (συγκεκριμένα, η "υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας" και η "προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών") συνιστούν αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους. Οι ενδιαφερόμενοι διόρθωσαν το καταστατικό κι επανήλθαν. Η νέα απόφαση (9.8.1990) ήταν ξανά απορριπτική, αυτή τη φορά όμως επί της ουσίας: ανατρέχοντας σε δημοσιεύματα εφημερίδων της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας (μεταξύ των οποίων και δύο φύλλα του ναζιστικού "Στόχου") σχετικά με τις -πραγματικές ή υποτιθέμενες- απόψεις, δραστηριότητες κι επιδιώξεις ορισμένων από τους ιδρυτές, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "πραγματικός σκοπός του προαναφερομένου συλλόγου είναι η επιδίωξη της καλλιέργειας περί υπάρξεως Μακεδονικής Μειονότητας στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στο Εθνικό συμφέρον αυτής και εντεύθεν ευθέως στο Νόμο".

Στο Στρασβούργο

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε η επίσης απορριπτική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (6 Μαΐου 1991). Με απαράμιλλη ορολογία, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "υφίσταται κίνδυνος εκμεταλλεύσεως της ανωριμότητας νεαρών ατόμων και παγιδεύσεως αυτών στην εθνολογικά ανύπαρκτη και ιστορικά αποκρουστέα σλαβομακεδονική μειονότητα", ενώ δεν παρέλειψε να "διαβλέψει" ακόμη και "πρόθεση των ιδρυτών για διάσπαση της ακεραιότητας της χώρας". Η αίτηση αναιρέσεως της διοικούσας επιτροπής της "Στέγης" προς τον Αρειο Πάγο θα απορριφθεί κι αυτή, τρία χρόνια αργότερα, με βάση διαδικαστικά επιχειρήματα (20.4.94).

Η συνέχεια της υπόθεσης ήταν επόμενο να γραφτεί στο Στρασβούργο. Η προσφυγή των ιδρυτών του συλλόγου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εκδικάστηκε στις 10 Ιουλίου 1998 και κατέληξε σε πανηγυρική καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με τα ντοκουμέντα της ΔΑΣΕ που είχε υπογράψει και η Ελλάδα (1990) "άτομα που διακατέχονται από μειονοτική συνείδηση επιτρέπεται να ιδρύσουν σωματεία για την προστασία της πολιτιστικής και πνευματικής τους κληρονομιάς". Εφόσον καμιά πρόθεση των ιδρυτών του συλλόγου κατά της εθνικής κυριαρχίας δεν στάθηκε δυνατό να τεκμηριωθεί, οι ελληνικές αρχές όφειλαν να προχωρήσουν άμεσα στην αναγνώρισή του.

Τα πράγματα φαίνονταν, άλλωστε, αυτονόητα πλέον. Μέσα στην οκταετία που χωρίζει την ίδρυση της "Στέγης" από την τελεσίδικη απόφαση του Στρασβούργου, το πολιτικό τοπίο είχε ανατραπεί ριζικά. Η εθνικιστική υστερία των συλλαλητηρίων και της σκοπιανοφαγίας είχε παραχωρήσει τη θέση της σε μια ψύχραιμη, φιλειρηνική βαλκανική πολιτική, με την ΠΓΔΜ να έχει αναδειχθεί σε προνομιακό εταίρο της Ελλάδας. Η "εθνολογικά ανύπαρκτη και ιστορικά αποκρουστέα" (κατά το Εφετείο Θεσ/νίκης) μειονότητα, είχε κάνει πανηγυρικά την εμφάνισή της μέσω του πολιτικού κόμματος "Ουράνιο Τόξο", που στις ευρωεκλογές του 1994 απέσπασε επίσημα το 5,7% των ψήφων του νομού Φλώρινας (και μικρότερα ποσοστά αλλού). Δεν υπήρχε, προφανώς, κανένας "εθνικός" λόγος για τη μη αναγνώριση ενός απλού πολιτιστικού σωματείου -από τη στιγμή μάλιστα που το αντικείμενό του τραγουδιέται πλέον και χορεύεται κατά κόρον στα τοπικά πανηγύρια. Κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στα Σκόπια (22.12.98), ο τότε υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος θα συνοψίσει τη νέα κυβερνητική γραμμή με μια άμεση αναφορά στη συγκεκριμένη υπόθεση της "Στέγης": "Η Ελλάδα είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης", δήλωσε, και "υπάρχει το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που καταδικάζει αυστηρότατα όσους παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπήρχε μια περίπτωση μιας δικαστικής απόφασης που, πράγματι, το Συμβούλιο της Ευρώπης έκρινε προς την κατεύθυνση αυτών που προσέφυγαν. Και αυτή η απόφαση είναι τώρα σεβαστή στην Ελλάδα". 

