Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου Σουχάρτο

"Ματωμένος Μάης για την Ινδονησία. Το καθεστώς Σουχάρτο πυροβολεί στο ψαχνό"
           
("Εξουσία" 14/5/98)

Ηταν τέσσερις και τέταρτο το πρωί όταν ο εκπρόσωπος του αμερικανού προέδρου, γερουσιαστής Πολ Λαξάλτ, τηλεφώνησε στο στριμωγμένο δικτάτορα. Με τη συνήθη ευστροφία του, ο τελευταίος έδειξε να αντιλαμβάνεται το μήνυμα. Πρώτη του ερώτηση ήταν αν η Ουάσιγκτον επιθυμεί απ' αυτόν να τα παρατήσει. Ο Λαξάλτ απάντησε πως "ο πρόεδρος δεν είναι σε θέση να ζητήσει κάτι τέτοιο". Στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού, ο δικτάτορας φάνηκε να τα έχει χαμένα. Στους δρόμους της πρωτεύουσάς του τα ξεσηκωμένα πλήθη ζητούσαν την κεφαλή του επί πίνακι, οι δυνατότητες δε των πραιτοριανών του αποδεικνύονταν μάλλον περιορισμένες. "Τι πρέπει να κάνω;" αναρωτήθηκε. "Κύριε πρόεδρε", του απάντησε ο αμερικανός γερουσιαστής, "δε δεσμεύομαι διπλωματικά. Νομίζω πως θα έπρεπε να φύγετε, και μάλιστα χωρίς φασαρίες. Εφτασε πια η ώρα". Ακολούθησαν κάποια λεπτά σιγής. "Κύριε πρόεδρε, είστε ακόμη εκεί;", ρώτησε στο τέλος ο Λαξάλτ. "Ναι, είμαι ακόμη εδώ", του απάντησε με σβησμένη φωνή ο δικτάτορας των Φιλιππίνων, Φερδινάνδο Μάρκος, για να προσθέσει: "Είμαι τόσο, μα τόσο πολύ απογοητευμένος..." Ξημέρωνε Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου του 1986. Λίγο αργότερα ο περίλυπος σατράπης της Μανίλα έπαιρνε πλέον το αεροπλάνο για τη Χαβάη, αφήνοντας πίσω του μια χώρα που παραληρούσε από χαρά.
Την παραπάνω στιχομυθία, αποτυπωμένη στο Time της εποχής (10/3/86), θυμηθήκαμε τούτες τις μέρες με όσα διαδραματίζονται στη γειτονική Ινδονησία. Καθώς ο θρόνος του στρατηγού Σουχάρτο τρίζει ύστερα από 32 συναπτά έτη αιμοσταγούς δικτατορικής διακυβέρνησης, οι παλιοί του φίλοι νιώθουν ο ένας μετά τον άλλο αναγκασμένοι να πάρουν διακριτικά τις αποστάσεις τους. Η αλλαγή του κλίματος είναι ορατή στις σελίδες μιας "έγκυρης" εφημερίδας όπως η "Washington Post", που θυμάται ξαφνικά (23/2/98) ότι η η κλίκα των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων που πλαισίωσαν το "οικονομικό θαύμα" του στρατηγού φέρει το παρατσούκλι "μαφία του Μπέρκλεϊ". Καθώς χιλιάδες Ινδονήσιοι φοιτητές δίνουν τη μάχη τους για τη δημοκρατία και πολύ περισσότεροι απόκληροι εκφράζουν με το δικό τους τρόπο τα συναισθήματά τους για το εν λόγω οικονομικό "θαύμα", το φάντασμα της Μανίλα του '86 πλανιέται πια πάνω από τους δρόμους της Τζακάρτα, του Μπαντούγκ, της Γιογκγιακάρτα και της Σουραμπάγια. "Οι Ηνωμένες Πολιτείες", αποφαίνεται η ίδια εφημερίδα (11/5), "πρέπει να καταστήσουν σαφές, δημόσια και κατ' ιδίαν, ότι βρίσκονται στο πλευρό αυτού του κινήματος κι ότι ο κ. Σουχάρτο και ο στρατός του θα πρέπει να συμβάλουν τώρα σε μια ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία".
