Βίοι Αγίων

"Εγώ θα άφηνα την Ιστορία να κρίνει"
       
(Κώστας Σκανδαλίδης, «Ελεύθερος Τύπος» 12.11.05)

Τελικά, ένας πρώην πρωθυπουργός δικαιούται ή όχι να μας αφήσει τη μαρτυρία του για όσα έζησε (και έπραξε) ως ηγέτης της χώρας; Η απάντηση δεν φαίνεται και τόσο αυτονόητη, αν λάβουμε υπόψη τα δημοσιεύματα για το βιβλίο του Κώστα Σημίτη. Η πρώτη μομφή που δέχτηκε ο συγγραφέας είναι ότι έσπευσε να κάνει αυτοπροσώπως τον απολογισμό της πρωθυπουργίας του, αντί ν' αφήσει αυτή τη δουλειά στους ιστορικούς του μέλλοντος.

Λυπούμαστε, αλλά η κριτική αυτή πάσχει από έλλειμμα ιστορικής μνήμης και βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης. Σχεδόν όλοι οι πρωθυπουργοί των τελευταίων δεκαετιών, όσοι δεν πέθαναν στο τιμόνι της εξουσίας, φρόντισαν να μας αφήσουν μια εξιστόρηση της δράσης τους που θα διασφαλίζει την υστεροφημία τους. Η διαφορά είναι ότι συνήθως (με εξαίρεση τον Γεώργιο Ράλλη και τους χουντικούς Κόλλια, Μαρκεζίνη κι Ανδρουτσόπουλο, που είχαν το θάρρος της υπογραφής τους) αυτή τη δουλειά την αναθέτουν σε τρίτους, ώστε ν' αποφύγουν την προσωπική ευθύνη για αμφιλεγόμενα συμπεράσματα και διατυπώσεις.

Ο Κων/νος Καραμανλής ο πρεσβύτερος έφτιαξε ολόκληρο Ιδρυμα για το ξεσκαρτάρισμα και την επιλεκτική δημοσίευση -ενώ ζούσε- ενός μέρους του αρχείου του. Οσο για τον Κων/νο Μητσοτάκη, αυτός πριν καν γίνει πρωθυπουργός είχε φροντίσει για τη δημοσίευση μιας τρίτομης αγιογραφίας του (πρακτική που επανέλαβε αργότερα, με την -επίσης δι' αντιπροσώπου- εξιστόρηση των πεπραγμένων του στο «Σκοπιανό»). Οσο για τον Ανδρέα Παπανδρέου, που λόγω συγκυρίας δεν πρόλαβε να προβεί σε παρόμοια τακτοποίηση, δυο διαφορετικά ιδρύματα έχουν αναλάβει μετά θάνατον να το κάνουν για λογαριασμό του.

Το κύριο πρόβλημα μ' αυτές τις έμμεσες αυτοβιογραφίες είναι ότι, φροντίζοντας πάνω απ' όλα για την υστεροφημία του βιογραφούμενου, έχουν όλα τα κακά της αγιογραφίας, χωρίς να διαθέτουν τη στοιχειώδη αυθεντικότητα των σκέψεων του ίδιου του πρωταγωνιστή της αφήγησης.

Τυπικό δείγμα η τρέχουσα επανέκδοση του «Αρχείου Καραμανλή» από την «Καθημερινή» και η συνοδευτική σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών του ομογάλακτου «Σκάι» για το ίδιο θέμα. «Κεντρικός στόχος» του εγχειρήματος, εξηγεί ένας από τους επιμελητές του (ο δημοσιογράφος Γ. Μαλούχος), είναι «να αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε την Ιστορία» των μεταπολεμικών δεκαετιών - και πρώτα και κύρια της κακόφημης οκταετίας 1955-63. Οσο για την προσωπική συμβολή του εκλιπόντος «εθνάρχη» σ' αυτή την απόπειρα ανακατασκευής της συλλογικής μνήμης, εξαιρετικά εύγλωττος είναι ο δεύτερος επιμελητής του έργου (ο πανεπιστημιακός Κ. Σβολόπουλος): «Στην επιθυμία του ν' αποκατασταθεί η ιστορία του καιρού του από την παραποίηση και την πλάνη», γράφει, «ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής περιέβαλε με στοργή και ενδιαφέρον την προσπάθεια αυτή», ως «πρωτοπόρος στον αγώνα κατά της παραπληροφόρησης, της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού» - ιδιότητες που προφανώς ανήκουν στους επικριτές του παρακράτους, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, των ξερονησιών και της πανταχού παρούσας σκιάς του χωροφύλακα.

Μια γεύση γι' αυτή την καταπολέμηση της «παραπληροφόρησης» παίρνουμε από το χειρισμό πασίγνωστων (κι επαρκέστατα τεκμηριωμένων, με αδιάσειστα ντοκουμέντα πλέον) γεγονότων, όπως οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961 ή ο επιτελικός σχεδιασμός της παρακρατικής δραστηριότητας που κορυφώθηκε με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Και στις δύο περιπτώσεις, το «Αρχείο Καραμανλή» αναπαράγει απλώς τη δημόσια προπαγάνδα της τότε ΕΡΕ. Θα ήταν απείρως πιο ενδιαφέρον αν ο εκλιπών πρωθυπουργός μάς είχε αφήσει από πρώτο χέρι τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το πιο ενδιαφέρον τμήμα του «Αρχείου» του αφορά τα δικά του (άγνωστα) κείμενα των χρόνων της «αυτεξορίας» -όταν πρόσφερε στη χούντα τις καλές του υπηρεσίες για μια ελεγχόμενη μετάβαση σ’ ένα διατεταγμένο κοινοβουλευτισμό, δίχως «πρόωρες» εκλογές ή άλλα δημοκρατικά ρίσκα, που θα ολοκλήρωνε τη θεραπευτική παρέμβαση του παπαδοπουλικού «γύψου»...

 

(Ελευθεροτυπία, 19/11/2005)

 

www.iospress.gr