Σίριαλ με θερμά επεισόδια

«Τσαμπουκάς Τούρκων με μήνυμα»
                 («Τα Νέα», 24/5/06)

 

Η σύγκρουση των δύο πολεμικών αεροσκαφών στα ανοιχτά της Καρπάθου μας θύμισε με τραγικό τρόπο ότι όσα βήματα κι αν έχουν γίνει στην κατεύθυνση μιας ειρηνικής διευθέτησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στην πραγματικότητα δεν έχουμε απομακρυνθεί από την εύθραυστη κατάσταση του «μη πολέμου». Είναι αλήθεια ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει η τελευταία δεκαετία, θα ήταν δύσκολο για τις πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών να κρατήσουν τους χαμηλούς τόνους, όπως συνέβη το μεσημέρι της Τρίτης. Δυστυχώς, όμως, αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει από στιγμή σε στιγμή, όσο συνεχίζονται οι καθημερινές αερομαχίες στο Αιγαίο και όσο Ελλάδα και Τουρκία στηρίζουν την εθνική τους στρατηγική στους υπερεξοπλισμούς, που τις έχουν καταστήσει τους καλύτερους πελάτες των μεγάλων εμπόρων όπλων.

Ηδη οι χαιρέκακες Κασσάνδρες και των δύο πλευρών προφητεύουν θερμό καλοκαίρι, ενώ δεν προβλέπεται καμιά πρωτοβουλία για να σταματήσει ή τουλάχιστον να περιοριστεί αυτή η αδιέξοδη μάχη του Αιγαίου που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε χειρότερο επεισόδιο. Η ελληνική στρατηγική που χαράκτηκε από τις κυβερνήσεις Σημίτη και συνεχίζεται από την κυβέρνηση Καραμανλή αρκείται στην υποστήριξη της αμφίβολης ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, με την ελπίδα ότι ο «εξευρωπαϊσμός» της Τουρκίας θα λύσει τον γόρδιο δεσμό των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ομως τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα. Οπως αποδείχτηκε το περασμένο φθινόπωρο στη σύνοδο κορυφής των 25, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (και μαζί τους η Ελλάδα) απ' τη μια καλούν την Τουρκία στην Ενωση και απ' την άλλη καθησυχάζουν την κοινή γνώμη των χωρών τους, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Ολες οι κυβερνήσεις λες και κρυφοθαύμαζαν την Αυστρία, τη μόνη που αντιδρούσε ανοιχτά, κρατώντας τα στίφη των αγρίων μπροστά στα τείχη της Βιέννης, όπως τότε, το ευλογημένο 1683! Με το ένα χέρι υπέγραφαν τη συμφωνία και με το άλλο υποδείκνυαν τις δυσκολίες του εγχειρήματος, επικαλούνταν το αρνητικό κλίμα στο επίπεδο της κοινής γνώμης και προφήτευαν δημοψηφίσματα στο τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η τελική απόφαση συνοδεύτηκε από μια τεράστια προπαγάνδα εναντίον της Τουρκίας, η οποία δεν εκπορευόταν από τα ξενόφοβα ακροδεξιά κόμματα, αλλά από τις ίδιες τις κυβερνήσεις ή τις αξιωματικές αντιπολιτεύσεις. Χαρακτηριστική η κρατική γαλλική τηλεόραση που τις πιο κρίσιμες ώρες της διαπραγμάτευσης μετέδιδε ρεπορτάζ από το «εξπρές του μεσονυκτίου» των τουρκικών φυλακών, προετοιμάζοντας με παράξενο τρόπο το γαλλικό κοινό για τον νέο εταίρο.

Και βέβαια, στην πρώτη θέση του ενδιαφέροντος των μέσων ενημέρωσης βρέθηκαν και πάλι οι σφυγμομετρήσεις που επιβεβαιώνουν το αναμενόμενο: ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η πλειοψηφία των πολιτών διαφωνεί με την προοπτική της τουρκικής ένταξης. Για μα ακόμα φορά, η Ε.Ε. κινδυνεύει στο τέλος του χρόνου να βρεθεί μπροστά σε ένα νέο φιάσκο σαν κι εκείνο του Ευρωσυντάγματος. Τότε αναδείχτηκε ο στείρος συγκεντρωτισμός της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας που διστάζει να προχωρήσει σε βήματα πολιτικής ενοποίησης και εκδημοκρατισμού. Τώρα κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί το άλλοθι των φοβικών ανακλαστικών της κοινής γνώμης για να ακυρωθεί μια πολιτική κίνηση που υποτίθεται ότι έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά για την ευρωπαϊκή «μεγάλη ιδέα».

Αλλά αν για την Ε.Ε. το ενδεχόμενο ναυάγιο της σύμπραξης με την Τουρκία σημαίνει μία ακόμα στρατηγική αποτυχία, για την Ελλάδα θα στοιχίσει πολύ περισσότερα. Ηδη ο ελληνικός πολιτικός κόσμος έχει ξαναβάλει το ζήτημα στο επίκεντρο του κομματικού ανταγωνισμού. Η μεθοδευμένη «έκρηξη» για την υποψηφιότητα της κυρίας Καρά Χασάν μάς έδειξε ότι αυτοί που ονόμασε «Ελληνες Γκρίζους Λύκους» ο Λεωνίδας Κύρκος στην εκδήλωση μνήμης για τον Ανδρέα Πολιτάκη καραδοκούν να υπονομεύσουν με κάθε τρόπο την ύφεση στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Αλλά αν αποτύχει η ευρωτουρκική προσέγγιση και ανατεθεί η «λύση» του προβλήματος στο «βαθύ κράτος» των δύο χωρών, το αποτέλεσμα είναι προδιαγραμμένο.

 

(Ελευθεροτυπία, 27/5/2006)

 

 

www.iospress.gr