Οι χαμένες προσδοκίες

"Χαμηλές προσδοκίες το 2006"
       
("ΤΑ ΝΕΑ", 2/1/2006)

Με τη διαμόρφωση των νέων (αυξημένων) "αντικειμενικών τιμών" στα ακίνητα, την αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και την αναμενόμενη νέα αύξηση του ΦΠΑ κατά 1-2 ποσοστιαίες μονάδες σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής και της κατανάλωσης, η κυβέρνηση προχωρά ακάθεκτη στην ολοκλήρωση του "θατσερικού" μοντέλου της για την "οικονομική ανάπτυξη". Επιδιώκει τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κυρίως από την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και την είσπραξη όλο και περισσότερων κεφαλικών (λ.χ κατοικία, Ι.Χ) και έμμεσων φόρων (βασική κατανάλωση), περιορίζοντας, ωστόσο, περαιτέρω τη φορολόγηση των κερδών και των μερισμάτων (μείον 3%) των επιχειρήσεων, αφήνοντας έτσι ελεύθερες τις "δυνάμεις της αγοράς" να παραοικονομούν -να κινούνται ακόμα πιο άνετα, δηλαδή, στο χώρο της "μαύρης αγοράς", σε βάρος της πλειονότητας των (υπερχρεωμένων) εργαζομένων και των συνταξιούχων.

Παράλληλα με το εξοπλιστικό της πρόγραμμα να κινείται στα 5-6 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο (και για πολλά ακόμα χρόνια), η κυβέρνηση Καραμανλή δεν αφήνει κανένα περιθώριο για την προσμονή οποιασδήποτε επιπλέον δημόσιας δαπάνης υπέρ του λεγόμενου "κοινωνικού κράτους" (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση κ.λπ). Και όλα αυτά ενώ το ΑΕΠ συνεχίζει να αυξάνεται στην Ελλάδα με ρυθμό μεγαλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο εθνικό προϊόν να μειώνεται από 77% του ΑΕΠ το 1983 σε περίπου 64% σήμερα. Με λίγα λόγια ο δημόσιος και ευρύτερος δημόσιος τομέας (ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα και τη χρησιμότητά του) περιορίζεται, απαξιώνεται και φτωχαίνει, ταυτόχρονα με την απίσχανση των ανίσχυρων κοινωνικών στρώματων (που διευρύνονται σταθερά και οδυνηρά), πάντοτε υπέρ των οικονομικών ελίτ (εγχώριων και πολυεθνικών): Η Ελλάδα διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Το εισόδημα των 20% περισσότερο εύπορων Ελλήνων είναι περίπου έξι φορές υψηλότερο από το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων Ελλήνων. Ακόμα και οι χώρες της ευρωπαϊκής διεύρυνσης παρουσιάζουν μικρότερες ανισότητες από την Ελλάδα.

Το πραγματικό κόστος της εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, την τελευταία εικοσαετία, μειώθηκε κατά 11% περίπου. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ολοκληρώνεται η αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των κερδών του κεφαλαίου μέσω του μηχανισμού μειωμένης φορολόγησης (και προφανώς ανοχής της φοροδιαφυγής) των ανώτερων εισοδηματικών κατηγοριών. Σύμφωνα με ανάλυση των φορολογικών δηλώσεων που έγινε από το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, σε ένα σύνολο πέντε εκατομμυρίων δηλώσεων, μόνο 80.000 φορολογικές δηλώσεις εμφανίζουν ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο από 50.000 ευρώ το χρόνο. "Ετσι", γράφει στην Εκθεση του 2005 το ΙΝΕ, "διαπιστώνεται το μέγεθος της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής, καθώς και της συμβολής τους στην αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των ανωτέρων εισοδημάτων. Εξάλλου σε κάθε ευρώ που δαπανάται σήμερα από τον κρατικό προϋπολογισμό, τα 83 λεπτά χρηματοδοτούνται από τους μισθωτούς και συνταξιούχους -28 λεπτά από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και 55 λεπτά από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης".

Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Οτι η "ήπια προσαρμογή" εξελίσσεται (δυστυχώς) ανεμπόδιστα και ότι -παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα- "Οι οικονομικοί υπουργοί του κ. Καραμανλή κυβέρνησαν και παρακυβέρνησαν", όπως σημειώνει η "ΑΥΓΗ" (24/12/04), "και μάλιστα με βάση ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο συνοψίζεται ως εξής: Συρρικνώνουμε τον δημόσιο τομέα και τα δημόσια αγαθά, ψαλιδίζουμε τα εργασιακά δικαιώματα, προσφέρουμε γην και ύδωρ στο κεφάλαιο και παραλλήλως κάνουμε 'δημοσιονομική εξυγίανση' εις βάρος των εργαζομένων και μόνο. Και δυστυχώς, αυτό το σχέδιο θα συνεχίσει να εφαρμόζεται μεγαλοπρεπώς και το 2006".

Είναι απογοητευτικό που, καθώς φαίνεται, το οργανωμένο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να αντισταθεί, ακριβώς την εποχή που πέφτουν μία μετά την άλλη οι (όποιες) λαϊκές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης. Και είναι ακόμα πιο απογοητευτικό ότι οι απώλειες της κυβερνητικής παράταξης (από τη δυσαρέσκεια που γεννά η αντιλαϊκή πολιτική της) να προσμετρούνται υπέρ της ακροδεξιάς -επίσης νεοφιλελεύθερης- εκδοχής της.
 

(Ελευθεροτυπία, 7/1/2006)

 

www.iospress.gr