Ο διάλογος για την παιδεία είναι ήδη κλειστός

 

Ε, όχι και tabula rasa


Το γνωστό παιχνίδι του «παπά» θυμίζει για ακόμα μια φορά η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Με ταχυδακτυλουργικό τρόπο εξαφανίζει όλα τα προβλήματα της εκπαίδευσης και υποδεικνύει πάλι ως κομβικό ζήτημα τον τρόπο εισαγωγής των αποφοίτων του Λυκείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν χάνει ευκαιρία ο κ. Αρης Σπηλιωτόπουλος να επαναλαμβάνει ότι προτείνει έναν διάλογο που ξεκινά από άγραφο πίνακα, tabula rasa. «Οταν ξεκινάς ένα διάλογο», επέμενε και την περασμένη Τρίτη στον Flash, «πρέπει ο διάλογος αυτός να μην έχει προδιαγεγραμμένες κατευθύνσεις. Ο χάρτης, δηλαδή, που θα μας καθοδηγήσει σε μια πορεία πρέπει να είναι λευκός, χωρίς συγκεκριμένες προειλημμένες αποφάσεις». Αλλά η βασική απόφαση που καθορίζει τη σημερινή σχέση δευτεροβάθμιας-τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ήδη «προειλημμένη» και κανένας λόγος δεν γίνεται από την κυβερνητική πλευρά για να αρθεί. Αναφερόμαστε φυσικά στη θέσπιση της «βάσης του 10» ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την είσοδο των υποψηφίων στην ανώτατη εκπαίδευση. Αυτή η ρύθμιση της κυρίας Γιαννάκου έγινε δεκτή το 2006 ως περίπου αυτονόητη και μάλιστα χαιρετίστηκε από μερίδα του Τύπου ως μέτρο
αναβάθμισης της ποιότητας των σπουδών.

Σήμερα γνωρίζουμε βέβαια ότι καμιά «αναβάθμιση» δεν προέκυψε από την εφαρμογή του μέτρου. Η μόνη πραγματική της συνέπεια ήταν το κλείσιμο πολλών περιφερειακών τμημάτων ΤΕΙ και βέβαια η δραστική μείωση του αριθμού των εισακτέων.

Μ' άλλα λόγια η κυβέρνηση της Ν.Δ. ανακάλυψε έναν εύκολο τρόπο να εφαρμόσει καθεστώς «απορρύθμισης» στην εκπαίδευση και να καταργήσει σιωπηρά τον σταθερό αριθμό των εισακτέων (numerus clausus), ο οποίος συνδέεται με το χαρακτήρα των γενικών κοινών εξετάσεων.

Η θεσμοθέτηση της «βάσης 10» στηρίζεται σε μια χοντρή παραπλάνηση. Οι εφημερίδες που πρωτοστάτησαν στην εφαρμογή του μέτρου επικαλέστηκαν το ενδεχόμενο να εισάγονται σε κρίσιμες σχολές των ΑΕΙ και να γίνονται π.χ. γιατροί ή μηχανικοί, μεθητές με χαμηλή βαθμολογία. Ομως τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει. Είναι γνωστό και επιβεβαιώνεται κάθε χρόνο ότι σ' αυτές τις σχολές ο ανταγωνισμός των υποψηφίων επιτρέπει την είσοδο μόνο στους αριστούχους. Από την άλλη μεριά, όταν διαγωνίζονται στα ίδια ακριβώς θέματα υποψήφιοι για τις σχολές αυτές και ταυτόχρονα υποψήφιοι για περιφερειακά ΤΕΙ σε ειδικά τμήματα εφαρμοσμένων επιστημών, είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο η απόκλιση της βαθμολογίας να υπερβαίνει
στα όριά της το μισό της κλίμακας.

Ο διάλογος του κ. Σπηλιωτόπουλου είναι λοιπόν εξαρχής υπονομευμένος. Και το θέμα δεν είναι αν «αντέχουν τα Πανεπιστήμια να πάρουν περισσότερους», όπως αναρωτήθηκε στην ίδια συνέντευξη ο υπουργός, αλλά να σταματήσει η κατάργηση τμημάτων ΤΕΙ με το άλλοθι των «κακών επιδόσεων» των υποψηφίων.

Η εφαρμογή της «βάσης» επιτρέπει στην κυβέρνηση να μειώνει ανενόχλητη την κρατική χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και ταυτόχρονα να εξοικονομεί κάποια κονδύλια από τα περιφερειακά ιδρύματα προς τα κεντρικά, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση των πρυτανικών τους αρχών. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση κλείνει το μάτι στα προσφιλή της ιδιωτικά κολέγια: εκεί θα στραφούν αναγκαστικά όσοι απορρίπτονται μ' αυτό τον άδικο τρόπο.
 

(Ελευθεροτυπία, 21/2/2009)

 

 

www.iospress.gr