Η "εθνικώς ύποπτη" επιστήμη

"Υποπτο συνέδριο των δήθεν Βλάχων στη Λάρισα"
           
("Ελεύθερος Τύπος" 13/6/98)

Πόσες πιθανότητες έχει σήμερα ένας επιστήμονας -ή, ακόμη καλύτερα, μια ομάδα επιστημόνων- να ασχοληθεί με ζητήματα όπως η γλωσσική διαφορετικότητα ορισμένων πληθυσμιακών ομάδων του ελληνικού χώρου, χωρίς να ριχτεί στο πυρ το εξώτερον σαν "εθνικώς ύποπτος"; Το ερώτημα ήρθε για μια ακόμη φορά στην επικαιρότητα το τελευταίο δεκαπενθήμερο, ύστερα από τις θυελλώδεις αντιδράσεις κάθε είδους ταγών της εγχώριας εθνικοφροσύνης -παραδοσιακής και νεοπαγούς- για τη διημερίδα που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα από το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων με θέμα τη βλάχικη γλώσσα.
Η διακριτική απόπειρα μιας πρώτης ανταλλαγής απόψεων κι επιχειρημάτων μεταξύ ανθρώπων που συνδέονται με το θέμα κατέληξε σε μια μικρογραφία των υστερικών εκείνων υπερπατριωτικών ξεσπασμάτων που ζήσαμε στις αρχές της δεκαετίας με αφορμή το "σκοπιανό" και νομίζαμε -οι αφελείς- πως ανήκουν πια στο παρελθόν. Η όλη υπόθεση είχε και τη φαιδρή της διάσταση καθώς, όπως συνηθίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, οι περισσότεροι από αυτούς που έσπευσαν να κατακεραυνώσουν τους "μειοδότες" και τα "ύποπτα ξένα κέντρα" είναι ολοφάνερο πως δεν είχαν την παραμικρή ιδέα περί τίνος ακριβώς επρόκειτο.

Τι είναι το ΚΕΜΟ

Το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ) είναι μια αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ιδρύθηκε το 1996 από επιστήμονες διαφόρων κλάδων με σκοπό την πολυδιάστατη μελέτη της γλωσσικής, θρησκευτικής, εθνοτικής κλπ διαφορετικότητας στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Στα μέλη του συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, ο τ. υφυπουργός Εξωτερικών Χρήστος Ροζάκης, ο νομικός (και στέλεχος του Συμβουλίου της Ευρώπης) Χρήστος Γιακουμόπουλος, η πανεπιστημιακός (και σύμβουλος του αναπληρωτή Υπ.Εξ. Γιώργου Παπανδρέου) Μαριλένα Κοππά, η σλαβολόγος (και εμπειρογνώμων του Υπ.Εξ.) Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, οι ερευνητές του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Βασίλης Γούναρης και Ιάκωβος Μιχαηλίδης, η δικηγόρος Γιάννα Κούρτοβικ, οι πανεπιστημιακοί Λένα Διβάνη, Αλέξης Ηρακλείδης, Δώρα Λαφαζάνη, Ελένη Σελλά- Μάζη, κά.
Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του ΚΕΜΟ ήταν μια διήμερη συνάντηση στους Δελφούς, το Νοέμβριο του 1996, με γενικότερη θεματολογία γύρω από την αντιμετώπιση των μειονοτικών ζητημάτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ακολούθησε η έκδοση ενός ενδιαφέροντος βιβλίου, με κείμενα 10 μελών του κέντρου ("Το μεινοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα", Αθήνα 1997, εκδ. Κριτική) και η κατάστρωση για το 1998 ενός ετήσιου ερευνητικού προγράμματος με το γενικό τίτλο "Γλώσσες και Διαφορά". Προβλέπεται η διενέργεια τεσσάρων διήμερων επιστημονικών συναντήσεων και η έκδοση του σχετικού υλικού.
Η πρώτη από τις διημερίδες πραγματοποιήθηκε στις 30-31 Μαϊου στο δημαρχείο της Κομοτηνής, με θέμα τα τουρκικά και τα πομάκικα που μιλά η μειονότητα της Θράκης. Το κλίμα υπήρξε άψογο, η ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων μεταξύ των συγκεντρωμένων απολύτως πολιτισμένη. Αντικείμενο της δεύτερης εκδήλωσης του ΚΕΜΟ ήταν η βλάχικη γλώσσα και τόπος πραγματοποίησής της η Λάρισα. Η γκάμα των προσκεκλημένων περιλάμβανε κορυφαίους Ελληνες γλωσσολόγους που ασχολούνται με το θέμα (όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης Ν.Κατσάνης και του ΑΠΤ Φλώρινας Κ.Ντίνας), νεότερους ερευνητές (Αστ.Κουκούδης, Σ.Μπέης), ευρωπαίους ειδήμονες στο ζήτημα (Τ. Γουϊνιφριθ, Ν.Τριφόν) και επώνυμους εκπροσώπους διάφορων τάσεων και συλλόγων της συγκεκριμένης γλωσσοπολιτισμικής ομάδας, με αποκλίνουσες απόψεις και στάσεις απέναντι στη διατήρηση της γλωσσικής ιδιαιτερότητας. Ολα έδειχναν πως η επιτυχημένη εκδήλωση της Κομοτηνής θα επαναλαμβανόταν.

