Η ελευθερία του ισχυρού


Υπάρχει μια ηθελημένη παρανόηση που συνοδεύει την τεράστια διεθνή συζήτηση για τα σκίτσα του Μωάμεθ και τις ταραχές που ακολούθησαν. Την ελευθερία της έκφρασης επικαλέστηκαν όσα μέσα ενημέρωσης της Δύσης επέλεξαν να αναδημοσιεύσουν τα σκίτσα επιμένοντας ότι πρόκειται για θέμα αρχής. Αλλά η ελευθερία της έκφρασης και η υπεράσπισή της απέναντι σε κάθε λογοκρισία δεν έχει νόημα παρά μόνο ως υπεράσπιση μιας διωκόμενης, μειοψηφικής και «αιρετικής» άποψης. Αυτό το δικαίωμα -όπως και όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα- κρίνεται ανάλογα με την εξουσία που επιχειρεί να το καταπνίξει.

Αλλά τι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση; Η αντιδραστική δανέζικη εφημερίδα «Γίλαντς Πόστεν» που δημοσίευσε τα σκίτσα δεν εμπνεύστηκε εν κενώ την κακόγουστη σειρά. Είχε ένα σαφή στόχο: τη μουσουλμανική κοινότητα που ζει στη Δανία. Εμφανίστηκαν, δηλαδή, οι εκπρόσωποι της χριστιανικής πλειοψηφίας να περιγελούν μια μειονότητα, η οποία ήδη υφίσταται τον κοινωνικό αποκλεισμό. Το δημοσίευμα αυτό δεν υπήρξε τυχαίο. Ηταν το κερασάκι στην τούρτα μιας ρατσιστικής καμπάνιας που διεξήχθη καθ' όλη τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα στη χώρα και καθοδηγήθηκε από τον ίδιο το σημερινό πρωθυπουργό. Η Δανία της τελευταίας δεκαετίας δεν είναι η ανεκτική φιλελεύθερη κοινωνία που είχε μεταπολεμικά διαφημιστεί ως μέρος του σκανδιναβικού θαύματος. Η μουσουλμανική μειονότητα που ζει στη χώρα και φτάνει τις 200.000 έχει αντιμετωπίσει την άρνηση των αρχών να επιτρέψουν την ανέγερση ενός τζαμιού στην Κοπεγχάγη, ενώ ακόμα και τώρα δεν υπάρχει μουσουλμανικό νεκροταφείο στη χώρα.

Η δημοσίευση αυτών των σκίτσων δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενισχύει την πεποίθηση του ισλαμικού κόσμου ότι υφίσταται μια συνολική επίθεση από τη Δύση. Και η πεποίθηση αυτή δεν είναι βέβαια αβάσιμη, την περίοδο των μεγάλων Σταυροφοριών του κ. Μπους και της ανοιχτά ρατσιστικής αντιμετώπισης των μεταναστών και των λαών του Τρίτου Κόσμου. Σ' αυτά δεν έχει καμιά θέση η υπεράσπιση αρχών, όπως η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Φυσικά από κει και πέρα μπαίνουν στο χορό και οι κρατικές υπηρεσίες ορισμένων χωρών με ισχυρά φονταμενταλιστικά κινήματα. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν υπήρξε η αρχική σκόπιμη πρόκληση.

Ας μην παρεξηγηθούμε. Δεν εισηγούμαστε νόμους απαγόρευσης ή λογοκρισίες και δεν συμμεριζόμαστε τις απόψεις υπερπροστασίας των θρησκειών. Το αντίθετο, μάλιστα. Εχουμε από καιρό υποστηρίξει ότι πρέπει να καταργηθεί και στη χώρα μας η ποινικοποίηση της βλασφημίας.

Αλλά αυτό είναι άλλο και άλλο η προσβολή μιας μειονότητας που ήδη αποτελείται από πολίτες δεύτερης σειράς. Η υπόθεση δεν έχει καμιά σχέση με το χιούμορ. Ενα μικρό παράδειγμα: οι Εβραίοι διαθέτουν εξαιρετικό χιούμορ όταν αυτοσαρκάζονται, αλλά το χάνουν εντελώς όταν βλέπουν να τους ειρωνεύονται σε έντυπα όλου του κόσμου. Γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι τα στερεότυπα του «λαϊκού χιούμορ», όταν προέρχονται από «άλλους» που θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο, δεν διαφέρουν από τον ανοιχτό αντισημιτισμό. Για το λόγο αυτό η γελοιοποίηση του αντιπάλου είναι κλασικό όπλο της πολιτικής προπαγάνδας σε πολεμικές περιόδους. Αυτό που μας έχει μείνει από τον πόλεμο του '40 είναι ο «φουκαράς» και «μακαρονάς» Ντούτσε.

Την επιβεβαίωση ότι η υπόθεση δεν έχει καμιά σχέση με την ελευθερία της έκφρασης μας την έδωσε άθελά του ο ίδιος ο εμπνευστής των κακόγουστων σκίτσων. Ο υπεύθυνος του πολιτιστικού τμήματος της «Γίλαντς Πόστεν» θέλησε να σώσει τα προσχήματα μετά το διεθνή σάλο που προκάλεσε ο ίδιος και να επιδείξει όψιμη ανεξιθρησκία. Ανακοίνωσε, λοιπόν, ότι σκοπεύει να δημοσιεύσει αντιχριστιανικά και αντισημιτικά σκίτσα στην εφημερίδα, για να ισοσταθμίσει τα πράγματα. Το αποτέλεσμα ήταν να επέμβει ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας και να τον θέσει σε διαθεσιμότητα. Για να αποδειχθεί περίτρανα ότι η «ελευθερία κριτικής» των θρησκειών πρέπει να περιοριστεί στη γελοιοποίηση του Μωάμεθ.
 

 

(Ελευθεροτυπία, 11/3/2006)

 

www.iospress.gr