Το μυστικό της κυρίας Τάουνσεντ

 

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της ΑΔΑΕ και μικρής μερίδας του Τύπου, η υπόθεση των υποκλοπών αρχίζει να ξεχνιέται. Το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο των τελευταίων ετών σιγά σιγά «αρχειοθετείται». Η συγκάλυψη που ξεκίνησε από το Μάρτιο του 2005 ολοκληρώνεται με την απόσυρση του θέματος από την επικαιρότητα και τη σιβυλλική γνωμοδότηση του κ. Διώτη για τον ανεξιχνίαστο ακόμα θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη.

Μετά την αποκάλυψη της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (14/5/06) για τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξε η Ελληνοαμερικανίδα Φράνσις Φράγκος Τάουνσεντ στην υπόθεση και για τις αλλεπάλληλες συναντήσεις της με τον κύριο Βουλγαράκη και την κυρία Μπακογιάννη την επίμαχη περίοδο, δεν υπήρξε καμιά κυβερνητική αντίδραση, παρά μόνο μια επιστολή διάψευσης της υπουργού Εξωτερικών, στην οποία ανέφερε ότι οι συναντήσεις της με την κυρία Τάουνσεντ (υπεύθυνη τότε του Λευκού Οίκου για την τρομοκρατία) αφορούσαν τη λειτουργία της πόλης των Αθηνών κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο κ. Βουλγαράκης δεν έδωσε κάποιες εξηγήσεις. Χωρίς απάντηση έμεινε και η αποκάλυψη του τηλεγραφήματος του Ασοσιέτεντ Πρες, στο οποίο εκδηλωνόταν η αγωνία της ελληνικής κυβέρνησης να στήσει μηχανισμό τηλεφωνικών υποκλοπών για κινητά και σταθερά τηλέφωνα τις παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων.

Από την αμερικανική πλευρά δεν υπήρξε καμιά επίσημη αντίδραση. Ωστόσο είχαμε ένα ενδιαφέρον σχόλιο από πρώην αξιωματούχο των ΗΠΑ, ο οποίος είναι σε θέση να γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας της αμερικανικής κυβέρνησης: «Το άρθρο σας εστιαζόταν σε ένα κρίσιμο ερώτημα, αν δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση υπήρξε εκούσιος συνεργός στην υπόθεση των υποκλοπών. Δεν έχω απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, αλλά η υπόθεσή σας δεν αντιφάσκει με κανένα από τα δεδομένα που γνωρίζω. Οσο για την Φράνσις Τάουνσεντ, πρόκειται για μια προσωπικότητα με περιφερειακό μόνο ρόλο. Σ’ αυτή την υπόθεση, οι προσωπικότητες έχουν μικρότερη σημασία από την σταθερή πεποίθηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ ότι η Ελλάδα δεν διέθετε τη νομική και τεχνική υποδομή για να αντιμετωπίσει τις (ομολογουμένως καθαρά υποθετικές) τρομοκρατικές απειλές».

Παρατηρούμε ότι τόσο ο πρώην αξιωματούχος των ΗΠΑ, όσο και η κυρία Μπακογιάννη στην απάντησή της δείχνουν να υποβαθμίζουν το ρόλο της κυρίας Τάουνσεντ. Παρόμοια αντίδραση υπήρξε και από ορισμένα ελληνικά μέσα ενημέρωσης που έσπευσαν να θολώσουν την αποκάλυψη του «Ιού», αναφέροντας και άλλους αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Μήπως λοιπόν κάναμε λάθος; Μήπως παρεξηγήσαμε τις συχνές συναντήσεις της στην Αθήνα και την Ουάσιγκτον με εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης;

Λυπούμαστε, αλλά όλα τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις αρχικές μας πληροφορίες. Η κυρία Τάουνσεντ δεν είχε μόνο την ειδίκευση σε ζητήματα υποκλοπών, αλλά ήταν εκείνη την περίοδο ο άνθρωπος για τις «βρόμικες δουλειές» της κυβέρνησης Μπους. Οπως αποκαλύφθηκε σε δημοσίευμα της USA Today (17/6/04), η κυρία Τάουνσεντ επισκέφτηκε με εντολή του Μπους τις φυλακές Αμπού Γκράιμπ στη Βαγδάτη το φθινόπωρο του 2003 και ζήτησε από τους υπεύθυνους των ανακρίσεων να εντείνουν την πίεσή τους στους κρατούμενους Ιρακινούς, έτσι ώστε να υπάρξουν «αποτελέσματα». Από εκείνη την περίοδο ξεκίνησαν τα βασανιστήρια των κρατουμένων που αποκαλύφτηκαν στις αρχές του 2004 και προκάλεσαν το διεθνές σκάνδαλο.

Την αποκάλυψη αυτή έκανε ο αντισυνταγματάρχης Στίβεν Τζόρνταν στην ένορκη κατάθεσή του προς την επιτροπή του αμερικανικού στρατού που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Τζόρνταν ήταν υπεύθυνος ανακρίσεων στη φυλακή Αμπού Γκράιμπ εκείνη την περίοδο.

Μετά την αποκάλυψη, η κυρία Τάουνσεντ υποχρεώθηκε να παραδεχτεί ότι επισκέφτηκε τις φυλακές το Νοέμβριο του 2003 και ότι την «ξενάγησε» ο Τζόρνταν. Οπως ήταν αναμενόμενο, βέβαια, αρνήθηκε ότι τον πίεσε για σκληρότερες ανακρίσεις και ισχυρίστηκε ότι πήγε «για ενημέρωση».

 

(Ελευθεροτυπία, 15/7/2006)

 

 

www.iospress.gr