Μακάρι νά 'ταν πάντα έτσι... Επί τρεις ατέλειωτες δεκαετίες, ο τύραννος της Τζακάρτα δεν ήταν για τους πολιτικούς και τα καθωσπρέπει ΜΜΕ της Δύσης παρά ένας ηγέτης άξιος θαυμασμού για τη "σταθερότητα" με την οποία εξουσίαζε την τέταρτη σε πληθυσμό χώρα του κόσμου. Η άνοδός του στην εξουσία, μέσα στο μεγαλύτερο λουτρό αίματος της ψυχροπολεμικής περιόδου (500.000-1.000.000 κομμουνιστές, "συνοδοιπόροι" και μέλη της κινεζικής μειονότητας δολοφονημένοι, άλλοι 750.000 πολιτικοί κρατούμενοι να λιώνουν σε ένα απίστευτο τροπικό γκουλάγκ), χαιρετίστηκε από τη Δύση με κραυγές ενθουσιασμού, όπως περιγράφουμε σε διπλανή στήλη. Οσο για τη φασίζουσα "Νέα Τάξη" που εγκαθιδρύθηκε αμέσως μετά, με την απαγόρευση κάθε αντιπολιτευτικής φωνής, τον ασφυκτικό έλεγχο της δημόσιας ζωής από το στρατό και τη μυστική αστυνομία, την απίστευτη διαφθορά των καθεστωτικών κύκλων, την άγρια καταστολή κάθε συνδικαλιστικής διεκδίκησης, το εικονικό "Κοινοβούλιο" με τη διορισμένη δήθεν αντιπολίτευση, τα ποσοστά 70-90% που απέδιδαν οι ανά επταετία "εκλογές" στο κόμμα του στρατηγού, όλα αυτά είτε αποσιωπήθηκαν συστηματικά είτε -το χειρότερο- επιχειρήθηκε να νομιμοποιηθούν με την επίκληση της "ασιατικής ιδιαιτερότητας".
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της διακριτικότητας συνιστά η περιγραφή του καθεστώτος στις παλιότερες ετήσιες εκθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, περιγραφή που αποφεύγει να αναφέρει έστω και μια φορά τη λέξη "δικτατορία": "Η κυβέρνηση της Νέας Τάξης που ανέλαβε την εξουσία το 1966, την επαύριο ενός αποτυχημένου κομμουνιστικού πραξικοπήματος, έχει την εξουσία της συγκεντρωμένη σε μια μικρή ομάδα απόστρατων ή εν ενεργεία αξιωματικών και τεχνοκρατών πολιτών, που δρουν υπό την κυρίαρχη ηγεσία του προέδρου Σουχάρτο. Ενα εν μέρει εκλεγμένο και εν μέρει διορισμένο Κοινοβούλιο χρησιμεύει ως φόρουμ για συμβουλές και έκδοση της νομοθεσίας που εισηγείται η εκτελεστική εξουσία. Αντιδρώντας στην κληρονομιά πολιτικής και οικονομικής αναταραχής [που παρέλαβε], η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη, σταθερότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, έχει δε αποδειχθεί σε γενικές γραμμές πετυχημένη σ' αυτούς τους τομείς" ("Countries' Reports on Human Rights Practices for 1985", Φλεβ.1986, σ.772).
