Πώς ένας «απόλυτα φυσιολογικός» 20χρονος φαντάρος οδηγήθηκε, ύστερα από 1 χρόνο θητείας, στην αυτοκτονία




Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

 

 
ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ έχουν περάσει από την εποχή που οι αυτοκτονίες των στρατιωτών αναδείχθηκαν σε μείζον πολιτικό θέμα της χώρας μας, τροφοδοτώντας ένα μαζικό κίνημα καταγγελίας του μιλιταρισμού κι ενασχόλησης με τα προβλήματα των στρατευμένων. Σήμερα, τα αντίστοιχα συμβάντα -στο βαθμό, φυσικά, που δεν περιέχουν "γαργαλιστικές" λεπτομέρειες για τα δελτία των 7.30 ή τον κίτρινο Τύπο- κατά κανόνα θάβονται σε κάποια περιθωριακά μονόστηλα. Εξέλιξη που συνδέεται λιγότερο με την πραγματικότητα του "εκσυγχρονισμένου" στρατώνα και περισσότερο με την ανάπτυξη πολύπλοκων μηχανισμών διαχείρισης των "κρουσμάτων" αυτών από την εμπλεκόμενη στρατιωτική ιεραρχία. Οπως έχουμε και άλλοτε αναφέρει (βλ. "Ιός" 6.8.95), μια από τις βασικές οδηγίες των σχετικών υπηρεσιακών εγχειριδίων προς τους βαθμοφόρους είναι η "με κάθε τρόπο αποφυγή" της συζήτησης πάνω στο ζήτημα.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται πανηγυρικά από τον πλήρη φάκελο της ΕΔΕ για μια πρόσφατη αυτοκτονία φαντάρου, που τέθηκε στη διάθεση του "Ιού" από την Επιτροπή Αλληλεγγύης Στρατευμένων (τηλ. 093277-5412). Πρόκειται για την υπόθεση του στρατιώτη πυροβολικού Μανούσου Παπαδόπουλου, ενός 20χρονου Αθηναίου, που πέρασε χωρίς κανένα πρόβλημα τους πρώτους δέκα μήνες της θητείας του (στη βασική εκπαίδευση και την παραμεθόριο), για να αυτοπυροβοληθεί, μέσα σε μία βδομάδα από τη μετάθεσή του στα "μετόπισθεν" της 116 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, λίγο έξω απ' το Κιλκίς. Τα ντοκουμέντα και οι καταθέσεις που περιέχονται στη δικογραφία δεν μας δίνουν, βέβαια, μια "ορθολογική" εξήγηση γι' αυτό το απονενοημένο διάβημα. Φωτίζουν, όμως, με δραματικό τρόπο το γραφειοκρατικό παραλογισμό της σύγχρονης "πολιτικής οικονομίας" του στρατώνα, που οδήγησε έναν απόλυτα φυσιολογικό νέο στην αυτοκαταστροφή.

Μια κανονική θητεία

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τον Ιούλιο του 2000 ο Μανούσος Παπαδόπουλος, επισκευαστής ψυγείων αυτοκινήτων, από το Καματερό, παρουσιάζεται στο κέντρο εκπαίδευσης Πυροβολικού, στη Θήβα. Δύο μήνες μετά μετατίθεται στη Σάμο, όπου θα μείνει μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2001. Οι μαρτυρίες συστρατιωτών του γι' αυτό το διάστημα περιγράφουν έναν άνθρωπο "ευδιάθετο, με χιούμορ και χωρίς προβλήματα με τη μονάδα" ή τη στρατιωτική ζωή, γενικότερα. Το Μάρτιο του 2001, μάλιστα, προάγεται σε υποδεκανέα. 