Πιέσεις και απειλές

Γρήγορα, όμως, οι διοργανωτές θα συνειδητοποιούσαν πως κάτι δεν πάει καλά. Οι περισσότεροι από τους εκπροσώπους βλάχικων συλλόγων απέφυγαν ακόμα και να απαντήσουν στην πρόσκληση που τους είχε απευθυνθεί, ενώ κάποιοι άλλοι διευκρίνισαν ότι, παρά τη διακαή επιθυμία τους, θα περιοριστούν στην παρακολούθηση των εργασιών σαν παρατηρητές, χωρίς θέση στο πάνελ των ομιλητών. "Ακούστηκαν διάφορα στα παρασκήνια, για πιέσεις και απειλές εις βάρος όσων είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να έρθουν", μας εξηγεί ο κ. Λεωνίδας Εμπειρίκος, από τους υπεύθυνους για τη διοργάνωση της εκδήλωσης. "Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, το κλίμα επιδεινώθηκε από την παρουσία στη Λάρισα, τις ίδιες μέρες, μιας ομάδας γνωστών Βλάχων της Γαλλίας και της Ρουμανίας, όπως ο καθηγητής Περιφάν ή ο καταγόμενος από τη Σαμαρίνα εφοπλιστής Σαμαράς, που ύστερα από επισκέψεις σε συγγενείς τους στην περιοχή ζήτησαν να παρακολουθήσουν τις εργασίες του διημέρου". "Δεν τους είχαμε καλέσει, γιατί πιστεύουμε πως Βλάχοι του εξωτερικού, γνωστοί γυρολόγοι ευρωπαϊκών συνεδρίων, δεν έχουν καμιά θέση σε μια εκδήλωση που έχει ως θέμα της τις βλάχικες διαλέκτους της Ελλάδας και μόνο", διευκρινίζει ο κ. Μπαλτσιώτης. "Φυσικά, η παρακολούθηση των εργασιών ήταν ελεύθερη για όποιον ενδιαφερόταν". Καλού-κακού, οι οργανωτές φρόντισαν πάντως να ενημερώσουν σχετικά τη ναυαρχίδα του τοπικού Τύπου, την "Ελευθερία".
Το Σάββατο 6 Ιουνίου, πρώτη μέρα της συζήτησης, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Με πρωτοσέλιδο τίτλο "`Μυστική' σύνοδος Βλάχων", η εφημερίδα πληροφορούσε το κοινό της ότι "με συνθήκες μυστικότητας και χωρίς να έχουν σταλεί προσκλήσεις αρχίζει σήμερα στη Λάρισα το σημαντικότερο επιστημονικό συνέδριο για τη βλάχικη γλώσσα στην ιστορία κι ένα από τα σπουδαιότερα στην Ελλάδα", για να προσθέσει πως "πιθανολογείται ότι θα τεθεί ακόμη και θέμα ...βλάχικου κράτους στην Ευρώπη με πρώτο βήμα τη δημιουργία σχολείων για τη διάσωση και διάδοση της βλάχικης γλώσσας, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της `Ε'"!

