Εκσυγχρονισμός προς τα πίσω στα ΑΕΙ

 

Εισαγωγικές διά «συνεντεύξεων»;


Ο «επαναπροσδιορισμός» (διάβαζε: δραστική περιστολή) του πανεπιστημιακού ασύλου κι η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ αναμένεται ν' αποτελέσουν τις νέες «μεταρρυθμίσεις» που η κυβέρνηση Καραμανλή φιλοδοξεί να εισαγάγει στο εκπαιδευτικό σύστημα το επόμενο διάστημα. Και για το μεν άσυλο, το τόσο συκοφαντημένο, τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Η ουσιαστική κατάργησή του πιθανότερο είναι να πολλαπλασιάσει στην πράξη τη βία στο εσωτερικό των πανεπιστημίων. Οπως έχουμε εξηγήσει παλιότερα, στους πανεπιστημιακούς χώρους κατά τη διάρκεια επεισοδίων βρίσκουν καταφύγιο όχι μόνο οι γνωστοί «μπαχαλάκηδες» αλλά και χιλιάδες φοιτητές, που υπό άλλες συνθήκες θα κατέληγαν μαζικά στις κλούβες, τα δικαστήρια και τα νοσοκομεία. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που δημοσιεύσαμε στην «Ε» (3/3/2007) είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττα επ' αυτού.

Εξίσου προβληματική είναι ωστόσο η συζήτηση και για το άλλο σκέλος των «μεταρρυθμίσεων» - την αντικατάσταση των σημερινών πανελλαδικών εξετάσεων με κάποια απροσδιόριστη «εσωτερική διαλογή» των μελλοντικών φοιτητών από τα ίδια τα ΑΕΙ. Από τη στιγμή που κανείς δεν εισηγείται την απόλυτα ελεύθερη πρόσβαση των φοιτητών στη σχολή της αρεσκείας τους και την κατάργηση του numerus clausus, ένας κάποιος κατανεμητικός μηχανισμός των εισακτέων στις επιμέρους σχολές είναι αναπόφευκτος. Κι όσο πιο «απρόσωπος» είναι αυτός, τόσο μεγαλύτερα εχέγγυα αντικειμενικότητας διαθέτει. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι ενιαίες εισαγωγικές εξετάσεις σε πανελλήνια κλίμακα θεσπίστηκαν για πρώτη φορά το 1964 από την κυβέρνηση Παπανδρέου, ακριβώς ως μέσο «εκδημοκρατισμού της ανώτερης Παιδείας». «Για πρώτη φορά παιδιά μελών κυβερνήσεως ελληνικής απέτυχαν στις εξετάσεις τις εισαγωγικές στα πανεπιστήμια», τόνιζε χαρακτηριστικά ο αρχιτέκτονας της τότε μεταρρύθμισης Ε. Παπανούτσος [«Πανσπουδαστική, τχ. 49 (1.1966), σ.10]. Οσο κι αν η «αξιοκρατία» αυτή δεν είναι εντελώς ταξικά ουδέτερη, προστατεύει ωστόσο τους υποψήφιους φοιτητές από τις πιο χυδαίες εκφάνσεις της ρουσφετολογικής συναλλαγής που συναντάμε π.χ. κατά κόρον στους διορισμούς στο Δημόσιο.

Η μεταφορά της επιλογής στο εσωτερικό των ΑΕΙ θα έχει, ως εκ τούτου, δυο αρνητικές συνέπειες. Από τη μια, θα διαλύσει κάθε εναπομείνασα συλλογικότητα στο χώρο των πανεπιστημιακών, μια μερίδα των οποίων θα καθορίζει μονομερώς (όχι μόνο το ρυθμό σπουδών των φοιτητών αλλά και) την ίδια τη δυνατότητα του κάθε νέου να σπουδάσει ή όχι. Είναι προφανές ότι μια τέτοια διακριτική ευχέρεια θα πολλαπλασιάσει τα κρούσματα διαφθοράς στο εσωτερικό των ΑΕΙ, μεταφέροντας απλώς ένα τμήμα των πόρων που δαπανώνται σήμερα στα φροντιστήρια σε «φακελάκια» προς όσους θελήσουν ν' αξιοποιήσουν με το αζημίωτο τα νέα δεδομένα. Από την άλλη, οι φοιτητές θα «οφείλουν» την εισαγωγή τους στους καθηγητές που τους «πρόσεξαν» και τους «επέλεξαν» - κι όχι στην (αντικειμενικά πιστοποιημένη) ατομική επίδοσή τους σ' έναν αδιάβλητο διαγωνισμό. Η επαναφορά αυτή ενός «ακαδημαϊκού φεουδαρχισμού» στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι ήδη ορατή στον τρόπο οργάνωσης των μεταπτυχιακών. Οι συνέπειες δε της γενίκευσής της θα είναι οπωσδήποτε καταλυτικές όσον αφορά το φοιτητικό κίνημα και την πιθανότητα αμφισβήτησης οποιασδήποτε εξουσίας, εντός και εκτός ΑΕΙ.
 

(Ελευθεροτυπία, 17/1/2009)

 

 

www.iospress.gr