Το ελληνικό βαθύ κράτος

«Δεν θέλω να τη βλέπω μπροστά μου την κυρία αυτή»
                 (Μ. Τριανταφυλλόπουλος για κυρία Καρά Χασάν, Alpha, 14/5/06)

 

Δεν άντεξε ούτε μια βδομάδα η δήθεν ανεκτική, δήθεν σύγχρονη και δήθεν ευρωπαϊκή ελληνική κοινωνία τη θετική προβολή μιας υποψηφιότητας από το χώρο της δυτικοθρακικής μειονότητας. Μέσα σε λίγες μέρες το πάνω χέρι πήρε και πάλι η υπόγεια προπαγάνδα των ελληναράδων και η υπόθεση γύρισε ανάποδα. Μια αυτονόητη επιλογή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να διευκολύνει όσους θα καλόβλεπαν ένα νέο στημένο θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως εκείνο των Ιμίων. Οσο για την ίδια τη μειονότητα, εκεί που είχαν αρχίσει να σταθεροποιούνται τα θετικά βήματα που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, βλέπει σήμερα να αμφισβητείται και πάλι η ίδια της η ύπαρξη στο ελληνικό έδαφος.

Γιατί τι άλλο παρά αμφισβήτηση της ύπαρξής της είναι όλες αυτές οι δηλώσεις ελληνοπρέπειας που ζητούνται από τους εκπροσώπους της; Κάνουν όλοι ότι δεν καταλαβαίνουν ότι η χώρα καταγωγής ενός μειονοτικού πολίτη έχει ιδιαίτερη θέση στη «συνείδησή» του, όπως και η χώρα στην οποία ζει και είναι πολίτης. Φυσικά, το κατανοούν πολύ καλά όταν πρόκειται για Ελληνοαμερικανούς ή για Βορειοηπειρώτες. Αλλά η μειονότητα σέρνει ακόμα πίσω της τη ρετσινιά του «εθνικώς ύποπτου», του «εσωτερικού εχθρού» και του «πράκτορα».

Φάνηκε, λοιπόν, πολύ γρήγορα ότι κι εκείνοι που δήθεν αγκάλιασαν την υποψηφιότητα Καρά Χασάν περίμεναν πώς και πώς να ελέγξουν με ερωτήματα- παγίδες τα φρονήματά της. Αυτό δηλαδή που έκαναν από την πρώτη στιγμή ο νομάρχης Θεσσαλονίκης και ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης έσπευσε να το μιμηθεί η πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης σε λίγες μέρες. Για να δικαιολογήσουν την τούμπα, φρόντισαν πρώτα να επιτεθούν στον βουλευτή της Ν.Δ. Αχμέτ Ιλχάν. Του καταλόγισαν παρουσία στο τουρκικό κοινοβούλιο, αλλά κυρίως του απέδωσαν ότι υπογράφει ένα «προκλητικό μανιφέστο», το οποίο υποτίθεται ότι «απειλεί με εξέγερση».

Για να τεκμηριωθεί το «έγκλημα» του βουλευτή χρειάστηκαν βέβαια και δυο μικρές λαθροχειρίες. Επισημάνθηκε ότι οι υπογράφοντες αναφέρονται στη «μητέρα πατρίδα μας Τουρκία» και αποσιωπήθηκε ότι αυτή η αναφορά γίνεται σε συνδυασμό με την «πατρίδα μας Ελλάδα». Αλλά αυτή η αναφορά είναι συστατικό στοιχείο της μειονότητας, όπως και ο χαρακτηρισμός της ως τουρκομουσουλμανικής. Καταγγέλθηκε επίσης από τα κανάλια το σημείο του κειμένου όπου αναφέρεται ότι «οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης μπορούν να καταφύγουν σε αγώνες άλλων τύπων» και παραλείφθηκε η συνέχεια: «Πάντα όμως σε δημοκρατικά πλαίσια». Με άλλα λόγια, το κείμενο αυτό διαμαρτυρίας ήταν πολύ λιγότερο «εμπρηστικό» από τις γνωστές αντιδράσεις για την εφαρμογή του Καποδίστρια. Αλλά κανείς δεν διανοήθηκε να αμφισβητήσει την εθνικοφροσύνη του κ. Ζουράρι και των μιμητών του.

Μετά τον κ. Ιλχάν, σειρά είχε η κυρία Καρά Χασάν. Ακολουθώντας τις οδηγίες του κ. Ψωμιάδη, άρχισαν οι δημοσιογράφοι να της υποβάλλουν ερωτήσεις για τη γενοκτονία των Ποντίων, για να τη φέρουν σε δύσκολη θέση. Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος το είπε καθαρά: «Θέλω να ξέρω αν είναι Καρά Χασάν ή Καρα-Τουρκάλα η κυρία αυτή στη σκέψη της». Και επειδή η αστυνομία της σκέψης δεν είναι και τόσο αποτελεσματική, βρέθηκε ο τρόπος μέτρησης της ελληνοφροσύνης: «Είναι ελληνικά αυτά που μιλάει η κυρία Καρά Χασάν;». Ο Παναγιώτης Παναγιώτου επισήμανε στον συνομιλητή του ότι είναι ρατσιστική η παρατήρησή του και τότε τα πήρε όλα η μπάλα. Και το ΠΑΣΟΚ («άθλιο κόμμα») και τα στελέχη του («λαμόγια», «λωποδύτες») και τον πρόεδρό του που κι αυτός «δεν μιλάει καλά ελληνικά». Αρα κι αυτός «εθνικώς ύποπτος», συμπληρώνουμε εμείς.

Δεν φτάνει να απορριφθούν οι εκπρόσωποι της μειονότητας. Πρέπει να δυσφημιστούν και όσοι διανοούνται να τους δώσουν κάποιο χώρο πολιτικής έκφρασης πέρα από τα ασφυκτικά όρια που προβλέπει ο ανταγωνισμός των μυστικών υπηρεσιών της Ελλάδας και της Τουρκίας στον πολύπαθο χώρο της Δυτικής Θράκης. Δεν είναι λοιπόν προνόμιο της Τουρκίας το «βαθύ κράτος».

 

(Ελευθεροτυπία, 20/5/2006)

 

 

www.iospress.gr