Το πραγματικό σκάνδαλο

«Ηρθε η δικαίωση για τους δύο ολυμπιονίκες μας»
                 («Πρωταθλητής», 27/6/2006)
 

Τελικά, η υπόθεση Κεντέρη-Θάνου-Τζέκου εξακολουθεί να διχάζει τους αναλυτές και να δοκιμάζει τη λογική μας. Ο τρόπος που επιτεύχθηκε ο συμβιβασμός μεταξύ των δύο αθλητών και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Στίβου (IAAF) επιτρέπει στον καθένα να βλέπει το αποτέλεσμα θετικό για τη μία ή την άλλη πλευρά. Αυτό συμβαίνει σε κάθε συμβιβασμό και ενισχύεται από το γεγονός ότι μέσα στους όρους που συμφωνήθηκαν, ήταν και η απόλυτη μυστικότητα για τις λεπτομέρειες της διαπραγμάτευσης.

Από το σημείο, όμως, αυτό, μέχρι το να πανηγυρίζουν (έστω και σε χαμηλούς τόνους) όσοι υποστήριζαν από το καλοκαίρι του 2004 ότι όλα οφείλονται σε μια τεράστια διεθνή συνωμοσία και ότι τώρα οι δύο αθλητές «αθωώθηκαν» ή και «δικαιώθηκαν», η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Ο συμβιβασμός ήταν στην πραγματικότητα μια πλήρης ομολογία ενοχής των αθλητών. Από νομική άποψη, ήταν ένας διακανονισμός από αυτούς που προβλέπει το αμερικανικό δικαστικό σύστημα: ο κατηγορούμενος αποδέχεται την ενοχή του και η κατηγορούσα Αρχή φροντίζει να πέσει στα «μαλακά».

Ολα αυτά είναι γνωστά, αλλά κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει όποιον θέλει να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο. Εκείνο που είναι εντελώς απαράδεκτο, είναι οι θριαμβολογίες των εκπροσώπων του ΣΕΓΑΣ, οι οποίοι δεν διστάζουν να θεωρούν τους εαυτούς τους δικαιωμένους, παρά το γεγονός ότι ο συμβιβασμός της Λοζάνης τούς αφήνει απολύτως εκτεθειμένους. Ο πρόεδρος της ελληνικής ομοσπονδίας Βασίλης Σεβαστής θέλησε να σχετικοποιήσει την ομολογία ενοχής, μιλώντας αορίστως για «παραδοχή κάποιων παραβιάσεων των κανονισμών ντόπινγκ», ενώ ο πρόεδρος της Δικαστικής Επιτροπής του ΣΕΓΑΣ Κώστας Παναγόπουλος που απήλλαξε τους δύο αθλητές τον Μάρτιο του 2005, συμπέρανε ότι «όπως αποδείχθηκε, κρίναμε ορθά». Λες και δεν καταλαβαίνουν ότι οι δύο αθλητές παραδέχτηκαν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου ότι διέπραξαν αυτές ακριβώς τις παραβιάσεις, για τις οποίες θεωρήθηκαν αθώοι από την ελληνική ομοσπονδία!

Ακόμα πιο ενθουσιώδης ο σύλλογος στον οποίο ανήκουν οι δύο αθλητές: «Ο Ολυμπιακός και τα εκατομμύρια των οπαδών και φίλων του δίκαια πανηγυρίζουν για την αποκατάσταση της τιμής των Ολυμπιονικών μας».

Το μήνυμα που δίνεται από την ομοσπονδία και τον σύλλογο είναι ότι δεν συνέβη τίποτα: εφόσον τους κοροϊδέψαμε τους κουτόφραγκους και δεν μας βρήκαν πουθενά για να μας ελέγξουν, είμαστε καθαροί. Η υπόδειξη προς τους νέους αθλητές είναι σαφής: αν μπορείτε να ξεφύγετε από τους ελέγχους, κάντε ό,τι θέλετε. Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, αυτό που εισηγούμαστε ως μοναδικό μέτρο αντιμετώπισης του ντόπινγκ: πρέπει να τιμωρούνται οι σύλλογοι περισσότερο από τους αθλητές και οι ομοσπονδίες περισσότερο από τους συλλόγους. Μόνο τότε θα ξανασκεφτούν αν πρέπει να θριαμβολογούν και να τιμούν τους αθλητές που ομολογούν ότι απέφευγαν τους ελέγχους.

Εχουμε ξαναγράψει ότι, ούτως ή άλλως, το πραγματικό σκάνδαλο στην υπόθεση Κεντέρη-Θάνου-Τζέκου δεν είναι όλα αυτά που αποτέλεσαν το αντικείμενο της δικαστικής διαμάχης στα αθλητικά και ποινικά δικαστήρια- ούτε το κρυφτούλι με τους «ιπτάμενους» ελεγκτές της WADA ούτε η φαρσοκωμωδία του τροχαίου με τη μοτοσικλέτα. Η ουσία της υπόθεσης είναι η σχέση των Ελλήνων πρωταθλητών -μέσω του προπονητή τους- με την υπόθεση της Balco, δηλαδή του μεγαλύτερου διεθνούς σκανδάλου ντόπινγκ των τελευταίων δεκαετιών, που στοίχισε τον αποκλεισμό 14 αθλητών παγκόσμιας κλάσης, χωρίς κανείς ποτέ απ' αυτούς να έχει βρεθεί θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ.

Η δικογραφία που έχει σχηματιστεί στις ΗΠΑ εναντίον των πρωταγωνιστών της υπόθεσης αναφέρεται με σαφήνεια στην ελληνική πτυχή του σκανδάλου, που δεν περιορίζεται στους δύο αθλητές και στον προπονητή τους. Αυτά όλα δεν φαίνεται να ενδιαφέρουν κανέναν στην Ελλάδα. Μας αρκεί ότι βάλαμε και πάλι τα σκουπίδια κάτω από το χαλί και «δικαιωθήκαμε» όλοι μαζί, αποδεικνύοντας ότι θριάμβευσε και πάλι το ελληνικό δαιμόνιο που εκφράζει ο κ. Τζέκος.  

 

(Ελευθεροτυπία, 1/7/2006)

 

 

www.iospress.gr