Αστυνομική ανάπλαση στην Ανω Πόλη

"Η βίλα Βαρβάρα, μάθαμε, είναι κάποιο εγκαταλειμμένο σπίτι στα Εξάρχεια, όπου συχνάζουν νεαροί περιθωριακοί."
           
("ΤΑ ΝΕΑ", 6/5/98)

Δεν χρειάζεται και ειδική ευφυΐα για να καταλάβει κανείς ότι για τα περισσότερα απ' όσα συμβαίνουν, οι λεγόμενοι καθημερινοί άνθρωποι δεν έχουν ιδέα περί τίνος πρόκειται. Και αν ακόμα προσπαθήσουν να μάθουν, τα ΜΜΕ τις δικές τους εκδοχές για τα γεγονότα θα τους δώσουν. Και πολύ συχνά, τη δική τους άγνοια θα μεταφέρουν. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε -πανηγυρικά, που λέμε- στην Ανω Πόλη της Θεσσαλονίκης, στις 23 Απριλίου και τις μέρες που ακολούθησαν.
Το ξημέρωμα της προπερασμένης Τρίτης, 150 πάνοπλοι άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων της Αστυνομίας, υπάλληλοι του δήμου Θεσσαλονίκης και ο απαραίτητος δικαστικός λειτουργός παρατάχθηκαν σε θέση μάχης. Εζωσαν μεθοδικά, βάσει σχεδίου, το κατειλημμένο παλιό σχολείο της οδού Κρίσπου 7 -τη βίλα Βαρβάρα, δηλαδή- και στις 7 και τέταρτο ακριβώς, σπάζοντας τις πόρτες, αιφνιδίασαν τον "εχθρό". Το αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό κέντρο, όπως το έλεγαν οι πολλές εκατοντάδες φίλοι και επισκέπτες του, εκείνη την ώρα φιλοξενούσε 13 νέους και έναν 80χρονο γείτονά τους, ο οποίος τον τελευταίο μήνα ζούσε μαζί τους, από τότε που κάηκε το κονάκι του.
Φανερά ικανοποιημένες οι δυνάμεις της τάξεως, συνέλαβαν τους ενοίκους και άρχισαν να ερευνούν προσεκτικά το χώρο. Σε λίγα λεπτά όλα έγιναν φύλλο και φτερό. Τα επόμενα 24ωρα κάποιοι εργολάβοι άρχισαν να καταστρέφουν το κτίριο από κάτω προς τα πάνω, ενώ άγρυπνες διμοιρίες των ΕΚΑΜ παραφύλαγαν σ' όλη την περιοχή του Κουλέ-Καφέ. Στα λίγα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου οι Θεσσαλονικείς διάβασαν ότι "με την αστραπιαία επέμβαση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων έληξε η τετράχρονη κατάληψη ενός διατηρητέου κτιρίου στην Ανω Πόλη. Η βίλα Βαρβάρα είχε κατοικηθεί αυθαίρετα από νεαρούς, οι οποίοι εμπόδιζαν τα έργα συντήρησης και αναπαλαίωσης που είχε προγραμματίσει ο δήμος Θεσσαλονίκης" ("Αγγελιοφόρος", 24.4).
Ο ανύποπτος αναγνώστης θα ανακουφίστηκε. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, θα σκέφτηκε: Και οι αναρχοαυτόνομοι εξαρθρώθηκαν και η Ανω Πόλη θα αναβαθμιστεί. Η συμπρωτεύουσα μπαίνει στο δρόμο της πολεοδομικής ανάπλασης. Οι εργολάβοι, με τους κρουνούς των επιδοτήσεων και των "δημοσίων επενδύσεων" θα κάνουν χρυσές δουλειές. Σε λίγο τα "καστρόπληκτα" και τα κάθε είδους "διατηρητέα" της Ανω Πόλης θα κατοικηθούν από νέους νεόπλουτους και οι σημερινοί κάτοικοι θα αναζητούν μια καινούρια, προφανώς φτηνή και υποβαθμισμένη, γειτονιά.

"Εκσυγχρονισμός"