Εξίσου διακριτικοί θα είναι λίγο αργότερα στο ίδιο ζήτημα και οι (συνήθως σαρκαστικοί) Financial Times του Λονδίνου. "Αν οι αριθμοί αποτελούν κριτήριο", διαβάζουμε σε αφιέρωμά τους με θέμα τα οικονομικά επιτεύγματα του στρατηγού Σουχάρτο (1/9/1989), "η Ινδονησία θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της τρίτης σε μέγεθος πολυκομματικής δημοκρατίας του κόσμου, μετά την Ινδία και της ΗΠΑ. Η ινδονησιακή εκδοχή είναι αυτό που αποκαλείται `δημοκρατία pancasilla' -όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με `διαβουλεύσεις και συναίνεση' και όπου η ψηφοφορία χρησιμοποιείται μονάχα σαν λύση τελευταίας ανάγκης". Υποθέτοντας ότι ένα μέρος τουλάχιστον από το κοινό της θα δυσκολευόταν ενδεχομένως λιγάκι να κατανοήσει τη δημοκρατικότητα αυτής της "ιδιομορφίας", η εφημερίδα έσπευδε να διαβεβαιώσει ότι "η δημοκρατία υπό δυτική έννοια έχει αποκτήσει κακό όνομα κατά την ταραγμένη δεκαετία του '50" μια και "η Ινδονησία είναι μια απέραντη κοινωνία, πατερναλιστική και συντηρητική, όπου ένα ως επί το πλείστον καλοήθες φευδαρχικό πλαίσιο κρατεί ακόμη καλά"!
Την ίδια ευμένεια απέναντι στο στρατηγό Σουχάρτο θα δείξουν, τέλος, και οι κατά καιρούς επίσημοι επισκέπτες του. "Θα μου επιτρέψετε να είμαι διακριτικός επ' αυτού", ήταν πχ η απάντηση του Φρανσουά Μιτεράν όταν, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ινδονησία το Σεπτέμβριο του 1986, ρωτήθηκε από Γάλλους δημοσιογράφους αν έθεσε στους στρατηγούς θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως είχε κάνει λίγο νωρίτερα στην Ανατολική Ευρώπη). "Τα ανθρώπινα δικαιώματα εμπεριέχονταν στα διεθνή ζητήματα που συζητήθηκαν", έσπευσε τότε να διευκρινίσει η εκπρόσωπος της γαλλικής Προεδρίας, Ζεντρό-Μασαλού, προσθέτοντας απολογητικά: "Ξέρετε, οι χώρες που παρουσιάζουν προβλήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πάρα πολλές..." Προς την κρατική τηλεόραση της Τζακάρτα, ωστόσο, ο Μιτεράν δεν είχε διστάσει να εκφράσει "τη σημασία που αποδίδει στη συνάντησή του με τον πρόεδρο Σουχάρτο, το κύρος του οποίου είναι γνωστό" (L' Humanite 17 & 19/9/86).
Οι ευτυχισμένες αυτές μέρες φαίνεται, ωστόσο, πως πέρασαν ανεπιστρεπτί. Η οικονομική κρίση και τα νεοφιλελεύθερα οικονομικά μέτρα με τα οποία επιχειρείται η ανάσχεσή της (ρίχνοντας, ως συνήθως, τα βάρη στις πλάτες των ασθενέστερων τάξεων) από τη μια, η ύπαρξη μιας νέας γενιάς που δε βίωσε στο πετσί της το ολοκαύτωμα του 1965-66 (και έτσι τολμά να εξεγείρεται) από την άλλη, ήταν οι αποφασιστικοί παράγοντες που συνέβαλαν στην τωρινή έκρηξη. Οι μέρες του στρατηγού Σουχάρτο στο τιμόνι της χώρας είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μετρημένες. Το πρόβλημα, όμως, για τους ιθύνοντες της Δύσης δεν είναι τόσο η αντικατάστασή του όσο η απουσία ενός φερέγγυου -κι επαρκώς συντηρητικού- αντικαταστάτη. Επικαλούμενες το επαπειλούμενο "χάος", οι "σοβαρές" αμερικανικές κι ευρωπαϊκές εφημερίδες εναποθέτουν ήδη τις ελπίδες τους στο στρατό, συστήνοντας την επιβίωση μιας ανανεωμένης Νέας Τάξης χωρίς τον εμπνευστή της.
Συζητήσιμο βέβαια αν οι εξεγερμένοι Ινδονήσιοι έχουν -κι αυτοί- την ίδια γνώμη...

