Αλλά ο χειμώνας στη Φλώρινα διαρκεί
 


 "Ο πρωθυπουργός και η σύζυγός του παρακολούθησαν τα μεσάνυχτα το άναμμα της μεγάλης φωτιάς"
    
(«ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», 27/12/2006)

Τη Φλώρινα επέλεξε για τη χριστουγεννιάτικη ανάπαυλα ο πρωθυπουργός. Τον είδαμε να στέκει οικογενειακώς μπροστά στην εντυπωσιακή φωτιά που ανάβει κάθε χρόνο ο Δήμος στην Πλατεία Ηρώων της πόλης την παραμονή των Χριστουγέννων.

Παράξενο έθιμο αυτό με τις φωτιές στη Φλώρινα. Ερμηνείες υπάρχουν πολλές και άλλοι τόσοι αυθαίρετοι μύθοι. Το σίγουρο είναι ότι το συναντάμε κυρίως στο χωριά των ντόπιων κατοίκων, και μάλιστα ακόμα και σε πολύ νοτιότερες και ανατολικές περιοχές της Μακεδονίας -σταματώντας ακριβώς εκεί όπου αρχίζει η παραδοσιακή γηγενής ελληνοφωνία. Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι το ίδιο ακριβώς έθιμο διατηρείται και στην άλλη πλευρά των συνόρων, στη Δημοκρατία χωρίς Ονομα. Βέβαια στην ΠΓΔΜ οι φωτιές ανάβουν δύο βδομάδες αργότερα, διότι η Εκκλησία εκεί ακολουθεί το παλιό ημερολόγιο.

Ούτως ή άλλως, το έθιμο έχει ασφαλώς προχριστιανικές ρίζες και παγανιστική προέλευση, αλλά όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα παρόμοια, «εκχριστιανίστηκε», δηλαδή άρχισε να συνδέεται στη φαντασία των λαογράφων με τις φωτιές που άναβαν δίπλα στη φάτνη του Χριστού οι βοσκοί για να ζεσταθούν. Τα τελευταία χρόνια το έθιμο των φωτιών της Φλώρινας αναδείχτηκε στο βασικό τουριστικό αξιοθέατο της περιοχής και βέβαια κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει τη «χριστιανική» και «εθνική» του καταγωγή. Είμαστε πολύ μακριά από το 1992, όταν ο (ακμαίος ακόμα) μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης κατήγγειλε ως «ειδωλολατρικό» και «αμαρτωλό» το έθιμο των φωτιών και καλούσε το ποίμνιό του να «απόσχει τοιούτων ειδωλολατρικών εορτών». Σε εγκύκλιό του τα Χριστούγεννα του 1992, ο Καντιώτης θύμιζε ότι «το έθιμον αυτό δεν είναι χριστιανικόν αλλά καθαρώς ειδωλολατρικόν. Τέτοιες φωτιές, που κατεδίκασαν τοπικαί και οικουμενικαί σύνοδοι της Εκκλησίας άναβαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας οι ειδωλολάτραι».

Επιμείναμε στον Καντιώτη και στα λεγόμενά του, που ηχούν απλώς γραφικά στις μέρες μας, για να θυμίσουμε τη δυσκολία που συνάντησε αυτή η περιοχή των συνόρων να ζήσει κι αυτή τη δική της μεταπολίτευση. Ακόμα και το 1992 αντιμετώπιζε προβλήματα που στην υπόλοιπη Ελλάδα είχαν αρχίσει να εκλείπουν από τη δεκαετία του '50 και σίγουρα εξαφανίστηκαν μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Δυστυχώς, στην περιοχή εκείνη μέχρι και σήμερα αναπαράγονται κατάλοιπα του εμφύλιου πολέμου. Σημαντικότερο παράδειγμα, η εξαίρεση των πολιτικών προσφύγων που κατάγονται από ντόπια χωριά της Δυτικής Μακεδονίας από το νόμο που επιτρέπει τον επαναπατρισμό. Δεν είναι -λέει- «Ελληνες το γένος». Και απαγορεύεται ακόμα και η απλή είσοδός τους στη χώρα, η ολιγόωρη επίσκεψη στα χωριά που γεννήθηκαν, το σμίξιμο με τους συγγενείς τους (που είναι βέβαια «Ελληνες το γένος»). Πρόκειται για μια από τις τραγικότερες συνέπειες του Εμφυλίου και τις πιο κυνικές μορφές επίδειξης της ισχύος του βαθέος κράτους.

Αυτά όλα θα μπορούσε να τα πληροφορηθεί ο πρωθυπουργός μπροστά στη θαλπωρή της τεράστιας φωτιάς στην Πλατεία Ηρώων. Θα μπορούσε να τα μάθει από τον οικογενειακό του φίλο, τον τοπικό βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Νίκο Κορτσάρη. Θα του τα έλεγε και ο νεοεκλεγείς νομάρχης (επίσης της Νέας Δημοκρατίας) Ιωάννης Βοσκόπουλος, ο οποίος στηρίχτηκε ιδιαίτερα στην «ντόπια» καταγωγή του. Η επίλυση του προβλήματος των τελευταίων αυτών προσφύγων έχει απολύτως ωριμάσει στην τοπική κοινωνία. Οι μόνοι που αντιδρούν είναι οι κατ' επάγγελμα υπερεθνικόφρονες και τα κατάλοιπα των «υπηρεσιών» που αλώνιζαν μισό αιώνα στην περιοχή.

 

(Ελευθεροτυπία, 30/12/2006)

 

 

www.iospress.gr