Η γοητεία της απόστασης

"Η εξέγερση στη Γαλλία επεκτείνεται"
       
(«Ελεύθερος Τύπος», 7/11/05)

Ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές -13 μέρες μετά το ξέσπασμα των γκέτο στις γαλλικές πόλεις-, η δημοσιογραφική κάλυψη των εν λόγω γεγονότων από τα ελληνικά ΜΜΕ ήταν σε γενικές γραμμές, πέρα από κάθε προσδοκία, άψογη. Η κοινωνική ευαισθησία και η πολιτική ωριμότητά τους έφτασε σε αξιοζήλευτα επίπεδα. Προγραμματίστηκε ακόμα και η έκτακτη προβολή της προφητικής ταινίας «Το Μίσος», του Ματιέ Κασοβίτς. Ούτε καν ο συντηρητικός ελληνικός Τύπος δεν υιοθέτησε λέξη από την εκδοχή της γαλλικής μπουρζουαζίας, τη ρητορική της «Ευρώπης Φρούριο» για τις συγκρούσεις και την καταστολή τους και οπωσδήποτε καταδίκασε απερίφραστα την ακροδεξιά γραμμή Σαρκοζί για τα «κοινωνικά αποβράσματα» και τις «εγκληματικές μαφίες» που επιδίδονται τα βράδια σε «βανδαλισμούς» κατά των νομοταγών Γάλλων.

Τουναντίον, όλα τα ρεπορτάζ και οι σχετικές αναλύσεις υπογράμμιζαν τις κοινωνικές και πολιτικές αφετηρίες αυτής της εξέγερσης: «Ανεργία και ρατσισμός, οι αιτίες», σημείωνε σε κύριο άρθρο της «Η Χώρα». «Κύρια αιτία αυτής της μεγάλης αναταραχής είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός και η γκετοποίηση μιας μεγάλης μερίδας Γάλλων πολιτών», συμπλήρωνε η «Απογευματινή». Και ακόμα πιο ριζοσπαστική «Η Βραδυνή» δεν δίστασε να ταυτιστεί με τους οργισμένους : «Αυτή η νεολαία αντιμετωπίζοντας το φάσμα του αφανισμού λόγω της ξενοφοβίας, έχει κάθε δικαίωμα να κραυγάζει. Δεν μπορεί να αποκαλείται "νεολαία καθαρμάτων". Οταν ο φτωχός φτάνει στο χείλος του γκρεμού, και εκτός από φτωχός είναι και απελπισμένος, δεν έχει άλλη επιλογή. Μπορεί να φτάσει στα άκρα, μπορεί να γίνει ακόμη και ταραξίας».

Την ίδια προοδευτική ματιά και την απροσδόκητα μαρξίζουσα ανάλυση έχει το σύνολο των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, αλλά και οι καθιερωμένοι τηλεσχολιαστές κάθε πολιτικής απόχρωσης και ιδιότητας, σε όλες τις ανάλογες πρόσφατες περιπτώσεις κοινωνικών «τυφλών» εκρήξεων στο εξωτερικό, είτε επρόκειτο για το ξέσπασμα στο Τόξτεθ και στο Μπρίξτον της Βρετανίας στα χρόνια του '80, είτε για το Λος Αντζελες του 1992, είτε, βεβαίως, για τις περισσότερο πολιτικοποιημένες παλαιστινιακές ιντιφάντες στα κατεχόμενα. Ποιος, άλλωστε, ξεχνά τον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχτηκαν Μέσα (συνεπώς) και τηλεθεατές το (όχι και τόσο ειρηνικό) κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και των ιμπεριαλιστικών πολέμων, όταν αυτό έδινε τις μάχες του στο Σιάτλ, τη Γένοβα και προχθές στην Αργεντινή;

Κι όμως, ο καθένας μας αντιλαμβάνεται ότι, όταν η απόσταση από τις όποιες κοινωνικές εντάσεις μικραίνει και η αναταραχή «χτυπάει την πόρτα μας», τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Να θυμίσουμε την αντιμετώπιση (από τα ΜΜΕ και τους «αναλυτές» των τηλεπαραθύρων) μιας περιορισμένης ολιγόωρης έκρηξης των Τσιγγάνων στο Ζεφύρι, τον περασμένο Μάρτιο, όταν εξοργίστηκαν για την απόφαση του δικαστηρίου που άφησε ελεύθερο τον αστυνομικό φονιά ενός 21χρονου «δικού τους». Να ξαναπάμε, μέρες που είναι, πίσω στη διπλή εξέγερση, στις φυλακές του Κορυδαλλού και στο Πολυτεχνείο, το Νοέμβριο του 1995; 'Η να σκεφτούμε τις άπειρες περιπτώσεις στην πρόσφατη διαδρομή των κοινωνικών αγώνων στην Ελλάδα, που τα Μέσα Ενημέρωσης και οι πολιτικοί μας ταγοί μιλούν για σπασμένες βιτρίνες και ζημιές «βανδάλων», όταν οι «δικοί μας» καταφρονεμένοι -άνεργοι, απολυμένοι, περιθωριοποιημένοι, κοινωνικά στιγματισμένοι, των δικών μας γκέτο, που παράγει (ακριβώς όπως και τα άλλα ευρωπαϊκά γκέτο) «άγρια νεολαία», παιδιά «no future»- μιλάνε «για ανθρώπινες ζωές»;

«Μέχρι εδώ, όλα πάνε καλά», επαναλάμβανε αφελώς, αλλά συμβολικά, ο Κασοβίτς στο «Μίσος» του, εξηγώντας ότι η μικροαστική μακαριότητά μας ανά πάσα στιγμή μπορεί να τιναχτεί στον αέρα όσο αφήνουμε τις ζωές και τις ελπίδες των (συν)ανθρώπων στην «τύχη» τους -δηλαδή στην κρεατομηχανή των αδηφάγων δυνάμεων της αγοράς και των «δημοκρατικών» συστημάτων-τεράτων που αυτές δημιουργούν. Και τότε, όσες ανοησίες για «γνωστούς - αγνώστους» κι αν πούμε, όσες «Αλ Κάιντες» και «πολέμους των πολιτισμών» κι αν επικαλεστούμε, από τους ...βαρβάρους δεν θα γλιτώσουμε.

 

(Ελευθεροτυπία, 12/11/2005)

 

www.iospress.gr