Τραμπουκισμοί

"Ο νομάρχης κ. Φλώρος ήρθε στην εκδήλωση και ζήτησε να την παρακολουθήσει", αφηγείται ο κ. Μπαλτσιώτης. "Η συζήτηση εξελισσόταν ομαλά, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι κάμερες των τοπικών τηλεοπτικών δικτύων. Μπροστά στο φακό, μας κατήγγειλε ως περίπου ύποπτους. Εγκαταλείποντας το πρόγραμμα της διημερίδας, αρχίσαμε να εξηγούμε ποιοί ακριβώς είμαστε και τι κάνουμε. Οταν είχαν φύγει πια οι κάμερες, μας ευχήθηκε `καλή επιτυχία' κι αποχώρησε". (Αργότερα, με δηλώσεις του νομάρχη στον τοπικό Τύπο, ακόμη κι αυτή η ευχή θα διαψευσθεί).
Την επόμενη μέρα, η δυναμική παρουσία μιας δεκαπενταριάς μελών του νεοσύστατου "Πατριωτικού Συνδέσμου Θεσσαλίας" θα μετατρέψει την εκδήλωση σε αρένα διαπληκτισμών, με αποτέλεσμα τον πρόωρο τερματισμό της. "Επικεφαλής των `αγανακτισμένων' ήταν ένας τύπος σα ντουλάπα, που ορυόταν ότι ήταν αυτός που έβαλε τις βόμβες στα τζαμιά της περιοχής", τονίζει ο κ. Εμπειρίκος. "Ολοι μαζί φώναζαν ότι `ο εβραίος Ροζενστάιν και η δικηγόρος των τρομοκρατών, η Κούρτοβα, θέλουν να διαλύσουν την Ελλάδα'. Από έναν πανεπιστημιακό ζητούσαν διαβατήριο γιατί `έχει γαλάζια μάτια και φαίνεται για Αρειος κι όχι για Ελληνας' (!), ενώ μια κοπέλα την απειλούσαν πως `θα της βγάλουν την κιλότα' και άλλα συναφή". Καθόλου συμπτωματικά, ο πρώτος που έσπευσε να πανηγυρίσει για τη διάλυση της εκδήλωσης -διεκδικώντας μάλιστα, για λογαριασμό των οπαδών του, και την ευθύνη για το "χτύπημα"- ήταν ο γνωστός μας "Στόχος"...
Η συνέχεια της υπόθεσης γράφτηκε στις στήλες των εφημερίδων -και αναμένεται να γραφτεί και στο βήμα της Βουλής, καθώς δυο βουλευτές της ΝΔ (Φούσας και Κατσαρός) κατέθεσαν ήδη σχετικές ερωτήσεις. Δυο είναι τα μοτίβα που επαναλαμβάνονται: η "μυστικότητα" των εργασιών της διημερίδας και η απουσία των επίσημων εκπροσώπων των Βλάχων της Ελλάδας.
Οσον αφορά το πρώτο, η ίδια η "Ελευθερία" ανέλαβε να εξηγήσει, με τον διαυγέστερο δυνατό τρόπο, τα κριτήρια που διαφοροποιούν μια "μυστική σύνοδο" από ένα ορίτζιναλ επιστημονικό συνέδριο (7/6): "Είθισται να διεξάγεται το συνέδριο Πέμπτη και Παρασκευή, ώστε από το Σάββατο να απολαύσουν οι σύνεδροι τις φυσικές ομορφιές του τόπου που τους φιλοξενεί. Που συνήθως είναι κάποιο νησί ή παραλιακή ή ορεινή περιοχή με τουριστικά θέλγητρα. Ετσι δημιουργείται το κίνητρο συμμετοχής για τους συνέδρους. Να όμως που το αμφιλεγόμενο συνέδριο που φιλοξενείται στη Λάρισα είναι αλλιώς. Γι' αυτό και ενέτεινε την καχυποψία. Γιατί άραγε οι 10-15 ειδικοί επιστήμονες σύνεδροι έπρεπε να μεταφερθούν μέσα στη φλεγόμενη από τον καύσωνα καρακαμπίλα;"
Οσο για το δεύτερο, η ίδια η άρνηση κάποιων προσκεκλημένων να συμμετάσχουν ("άν και η Ενωση προσκλήθηκε, όπως ήταν αυτονόητο δεν παρευρέθη", τονίζει με επιστολή του στην "Ελευθερία" (8/6) ο πρόεδρος της ΠΕΠΣΒ, Φώτης Κιλιπίρης) καταγράφεται εκ των υστέρων σαν ολίσθημα των ...οργανωτών. Κάποιοι, μάλιστα, δε θα πάρουν χαμπάρι ούτε την παρουσία των εγχώριων πανεπιστημιακών: "`Επιστημονικό' συνέδριο για τους Βλάχους χωρίς Ελληνες επιστήμονες" καταγγέλλει πχ η "Εξουσία" (18/6)!
 