Ολα φαίνονται να αλλάζουν δραματικά με τη μετάθεσή του στην 116 ΜΠΠ. Η καινούργια μονάδα είναι παραφορτωμένη με υπηρεσίες, και το κλίμα κακό. Για τους φαντάρους που έρχονται από τα σύνορα (και όχι απευθείας από το κέντρο εκπαίδευσης -όπως μαθαίνουμε από τη δικογραφία υπάρχουν και τέτοιοι, σε πείσμα των γνωστών διαταγών), το προβλεπόμενο "επταήμερο προσαρμογής" (κατά το οποίο οι στρατιώτες απαλλάσσονται από ένοπλες υπηρεσίες) έχει συρρικνωθεί σε τριήμερο. Επιπλέον, ο Παπαδόπουλος δεν έχει ακόμη καλά καλά προλάβει να φτάσει στο στρατόπεδο και τον "χώνουν" σε αλλεπάλληλες αγγαρείες -μεταξύ άλλων, να βάψει την πύλη του στρατοπέδου. 

"Θυμάμαι ότι παραπονιόταν πως δεν προλάβαινε ούτε να βγάλει τις αρβύλες, ότι ήταν πολύ κουρασμένος, ότι ένιωθε πολύ πιεσμένος", καταθέτει χαρακτηριστικά ο επιλοχίας της πυροβολαρχίας Νικ. Παναγιώτου. "Του πρότεινα να πω στο διοικητή να τον απαλλάξει από υπηρεσίες όσον καιρό θα έβαφε. Αυτός αρνήθηκε διότι δεν ήθελε να χαλάσει τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους οπλίτες". Το τρέξιμο συμπληρώνει ο φόβος της παράτασης της θητείας από τις "καμπάνες": "Σε τηλεφωνική επικοινωνία με τη μητέρα μας", καταθέτει η αδερφή του, "ανέφερε ότι με την παραμικρή παρατυπία υπήρχε τιμωρία και σε επικοινωνία μαζί μου ανέφερε ότι δεν θα κατάφερνε να απολυθεί στις 24 Ιανουαρίου, από τις φυλακές που θα έτρωγε". Ζητεί από την οικογένειά του να βάλει μέσο για να αλλάξει μονάδα, και δηλώνει επανειλημμένα σε συναδέλφους του ότι, αν μέχρι τις 9 Ιουλίου δεν έχει φύγει, θα ζητήσει αναβολή. Ζητεί μάλιστα από το δόκιμο Ευθ. Δεληβό πληροφορίες για τη συγκεκριμένη διαδικασία. Αυτός τού ζητεί, σε περίπτωση που σκεφτεί κάτι τέτοιο, να συνεννοηθεί πρώτα μαζί του. 

Μέρα με τη μέρα, η ψυχολογική κατάσταση του 20χρονου φαντάρου επιδεινώνεται. 

"Υπάρχουν μηνύματα στο κινητό κάποιας κοπέλας, με την οποία επικοινωνούσε, που λέει ότι δεν αντέχει άλλο και 'θα κάνει καμιά τρέλα'", μας πληροφορεί η δικηγόρος Αντωνία Λεγάκη, από την Επιτροπή Αλληλεγγύης Στρατευμένων. "Υπάρχουν επίσης, στο κινητό του, οι απαντήσεις της που προσπαθεί να τον αποτρέψει από κάτι τέτοιο". Παρ' όλα αυτά, όλοι οι αξιωματικοί τής (όχι ιδιαίτερα πολυπληθούς) μονάδας θα δηλώσουν στην ανάκριση ότι ο υποψήφιος αυτόχειρας τους φαινόταν μια χαρά... Ωσπου, στις τρεις παρά δέκα τη νύχτα της 29ης Ιουνίου, ο 20χρονος αυτοπυροβολήθηκε στη σκοπιά του. Τέσσερις μέρες μετά, θα ξεψυχήσει στο στρατιωτικό νοσοκομείο.

