Το νέο ψευτοδίλημμα της κυβερνητικής προπαγάνδας

 

Κρίση ή σκάνδαλα;


Από πολλούς τηλεοπτικούς αναλυτές και πολιτικά στελέχη ακούγεται αυτό τον καιρό το ίδιο μονότονο παράπονο. Πώς είναι δυνατόν, μας λένε, η χώρα μας να ασχολείται με τα σκάνδαλα, ενώ όλες οι άλλες σοβαρές ευρωπαϊκές χώρες αναζητούν τρόπους για να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια οικονομική κρίση; Το επιχείρημα ακούγεται βέβαια κυρίως από κυβερνητικά χείλη, και ακολουθεί την εκστρατεία που κήρυξε ο πρωθυπουργός με την περίφημη δήλωση περί Κολοσσαίου.

Αλλά στον ίδιο συλλογισμό καταφεύγουν και οι μόνιμοι θαυμαστές των προηγμένων ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίοι δε χάνουν ευκαιρία να οικτίρουν την Ψωροκώσταινα και να αποδίδουν τη σκανδαλολογία σ' αυτή την καθυστέρηση του πολιτικού μας συστήματος.

Η προφανής σκοπιμότητα αυτών των τοποθετήσεων είναι ότι έτσι υποχρεώνονται οι εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης να απολογούνται για την επιμονή τους στη διερεύνηση των σκανδάλων. Αλλά η ουσία αυτής της επιχειρηματολογίας είναι εντελώς λανθασμένη. Γιατί το είδος, το περιεχόμενο και η αντιμετώπιση αυτών των σκανδάλων είναι σημάδια μιας προηγμένης, εκσυγχρονισμένης και ώριμης ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Είναι κοινός τόπος της σύγχρονης κοινωνιολογικής ανάλυσης ότι αυτού του είδους τα σκάνδαλα κυριαρχούν στην πολιτική ζωή των φιλελεύθερων δυτικών δημοκρατιών μετά από τη δεκαετία του 60. Οι λόγοι έχουν κατ' επανάληψη αναλυθεί. Ο Τζων Τόμσον αποδίδει αυτή την εξέλιξη σε πέντε παράγοντες: 1) Την αυξανόμενη έκθεση σε δημοσιότητα των πολιτικών ηγετών, 2) τις μεταβολές στις τεχνολογίες της επικοινωνίας και της παρακολούθησης, 3) τις μεταβολές στην κουλτούρα της δημοσιογραφίας, 4) τις μεταβολές στην πολιτική κουλτούρα και 5) την αυξανόμενη νομική ρύθμιση της πολιτικής ζωής («Πολιτικά σκάνδαλα στην εποχή της εικόνας», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004 σ. 149-150).

Και είναι δείγμα ύψιστης υποκρισίας να διαμαρτύρονται για την προβολή των σκανδάλων οι ίδιοι που πασχίζουν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει πλέον Δεξιά και Αριστερά και ότι σημασία έχουν οι δήθεν ουδέτερες «προτάσεις» και η «καταλληλότητα» του εκάστοτε διαχειριστή. Αλλά αν δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές στην πολιτική, τότε είναι απόλυτα φυσικό να ασχολούνται οι πολίτες με τα προσωπικά χαρακτηριστικά των πολιτικών στελεχών: την ηθική τους ακεραιότητα, τις παρεκτροπές τους, ακόμα και την οικογένειά τους.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η ίδια η κρίση για την οποία τόσο κόπτονται οι πολιτικοί αναλυτές των βραδινών δελτίων έχει απόλυτη σχέση με τα σκάνδαλα που φτάνουν ή δεν φτάνουν στη Βουλή. Οι υποθέσεις των ομολόγων ή του χρηματιστηρίου, λ.χ., ήταν μικρογραφίες της παγκόσμιας κρίσης που ξεκίνησε από τη φούσκα των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Αλλά και το Βατοπέδι ή η Siemens σχετίζονται με τη μεταφορά κρατικού πλούτου στον ιδιωτικό τομέα (με το αζημίωτο φυσικά) και την υποκατάσταση του κοινωνικού κράτους από τη διαπλοκή πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Κοινό στοιχείο της κρίσης και αυτών των σκανδάλων είναι βέβαια το περιβάλλον θεοποίησης της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης.

Αν δεν μπορούμε, λοιπόν, ή δεν θέλουμε να κατανοήσουμε (και να αναθεωρήσουμε) τους μηχανισμούς που προκάλεσαν αυτά τα αλυσιδωτά σκάνδαλα, ας μην περιμένουμε να βρούμε αντίδοτο στη μεγάλη κρίση.

 

(Ελευθεροτυπία, 9/5/2009)

 

 

www.iospress.gr