Δικηγορικός Σύλλογος εκτός νόμου;

Η πραγματικότητα έμελλε ωστόσο να αποδειχθεί πολύ πιο ξεροκέφαλη απ' ό,τι άφηναν να διαφανεί οι υπουργικές διαβεβαιώσεις. Οι δικηγόροι της Φλώρινας, στους οποίους κατ' επανάληψη κατέφυγε το προσωρινό Δ.Σ. της "Στέγης" για να καταθέσουν τη νέα αίτηση αναγνώρισης του συλλόγου στο Πρωτοδικείο, απέφυγαν με κάθε τρόπο να το κάνουν. Είναι αλήθεια ότι, το 1990-91, ο συνάδελφός τους που εκπροσώπησε για ένα διάστημα το σύλλογο είχε δεχτεί μπαράζ υβριστικών επιθέσεων από τον αθηναϊκό "Ελεύθερο Τύπο", με προβληματικές δικαστικές περιπλοκές. Εξίσου αλήθεια είναι, όμως, ότι το πολιτικό κλίμα στην περιοχή έχει έκτοτε αλλάξει ριζικά. 

Οπως και να 'χει το πράγμα, στις 19.4.2000 οι ενδιαφερόμενοι κατέφυγαν στον τοπικό Δικηγορικό Σύλλογο, ζητώντας να τους ορίσει αυτός δικηγόρο. Η πρώτη αυτή αίτηση απορρίφθηκε σαν "τυπικά απαράδεκτη και με ουσιαστικές ελλείψεις" -επειδή, μεταξύ άλλων, δεν επισυναπτόταν η (πασίγνωστη) απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Την ίδια τύχη είχε ωστόσο και η επόμενη αίτησή τους. Στο απαντητικό τους κείμενο, ο πρόεδρος του Δ.Σ.Φ. Σπ. Αλεξίδης και ο γ.γ. Δημ. Σικαβίτσας δηλώνουν αναρμοδιότητα, σπεύδουν όμως ταυτόχρονα να υποστηρίξουν ότι "η έρευνα που διενεργήσαμε δεν δείχνει γενικήν άρνησιν των δικηγόρων του Συλλόγου μας". Με βάση αυτόν ακριβώς τον τελευταίο ισχυρισμό, το αίτημα του συλλόγου θα απορριφθεί στις 18 Φεβρουαρίου και από την αρμόδια πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαίρη Λαζαρίδου.

Το λόγο είχε πλέον ο Συνήγορος του Πολίτη, όπου προσέφυγαν οι αιτούντες στις 24 Απριλίου. Επισημαίνοντας στο Δικηγορικό Σύλλογο ότι οι (επίσημες πλην ασαφείς) διαβεβαιώσεις του είναι αυτές που εμποδίζουν την προώθηση της υπόθεσης από το δικαστήριο, δεν διστάζει να θέσει τον τελευταίο προ των (νομικών και άλλων) ευθυνών του: "Ο ισχυρισμός περί μη συνδρομής γενικής άρνησης των μελών σας", διαβάζουμε σε επιστολή του βοηθού συνηγόρου Γιώργου Καμίνη προς τον Δ.Σ.Φ. (24.5.01), "δεν προέρχεται από κάποιον ανεύθυνο ιδιώτη αλλά από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η δράση του οποίου οφείλει αυτονοήτως να προσανατολίζεται στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και στην κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος μέριμνα για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην προαναφερθείσα βεβαίωσή σας εξαρτάται η δυνατότητα των ενδιαφερομένων να απολαύουν των συνταγματικών δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τυχόν ανακρίβεια αυτών εγείρει ζητήματα νομιμότητας της δράσης του δημοσίου δικαίου νομικού προσώπου του Συλλόγου σας".

