Μέρες του «βρόμικου 2008»
 

"Η κυβέρνηση δεν συναλλάσσεται με κανέναν"
    
  (Θεόδωρος Ρουσόπουλος, 15/1/2008)

Μόνιμη επωδός των δηλώσεων πολλών σχολιαστών και στελεχών της αντιπολίτευσης είναι η διαπίστωση ότι κατάφερε η κυβέρνηση με επιδέξιο χειρισμό να μετατρέψει την υπόθεση Ζαχόπουλου από πολιτικό σκάνδαλο σε ενδοδημοσιογραφική διένεξη και πόλεμο εκδοτικών συμφερόντων. Και περίπου υπονοούν ότι πέσαμε όλοι στην παγίδα του τετραπέρατου Ρουσόπουλου, ο οποίος κινεί τα νήματα για να ξεφύγει η κυβέρνηση από τη δύσκολη θέση.

Οσο όμως περνούν οι μέρες τόσο περισσότερο αποδεικνύεται ότι ούτε οι δημοσιογράφοι είναι αμέτοχοι του σκανδάλου ούτε ο ανταγωνισμός των εκδοτών και των καναλαρχών είναι τεχνητός. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Το πραγματικό σκάνδαλο που αναδύεται από την υπόθεση είναι ακριβώς η σκοτεινή διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με φορείς των μέσων ενημέρωσης. Και ευτυχώς που υπάρχει αυτή η ενδοδημοσιογραφική σύγκρουση, διότι μόνο χάρη σ' αυτήν έρχονται στο φως όσα και οι δυο πλευρές θα ήθελαν να παραμείνουν στο σκοτάδι.

Βλέπουμε σήμερα να επαναλαμβάνεται το σκηνικό που είχε δημιουργηθεί στη χώρα πριν από περίπου μια εικοσαετία, γύρω από την υπόθεση που έχει μείνει στην ιστορία ως σκάνδαλο Κοσκωτά. Ηταν και τότε ο ανταγωνισμός των μέσων ενημέρωσης που οδήγησε στην αποκάλυψη. Αλλά και το πολιτικό σκηνικό έχει αρκετές ομοιότητες. Μια φθαρμένη κυβέρνηση, μια αδύναμη αντιπολίτευση, ένας πρωθυπουργός σε αμηχανία, περιστοιχισμένος από ανθρώπους που καταγγέλλονταν ως συμμέτοχοι σε κάθε λογής συναλλαγές.

Και βέβαια στο φόντο της υπόθεσης ήταν και πάλι μια ροζ ιστορία, την οποία πρόβαλλε με προθυμία μερίδα του Τύπου. Δεν έλειπε και η νέα εφημερίδα που έφερνε αρκετές καινοτομίες στο χώρο του Τύπου και διεκδικούσε μεγάλο μέρος της αγοράς. Ηταν τότε οι «24 Ωρες», που εμφανίστηκαν ως το ελληνικό αντίγραφο της αμερικανικής «USA Today» και απείλησαν με την πλούσια και ιλουστρασιόν εμφάνισή τους τις παλιομοδίτικες εφημερίδες της εποχής. Και, δυστυχώς, ήταν και τότε οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας εκείνης που είχαν πάρει στα χέρια τους την υπεράσπιση του «αυτοδημιούργητου» τραπεζίτη και εκδότη τους.

Το μόνο στοιχείο που έλειπε ήταν η αναφορά σε μεγάλα χρηματικά ποσά και η συναλλαγή των «νέων τζακιών» του Τύπου με την κυβέρνηση, όπως συνέβαινε τότε με το άρμεγμα της Τράπεζας Κρήτης από τον Κοσκωτά. Και έρχεται τώρα ο κ. Τριανταφυλλόπουλος να καρφώσει τον συνεταίρο του, ότι δρούσε κάτω απ' το βάρος μιας «μαύρης τρύπας» 5 εκατομμυρίων ευρώ που βρέθηκαν σε λογαριασμό του από τις υπηρεσίες ελέγχου του υπουργείου Οικονομικών.

Η υπόθεση Κοσκωτά είχε χάπι εντ. Η ροζ πλευρά του λύθηκε με την αποκατάσταση του κοριτσιού που είχε διασυρθεί. Η πέτρα του σκανδάλου, ο δαιμόνιος τραπεζίτης, πήγε στη φυλακή, ενώ τα ιμάτιά του διαμοιράστηκαν σε άφθαρτους επιχειρηματίες (από την «Καθημερινή» μέχρι τον Ολυμπιακό). Το πολιτικό σκηνικό αναδιατάχτηκε. Κατάφερε επιτέλους να γίνει πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης, αλλά στη συνέχεια επανήλθε δικαιωμένος και ο Ανδρέας. Οσο για τις τράπεζες, αυτές ξεκίνησαν από τότε μια συνεχή αύξηση της κερδοφορίας τους. Οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν βέβαια τα μέσα ενημέρωσης που ξαφνικά βρέθηκαν με τη χρυσοφόρο ιδιωτική τηλεόραση στα χέρια τους.

Δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι η ευτυχής αυτή επίλυση της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης θα επαναληφθεί. Η γιγάντωση των μέσων ενημέρωσης και η αποδυνάμωση των πολιτικών κομμάτων αντιστρέφει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Οι πολιτικοί εκβιασμοί τείνουν να καταστούν ο κανόνας. Η δήθεν «αποκαλυπτική» δημοσιογραφία βγάζει τη γλώσσα στο πολιτικό προσωπικό και απειλεί ανοιχτά. Εργολάβοι και υπεργολάβοι εκβιασμών εμφανίζονται με δημοσιογραφικό προσωπείο και προβάλλουν τον ατομικό κυνισμό τους ως πρότυπο πολιτικής συμπεριφοράς. Εκατομμύρια ευρώ εκσφενδονίζονται ως λάσπη από το ένα τηλεοπτικό παράθυρο στο άλλο. Τα πολιτικά κόμματα παρακολουθούν αμήχανα, προσέχοντας να μη στενοχωρήσουν κανέναν από τους μεγαλοπαράγοντες των μέσων ενημέρωσης. Η κυβέρνηση γράφει και ξαναγράφει το μονόπρακτο που παίχτηκε στο «Βυζαντινό». Και η μόνη ελπίδα μας είναι να μάθουμε από τον Μάκη για τον Θέμο και από τον Θέμο για τον Μάκη.

 

(Ελευθεροτυπία, 19/1/2008)

 

 

www.iospress.gr