Αντιμετωπίζοντας το ρατσισμό


"Δύο νεκροί λαθρομετανάστες από νάρκη στον Εβρο"
                («ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ», 21/3/2002) 


ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ του ρατσισμού ρέει και στις φλέβες της ελληνικής κοινωνίας. Οσο κι αν κάμποσοι δημαγωγοί επιμένουν, κουτοπόνηρα, ότι "οι Ελληνες δεν είναι ρατσιστές", ο ιδεολογικός τους αχταρμάς -εθνικισμός, λαϊκισμός, ξενοφοβία- έχει απλώσει τα πλοκάμια του. Τα δημοσιεύματα της "Ε" (20 και 21/3) -απ' τα ελάχιστα στα ΜΜΕ που συνέβαλαν στην Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού- έδειξαν τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την κρατική βαρβαρότητα εναντίον των ξένων, αλλά και την ένοχη σιωπή μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σ' αυτήν την καθημερινή αθλιότητα. 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΖΗΤΗΜΑ της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, προϊόν των τεράστιων ανισοτήτων, των πολέμων και των καταστροφών, όταν αγγίξει τα σύνορά μας, προσλαμβάνεται λίγο ή πολύ ως απειλή. Ακριβώς ανάλογα -πάλι σαν να ήταν θέμα αστυνομικού ρεπορτάζ ή κρατικής ασφάλειας- αξιολογείται στη χώρα μας και η φτώχεια των γηγενών μειονοτήτων (Τσιγγάνοι, Τουρκομουσουλμάνοι κ.λπ.). Λες και φταίνε εκείνοι. Η διαμόρφωση αυτής της αρνητικής συνείδησης για τους Αλλους εκμεταλλεύεται τις κάθε είδους ανασφάλειες και τις φοβίες, που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν στο κοινωνικό σώμα. Για να μισήσουμε τους ξένους, πρέπει πρώτα να τους φοβηθούμε. Αυτή είναι η πολιτική συνταγή του φασισμού και του ρατσισμού, με αυτή τη στρατηγική μισαλλοδοξίας προκύπτει (και αναπαράγεται) το πιο σκληρό σύστημα εκμετάλλευσης -απ' το οποίο, ωστόσο, δεν κερδίζουν αορίστως κάποιοι κακοί πλουτοκράτες αλλά, άμεσα ή έμμεσα, κι εμείς οι ίδιοι.

ΑΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ κανείς τη ρατσιστική ρητορική θα διαπιστώσει την έμφαση που δίνεται στη δαιμονοποίηση του Αλλου: Ο ερχομός του θα αλλοιώσει τις παραδόσεις μας, θα νοθεύσει τη φυλή και τη θρησκεία μας, θα απειλήσει τη δημόσια υγεία και το εκπαιδευτικό σύστημα, θα τροφοδοτήσει την εγκληματικότητα, θα χάσουμε τις δουλειές μας κ.ο.κ. Με τα ίδια στερεότυπα αντιδρούν οι δημαγωγοί παντού όπου υπάρχει μεταναστευτικό ή προσφυγικό ρεύμα. Τα ίδια ακριβώς έλεγαν οι Αμερικανοί "πατριώτες" και "νοικοκυραίοι", για τους "βρομιάρηδες" Ελληνες μετανάστες, που προσπάθησαν να ξεφύγουν απ' τη φτώχεια τους στις αρχές του 20ού αιώνα (αναλυτικά δείτε "Ιός" 21 και 28/3/1998, 4/4/1998 και 14/6/1998). Αλλά περίπου τα ίδια "επιχειρήματα" κυκλοφόρησαν σε μεγάλο βαθμό και αξιοποιήθηκαν πολιτικά στην Ελλάδα μετά το 1922, εναντίον των Μικρασιατών, κατά τ' άλλα αδελφών μας. Στο κέντρο, επομένως, του ξενοφοβικού φαινομένου βρίσκεται η συζήτηση για το "ξεβόλεμά μας", που προκαλείται -δήθεν- από την ύπαρξη του Αλλου.

ΜΙΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ κοινωνία δεν μπορεί να απαντά ηθικά στο ρατσισμό, ακριβώς όπως δεν έχει νόημα να ξορκίζει με υποκριτικούς δεκάρικους τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχεια, τη διαφθορά και τις άλλες πληγές που αναπτύσσονται εντός, δίπλα, ή πιο κάτω από τη γειτονιά μας. Μόνο μια έμπρακτη πολιτική ισονομίας, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες μπορεί να εξουδετερώσει τους κήρυκες της μισαλλοδοξίας. Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια δεκαετία στυγνής εκμετάλλευσης των μεταναστών στον αγρό, στις κτηνοτροφικές μονάδες, στις κατασκευές και όπου αλλού είχε ανάγκες η "εθνική οικονομία" για φτηνά εργατικά χέρια, για να ομολογηθεί και επίσημα η ουσιαστική συμβολή τους στο "θαύμα" της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Επρεπε να ξεσπάσει η κρίση του ασφαλιστικού συστήματος για να κατανοηθεί ότι και οι δικές τους εισφορές, από τα δικά τους τίμια μεροκάματα, χρειάζονται για την ενίσχυση των Ταμείων. Οι μοναχικοί αγώνες ορισμένων πολιτών ήταν αυτοί που έφεραν στην επιφάνεια τις ανύπαρκτες υποδομές υποδοχής και διαβίωσης των προσφύγων. Ετσι, εντοπίστηκε η απάνθρωπη τακτική του ελληνικού κράτους, που προσπαθεί να χρεώσει "τα κύματα προσφύγων" στους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ώστε να καρπωθεί λεφτά, όχι για τους πρόσφυγες, αλλά για την ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού εναντίον τους.

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ των μεταναστευτικών, των συνδικαλιστικών και των αντιρατσιστικών οργανώσεων που πραγματοποιήθηκαν προχθές έθεσαν με σαφήνεια αιτήματα. Η νομιμοποίηση των μεταναστών και η παροχή ασύλου στους πρόσφυγες έχει υλικό χαρακτήρα. Απαιτεί δημόσιους πόρους, υπηρεσίες και προφανώς ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, που θα διαλύει τους κοντόφθαλμους μύθους του "εθνικού μας εγώ". Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των ξένων συνδέεται με το ευρύτερο πολιτικό ρεύμα που αγωνίζεται για την απόσπαση πλούτου και τη δίκαιη αναδιανομή του. Και στο επίπεδο του παγκοσμιοποιημένου συστήματος, αλλά και στο ...δικό μας οικόπεδο.

(Ελευθεροτυπία, 23/3/2002)

 

www.iospress.gr