Η κωλυσιεργία συνεχίζεται

Παρά την οφθαλμοφανή πλέον παρανομία της όλης κωλυσιεργίας, η στάση του ΔΣΦ παρέμεινε, όπως διαπιστώνουμε από το σχετικό πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, αμετάβλητη. Στην απάντησή τους προς το Συνήγορο (1.6.01), πρόεδρος και γεν. γραμματέας ισχυρίστηκαν ότι αυτός έπεσε θύμα "παραπληροφόρησης από τους ενδιαφερομένους, τους οποίους προφανώς [sic] δεν διέπει η αρχή της καλοπιστίας" καθώς "δημιουργούν θέματα εκ του μη όντος". Πρόκειται για καθαρή διαστροφή της προβλεπόμενης διαδικασίας, όπως διαπιστώνουμε από τη δεύτερη, εξίσου επιτιμητική επιστολή του Συνηγόρου (20.6.01), που επισημαίνει ρητά πως η συνταγματική τάξη "επιβάλλει το διορισμό δικηγόρου όταν ο ενδιαφερόμενος πολίτης αδυνατεί πραγματικά να ανεύρει από μόνος του την κατάλληλη δικηγορική υποστήριξη, χωρίς να απαιτείται απ' αυτόν η δι' εγγράφων απόδειξη ότι έχει απευθυνθεί ατομικά σε κάθε δικηγόρο του Συλλόγου σας". 

Κι όμως, έγινε κι αυτό. Υστερα από προτροπή του Συνηγόρου, τα μέλη της "Στέγης" ταχυδρόμησαν στις 19.6.01 συνημμένες επιστολές προς όλους τους δικηγόρους του νομού, με το γνωστό περιεχόμενο. Δώδεκα από τους φακέλους επέστρεψαν κλειστοί, με την επιγραφή "απαράδεκτο", ενώ ο μόνος από τους παραλήπτες που μπήκε στον κόπο να απαντήσει, ήταν κάποιος που είχε στο μεταξύ εγκαταλείψει το δικηγορικό επάγγελμα! Η καταστρατήγηση της ελληνικής νομοθεσίας και του Συντάγματος από το συγκεκριμένο Δικηγορικό Σύλλογο, στο όνομα μιας άκρως προβληματικής εθνικοφροσύνης, δεν μπορούσε να είναι περισσότερο κραυγαλέα. Ομως ο ΔΣΦ επιμένει: στις 21.11.01 με επιστολή του προς την πρόεδρο Πρωτοδικών διαψεύδει τα ΕΛΤΑ, υποστηρίζοντας πως οι συστημένες επιστολές δεν επιδόθηκαν! Η πρόεδρος συμμορφώνεται και στις 14.12.01 απορρίπτει ξανά το αίτημα για διορισμό δικηγόρου.

Η κατάσταση είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Στις 20 Φεβρουαρίου 2002, ο Συνήγορος στέλνει το τελικό πόρισμά του στον υπουργό Δικαιοσύνης, Φ. Πετσάλνικο, ζητώντας του να εξετάσει, ως εποπτεύον όργανο, τη νομιμότητα των ενεργειών του ΔΣΦ και να προβεί "στις κατά νόμον αναγκαίες ενέργειες". Οκτώ μέρες αργότερα, η "Στέγη" υποβάλλει για πολλοστή φορά το αίτημά της -και ικανοποιείται αυθημερόν, με το διορισμό δικηγόρου. 

Ας ελπίσουμε ότι, από δω και μπρος, η κωλυσιεργία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας δεν θα υποκαταστήσει (με τον τρόπο της) αυτήν της συντεταγμένης Πολιτείας...

 

(Ελευθεροτυπία, 23/3/2002)

 

www.iospress.gr