Το "στραβοκοίταγμα" των συγγενών

Αρκεί μια βδομάδα πίεσης για να οδηγήσει ένα φαντάρο, ύστερα μάλιστα από 11 μήνες θητείας, στην αυτοκτονία; Για όσους έχουν περάσει από τον ελληνικό στρατό, η απάντηση βρίσκεται κατά πάσα πιθανότητα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της καινούργιας μονάδας, και στον τρόπο που αυτή "καλωσορίζει" τον -ήδη "παλιωμένο", με όσα αυτό συνεπάγεται- στρατιώτη. Γι' αυτή την ατμόσφαιρα, έξοχα αποκαλυπτική είναι (με τον τρόπο της) η κατάθεση του διοικητή της 116 ΜΠΠ, ταγματάρχη Ευστάθιου Κοντοράβδη. Τουλάχιστον οι μισές από τις 10 σελίδες της ασχολούνται με τη λεπτομερειακή καταγραφή των εχθρικών αντιδράσεων των συγγενών του στρατιώτη, ενώ αυτός ψυχομαχεί, απέναντι στο πρόσωπό του: 

"Συνάντησα για πρώτη φορά την αδερφή και τη μητέρα του και τους είπα ότι είμαι ο διοικητής του Μανούσου. Ηταν και οι δυο πολύ ψυχρές απέναντί μου. Αρχισαν να μου λένε ότι φταίει η μονάδα που προέβη σ' αυτή την ενέργεια, ότι δεν περνούσε καλά. Τους απάντησα ότι αυτό που προέχει αυτή τη στιγμή είναι να γίνει καλά ο Μανούσος και κατόπιν να βρεθούν ποιοι φταίνε. Εδειχναν ότι δεν μπορούσαν να το καταλάβουν". Προφανώς ενδιαφέρονταν λιγότερο για τη ζωή του ανθρώπου τους, απ' ό,τι ο κ. ταγματάρχης. Ο τελευταίος διέταξε έναν επιλοχία "να τους βοηθήσει σε ό,τι χρειαστούν" αλλά διαπιστώνει ξανά πως "η στάση τους εξακολουθούσε να είναι αρνητική". Και τα παράπονα του κ. διοικητή συνεχίζονται: "Μόλις είχαν φτάσει από την Αθήνα ο πατέρας του στρατιώτη, ο γαμπρός του και κάποιοι άλλοι συγγενείς. Πλησίασα τον πατέρα και είπα: 'Είμαι ο διοικητής του γιου σας'. Μου απαντά 'τι θέλες να σου πω, ότι χάρηκα;'. Προσπάθησα να εξηγήσω και στον πατέρα τι είχε γίνει αλλά η αντίδρασή του ήταν η ίδια με της μητέρας και της κόρης. Σε κάποια στιγμή η μητέρα μού είπε: 'Κάντε το σταυρό σας να μην πάθει τίποτε το παιδί μας'... Της απαντώ ως εξής: 'Με απειλείτε'". 

Και ο κ. διοικητής συνεχίζει απτόητος στο ίδιο μοτίβο, καταδιωκόμενος από το "αγριοκοίταγμα" της οικογένειας: "Προσπάθησα να μην έρθω σε αντίλογο, διότι αυτό θα επιδείνωνε την κατάσταση. Στη συνέχεια ενημέρωσα το διοικητή της ταξιαρχίας για τα συμβάντα και μου είπε να φύγουμε από το νοσοκομείο εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς των γονέων. Παραμείναμε διακριτικά μέχρι τις 14.00 και αναχωρήσαμε". Μετά την ανακοίνωση του θανάτου του στρατιώτη, θα στείλει -"σύμφωνα με τις διαταγές" πάντα- την προβλεπόμενη "επιστολή προς τους οικείους του" και θα δώσει διαταγή "να κατατεθεί στεφάνι εκ μέρους των αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών της μονάδος" στην κηδεία. Ακόμη και τότε, ωστόσο, βασικό μέλημά του παραμένουν οι αντιδράσεις των χαροκαμένων συγγενών: "Μετά το πέρας της κηδείας κάλεσα στο γραφείο μου το λοχαγό Γκούλο [που κατέθεσε το στεφάνι] και μου ανέφερε ότι δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα". Τέλος καλό, όλα καλά...