Η ανασφάλεια και το άβατο

Σχεδόν ένας αιώνας έχει περάσει από το 1903, όταν ο Λουκάς Μπέλλος, γιατρός από τη Θήβα, δημοσίευε το βιβλιαράκι "Αλβανικά ή άι τρείς ζώσαι διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσης". Φαίνεται ωστόσο πως απόψεις όπως οι δικές του, για τον "ασυζητητί ελληνικό" χαρακτήρα όλων των γλωσσών που μιλιούνται στην ελληνική επικράτεια, συνεχίζουν να είναι κυρίαρχες στην ελληνική πραγματικότητα.
Αναφερόμαστε έτσι σε "σλαβοφανές ιδίωμα", σε πομάκικα ως "κράμα γλωσσών" (εδώ συμφωνούν και Τούρκοι), σε βλάχικα που "δεν μπορούν να γραφτούν", σε αρβανίτικα που "βασίζονται στα αρχαία ελληνικά", ακόμη και στα τουρκικά της Καππαδοκίας (καραμανλίδικα) που "βασίζονται στην περσική". Δεν βρισκόμαστε στο πολιτικό περιβάλλον των αρχών του αιώνα ούτε στην προ-γλωσσολογική περίοδο. Παρόλα αυτά, εν έτει 1998, ο τρόπος εξορκισμού μοιάζει ο ίδιος.
Σήμερα η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη υπαρκτή και ανθούσα στην Ελλάδα. Ομως η έρευνα σχετικά με τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες βρίσκεται μόλις στην αρχή. Η ενασχόληση με αυτές τις γλώσσες στάθηκε μέχρι πρόσφατα για την ακαδημαϊκή κοινότητα ένα είδος αβάτου, κι αυτό για μια πληθώρα λόγων. Το κενό του επιστημονικού λόγου αναλαμβάνουν έτσι να καλύψουν δάσκαλοι και παπάδες σε ρόλο γλωσσολόγων, πολιτευτές σε ρόλο κοινωνιογλωσσολόγων, αξιωματικοί εν αποστρατεία σε ρόλο κοινωνικών ανθρωπολόγων. Οι δικές τους απόψεις είναι αυτές που διαδίδονται, ανακυκλώνονται και κυκλοφορούν σαν "επιστημονικές".
Οποιος προσεγγίζει αυτά τα ζητήματα με σοβαρότητα και με τα επιστημονικά του εργαλεία κρίνεται πολλές φορές "ύποπτος". Αν ο επιστήμονας είναι αλλοδαπός, "εξυπηρετεί σκοτεινά συμφέροντα". Αν είναι Ελληνας, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε "εθνική μειοδοσία". Καθώς μάλιστα ένα σημαντικό τμήμα των ίδιων των ομιλητών έχει αφομοιώσει (κάτω από συνθήκες και μέσα από διαδικασίες που θα άξιζε επίσης να διερευνηθούν) αυτές τις αντεπιστημονικές θεωρήσεις, αισθάνεται άβολα κάθε φορά που η επιστήμη ασχολείται με τη γλώσσα του. Είναι η ίδια ανασφάλεια που κυριεύει τους περισσότερους Ελληνες πολίτες όταν οι ιστορική επιστήμη διαφοροποιείται από "την" Ιστορία των σχολικών βιβλίων του Δημοτικού.
Τουλάχιστον, ο Λ. Μπέλλος -εκτός από τις απόψεις του για τον "ελληνικό χαρακτήρα" της αλβανικής γλώσσας- μας άφησε κι ένα μικρό γλωσσάρι των αρβανίτικων της περιοχής του...
 

Λάμπρος Μπαλτσιώτης
(Νομικός, ένας από τους οργανωτές των Διημερίδων του ΚΕΜΟ)
 

(Ελευθεροτυπία, 20/6/1998)

www.iospress.gr