Μαρξισμός για αρχαρίους, θα πείτε. Ο εκσυγχρονισμός ή θα γίνει υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου, ή δεν θα υπάρξει ποτέ! Αυτό έλειπε. Μερικές εκατοντάδες νεαρών είναι δυνατόν να αμφισβητούν και να περιορίζουν τους μηχανισμούς παραγωγής κέρδους, τους νόμους της αγοράς και την "έννομη τάξη" γενικότερα; Γίνεται στο χάραμα του 21ου αιώνα, τμήματα της κοινωνίας να προπαγανδίζουν ιδέες κοινοκτημοσύνης και ορισμένες πρωτοποριακές ομάδες νέων να διαχειρίζονται -εν ονόματι τέτοιων αρχών- δημόσιους χώρους; Προφανώς, ο καταναλωτής των μεγάλων δελτίων "ειδήσεων", θα εντυπωσιαζόταν -πιθανόν και να τρόμαζε- αν μάθαινε ότι υπάρχουν όντως τέτοιοι άνθρωποι και τέτοιες ιδέες ζωντανές, και μάλιστα, λίγο πιο κάτω από το σπίτι του.
"Δεν είχαμε φασαρίες με τους καταληψίες", μας είπαν οι κάτοικοι της περιοχής. "Οργάνωναν εκδηλώσεις, είχαν φτιάξει δανειστική βιβλιοθήκη, στο προαύλιο τα παιδιά μας έπαιζαν μπάλα. Από τις κινηματογραφικές προβολές και τις συναυλίες εξοικονομούσαν χρήματα και μ' αυτά διόρθωναν όσο μπορούσαν το εγκαταλειμμένο κτίριο". "Το κτίριο ήταν έτοιμο να πέσει και τα παιδιά το φρόντιζαν", έλεγαν όλοι οι γείτονες. Ούτε ένας δεν ισχυρίστηκε κάτι διαφορετικό. Αλλωστε, τον περασμένο Σεπτέμβρη όλη η Ανω Πόλη είχε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αντιληφθεί ότι με κέντρο τη βίλα Βαρβάρα, είχε ανοίξει μια ουσιαστική κριτική συζήτηση για την "ανάπλαση" της περιοχής τους. Με συστηματικό τρόπο οι καταληψίες εξηγούσαν τις τάσεις που αναπτύσσονταν στους κόλπους της τοπικής εξουσίας μετά και την "εμπειρία" της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Μιλούσαν για τους φτωχούς της πόλης, τους νέους, τους άεργους και τους άνεργους. Δεν δόξαζαν τον πολιτισμό του Κοσμόπουλου, ή τον αγριανθρωπισμό των ελληνοχριστιανών που δηλητηριάζουν τη ζωή των ανθρώπων.
Εστω -θα πείτε- αλλά ο δήμαρχος υπόσχεται να το φτιάξει κούκλα το κτίριο, και να το αποδώσει στο λαό, και απ' ό,τι φαίνεται δεν επιθυμεί την περαιτέρω δίωξη των καταληψιών. Δυστυχώς, για τους καλοπροαίρετους και εύπιστους πολίτες, ούτε αυτό είναι αλήθειας:

Ανοιξε η όρεξη

"Ο δήμος ισχυρίζεται πως το κτίριο θα μετατραπεί σε γυμναστήριο, ΚΑΠΗ και κέντρο χορήγησης μεθαδόνης. Συγχρόνως!", διαβάζουμε σε ένα κείμενο διαμαρτυρίας που ήδη υπογράφουν χιλιάδες Θεσσαλονικείς. "Παρόλα αυτά, μέλη του δημοτικού συμβουλίου καταγγέλλουν πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως μελέτη για τη χρήση του κτιρίου. Παρόλα αυτά, πριν δύο χρόνια ο δήμος έκλεισε το κέντρο νεότητας της γειτονιάς, την 'Ολυμπιάδα', με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν κονδύλια. Παρόλα αυτά, στην πλατεία Κουλέ- Καφέ υπάρχει ένα κτίριο που εδώ και δύο δεκαετίες έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο και όμως αφήνεται να ρημάξει, όπως ρήμαξε και τελικά γκρεμίστηκε ένα ακόμα διατηρητέο της οδού Θεοφίλου, απέναντι μάλιστα από τα γραφεία της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Οι πασίγνωστες καταγγελίες για τις μίζες και τα σκάνδαλα της Πολιτιστικής αποκαλύπτουν πόσο ειλικρινές είναι το ενδιαφέρον του δήμου για το κτίριο της οδού Κρίσπου 7. Αυτό που ενδιέφερε το δήμο Θεσσαλονίκης, ήταν να εξαφανιστεί η Βίλα Βαρβάρα γιατί, ανάμεσα στα άλλα, ήταν και εμπόδιο στις ορέξεις των μεγαλοεργολάβων για την Ανω Πόλη. Τα έργα δεν είναι από ενδιαφέρον για τη γειτονιά, αλλά για να ροκανίσουν τις επιδοτήσεις. Ηδη ακούγεται ότι γνωστός επιχειρηματίας έχει εκφράσει το ενδιαφέρον του για να στεγάσει τα γραφεία της εταιρείας του. Φτάνει πια η κοροϊδία".
Μιλώντας με τους παλαιότερους του κινήματος των καταλήψεων άδειων σπιτιών στην Θεσσαλονίκη, καταλαβαίνουμε ότι η αντιπαράθεση δεν έληξε. Η μάχη χάθηκε, όχι όμως κι ο πόλεμος. Για αυτούς, η βίλα Βαρβάρα συνδέθηκε με τη ζωή τους. Και όπως έδειξε και η διαδήλωση των 800 ανθρώπων την 28η Απριλίου, δεν είναι λίγοι, ούτε απομονωμένοι."Η κατάληψη θα υπάρχει κάθε μέρα, στη μνήμη μας, όπως τα πρόσωπα που αγαπήσαμε και χάσαμε. Θα ζεί και θα υπάρχει κάθε μέρα, σε κάθε αγώνα για μια αυτόνομη και χωρίς εξουσία κοινωνία. Είναι πια κομμάτι της ψυχής μας και θα έχει για πάντα τη θέση της εκεί. Ολα συνεχίζονται".
Απόψε στις 8, εκεί κοντά, στην πλατεία Κουλέ-Καφέ, όσοι θέλετε μπορείτε να δείτε, να ακούσετε και να μιλήσετε με τους καταληψίες και τους υποστηριχτές τους. Θα υπάρχουν μουσικές και ομιλίες. Κοντά και ο παλαίμαχος συνδικαλιστής Γιάννης Ταμτάκος, που έχει ζήσει όλους τους κοινωνικούς αγώνες της πόλης από το '20. Σήμερα είναι με τη βίλα Βαρβάρα.