Ελληνική μου λεβεντιά

Συμπληρωματική προς τα παραπάνω υπήρξε η άτσαλη προσπάθεια συγκάλυψης των όποιων ευθυνών της μονάδας. Τρεις μέρες μετά τον αυτοπυροβολισμό του στρατιώτη, ο διοικητής του ταχυδρομεί στην οικογένεια επιστολή με την οποία τους ζητεί να τον ενημερώσουν "αν οποιοδήποτε πρόβλημα απασχολεί το γιο τους". Ολως παραδόξως, ωστόσο, το γράμμα φέρει ημερομηνία 25 Απριλίου, δύο μήνες δηλαδή προτού ο συγκεκριμένος στρατιώτης μετατεθεί στη μονάδα του! 

Ανάλογη επίδειξη (της γνώριμης σε όσους έχουν περάσει από τον ελληνικό στρατό) λεβεντιάς διαπερνά την όλη δικογραφία, όσον αφορά το μοναδικό πειθαρχικό παράπτωμα που εντοπίζεται -την παραβίαση του προβλεπόμενου "επταήμερου προσαρμογής". Ο ίδιος ο διοικητής δηλώνει ότι ουδέποτε έδωσε διαταγή για κάτι τέτοιο και πως, αντιθέτως, έλεγχε ο ίδιος όχι μόνο την αυστηρή τήρηση του 7ημέρου αλλά και την ισοκατανομή των υπηρεσιών μεταξύ των φαντάρων. Ο υφιστάμενός του λοχαγός Αθανάσιος Γκρόζος τον διαψεύδει, δηλώνοντας ότι είχε λάβει σχετική προφορική διαταγή "σε πρωινή συγκέντρωση των διοικητών υπομονάδων και σε χρόνο που δεν ενθυμούμαι". Τα ίδια περίπου καταθέτει και ο αξιωματικός υπηρεσίας, υπολοχαγός Στέφανος Σορμάς. 

Ακόμη και ο υπηρεσιακός "έλεγχος υπηρεσιών" του μήνα, που κατατέθηκε στη δικογραφία, είναι ωστόσο χοντροκομμένα πλαστογραφημένος. Ενώ φαίνεται να έχει συνταχθεί και υπογραφεί την 1η Ιουνίου, φέρεται να προβλέπει ακόμη και τον τραυματισμό του άτυχου στρατιώτη στις 29 του ίδιου μήνα! Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που το τελικό πόρισμα της ΕΔΕ φτάνει να εκτιμήσει ότι η "πρόφαση" του αυτόχειρα "ότι κακοπερνούσε, δεν αποδεικνύεται από την εξέταση της μονάδος"...

Μια άλλη κατάθεση του διοικητή, το Νοέμβριο, αποδεικνύεται σαφώς ειλικρινέστερη. "Μετά το θάνατο του στρατιώτη Παπαδόπουλου Μανούσου", διαβάζουμε, "η Ταξιαρχία, με προφορική εντολή μείωσε τη δύναμη της Φρουράς της Μοίρας. Ομοίως επέστρεψαν οι αποσπασμένοι οπλίτες της μονάδας" -και, συνεπώς, η ζωή των φαντάρων της 116 ΜΠΠ έγινε κάπως πιο ανθρώπινη. Επιβεβαιώνοντας έτσι τραγικά την ανομολόγητη διαπίστωση, ότι η αυτοκτονία συνιστά ένα ύστατο -όσο και αυτοκαταστροφικό- "συνδικαλιστικό" όπλο του φαντάρου, απέναντι στον παραλογισμό του στρατώνα.

 

(Ελευθεροτυπία, 23/2/2002)

 

www.iospress.gr