 

Τα ματωμένα ρεκόρ του καθεστώτος

Ο στρατηγός Σουχάρτο δεν είναι ένας τυχαίος τριτοκοσμικός δικτάτορας. Η άνοδός του στην εξουσία, το 1965-66, συνοδεύτηκε από το μεγαλύτερο λουτρό αίματος της ψυχροπολεμικής περιόδου. Απαντώντας σε μια αρκετά σκοτεινή απόπειρα πραξικοπήματος από αριστερίζοντες αξιωματικούς, οι ένοπλες δυνάμεις της Ινδονησίας εξαπέλυσαν μια εκστρατεία εξολόθρευσης της βάσης του τοπικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΡΚΙ) που, με 3 εκατομμύρια μέλη και 17 εκατομμύρια συνοδοιπόρους το 1963, ήταν το μεγαλύτερο μη-κυβερνητικό ΚΚ στον κόσμο.
"Σε λιγότερο από ένα χρόνο", υπενθυμίζει σχετικά πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, "σκοτώθηκαν από μισό μέχρι ένα εκατομμύριο άτομα. Το φαινόμενο δεν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση στην υποτιθέμενη εσχάτη προδοσία του ΡΚΙ. Ενθαρρύνθηκε, οργανώθηκε και διεξήχθη από τον ινδονησιακό στρατό και από παρακρατικές οργανώσεις που δρούσαν με την υποστήριξη ή την ανοχή των στρατιωτικών" (Indonesia and East Timor. Power and Impunity", Σεπτ.1994, σ.16). Ανάμεσα στα θύματα της σφαγής συγκαταλέγονται επίσης πολλές χιλιάδες μέλη της κινέζικης μειονότητας και πλήθος "απαιτητικοί" αγρεργάτες των τσιφλικιών.
Μια λεπτομέρεια του όλου μακελειού καταγράφεται σε αφιέρωμα του Time της εποχής (15/7/66). Βρισκόμαστε στο Κεντίρι, μια πόλη 250.000 κατοίκων που "πριν το πραξικόπημα ήταν κατά 60% κομμουνιστική": "Σύμφωνα με τον ιμάμη, η σφαγή ήταν `ιερός πόλεμος', είπε δε στους πιστούς ότι σκοτώνοντας κομμουνιστές εξυπηρετούσαν τόσο το κράτος όσο και τη θρησκεία. Το εκκλησίασμα ανταποκρίθηκε στην έκκλησή του τραβώντας 25.000 κομμουνιστές έξω από τα σπίτια τους. Πολλοί αποκεφαλίστηκαν και τα κεφάλια τους καρφώθηκαν σε παλούκια έξω από τις πόρτες των σπιτιών τους, για να τα βλέπουν οι χήρες και τα παιδιά τους. Τόσο πολλά πτώματα ρίχτηκαν στον ποταμό Μπράντας, ώστε ο πληθυσμός φοβάται ακόμα να φάει ψάρια"...
Μη νομιστεί, πάντως, ότι η φρικιαστική αυτή περιγραφή περιείχε έστω και το παραμικρό σημάδι αποδοκιμασίας: στο τέλος του άρθρου, το Time δε διστάζει να χαρακτηρίσει τα γεγονότα σαν "τα καλύτερα νέα που είχε η Δύση εδώ και χρόνια από την Ασία"!
Η εξύμνηση του ινδονησιοακού ολοκαυτώματος υπήρξε, άλλωστε, κοινός τόπος για τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς της Δύσης. Για τον "έγκυρο" αρθρογράφο των N.Y. Times, Τζέιμς Ρέστον, λχ, "η βάρβαρη μεταστροφή της Ινδονησίας" συνιστούσε "μίαν αχτίδα φωτός στην Ασία" (19/6/66). Εξίσου σαφής υπήρξε ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Αλέξις Τζόνσον ("η ανάσχεση της κομμουνιστικής πλημμυρίδας στην Ινδονησία συνιστά ίσως το αποφασιστικότερο σημείο τομής στην εξέλιξη της Ασίας τούτη τη δεκαετία"), ενώ ο Αυστραλός πρωθυπουργός Χάρολντ Χολντ προτίμησε το μπλακ χιούμορ: "Με 500.000 ή 1.000.000 συμπαθούντες τους κομμουνιστές που στάλθηκαν στον άλλο κόσμο", δήλωσε τον Ιούλιο του 1966 στη Ν.Υόρκη, "σκέπτομαι πως είναι λογικό να παραδεχθούμε πως αληθινά έλαβε χώραν ένας αναπροσανατολισμός"...

(Ελευθεροτυπία, 16/5/1998)

www.iospress.gr