(Στο ρεπορτάζ συνεργάστηκε η Ιωάννα Σωτήρχου)

Δεν χτυπάμε ό,τι είναι διαφορετικό

Δεν νομίζω ότι επιλέχθηκε τυχαία η χρονική στιγμή για την πρωτοφανή αστυνομική επιχείρηση "εκκαθάρισης" της Βίλας Βαρβάρα, χωρίς μάλιστα σύμφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Οι νέοι που εκδιώχθηκαν από εκεί, διέσωσαν κατ' αρχήν το εγκαταλελειμμένο κτίριο από τη φθορά και την κατάρρευση. Το συντήρησαν όσο καλύτερα μπορούσαν και με δικά τους έξοδα το κράτησαν ζωντανό, κατοικώντας μέσα σ' αυτό για πολλά χρόνια, με σεβασμό και αξιοπρέπεια.
Πέρα όμως από την κάλυψη του κοινωνικού προβλήματος της στέγασης ορισμένων νέων, η Βίλα Βαρβάρα έγινε σταδιακά χώρος ενός εναλλακτικού τρόπου έκφρασης, που δεν σημαίνει ότι πρέπει να συντριβεί επειδή είναι απλώς διαφορετικός.
Πολιτικές συζητήσεις, κινηματογραφικές ταινίες, μουσικά φεστιβάλ, εκθέσεις βιβλίων και κάθε είδους πολιτιστικές εκδηλώσεις μετέτρεψαν ένα άδειο κτίριο σε πολιτιστικό στέκι, λειτουργώντας έξω από τις παγιωμένες συνήθειες της ελεγχόμενης και συμβατικής παραγωγής πολιτισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρα από μερικές φυσιολογικές τριβές μεταξύ γειτόνων, δεν παρουσιάστηκαν επί τόσα χρόνια σοβαρά προβλήματα ή ενόχληση στους κατοίκους της περιοχής.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει αυτό τον καιρό στη διάθεσή του πολλά κτίρια στην Ανω Πόλη. Πέρα από τα έξοδα που απαιτούνται για τις απαραίτητες ανακαινίσεις, προσπαθεί πολλές φορές να επινοήσει χρήσεις και δραστηριότητες για να αξιοποιήσει τα κτίρια αυτά. Δεν τίθεται επομένως θέμα έλλειψης τέτοιου είδους χώρων για τις ανάγκες του Δήμου στην περιοχή και επομένως δεν αιτιολογείται η επιμονή της Διοίκησης και η πίεση προς την αστυνομία για την εκκένωση του κτιρίου. Αλλά και η ίδια η αστυνομία θα έπρεπε να περιμένει την εντολή του Δημοτικού συμβουλίου και να αποφύγει επιχειρήσεις εντυπωσιασμού εκατοντάδων αστυνομικών απέναντι σε ελάχιστους νεαρούς που δεν είχαν καμία διάθεση, ούτε λόγο, να αντισταθούν.
Οι νέοι, με τις διαφορετικές αλλά και πρωτοποριακές τους ιδέες, αποτελούν το μέλλον της πόλης. Το μέλλον αυτό πρέπει να το διαφυλάξουμε με διάλογο, κατανόηηση και ευθύνη. Και η ευθύνη αυτή βαραίνει πρωτίστως την τοπική πολιτική ηγεσία.

Σπύρος Βούγιας
(Καθηγητής συγκοινωνιολόγος, Δημοτικός Σύμβουλος Θεσσαλονίκης)
 

(Ελευθεροτυπία, 9/5/1998)

www.iospress.gr