Ο «εσωτερικός εχθρός» των ΜΜΕ


"Αλληλοαντιγράφονται μέχρις αυτοκτονίας τα ελληνικά κανάλια"
                («ΤΑ ΝΕΑ», 14/3/2002) 


ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ της δημόσιας συζήτησης για την ποιότητα της τηλεοπτικής ενημέρωσης -που διοργάνωσε το ΕΣΡ στο Ζάππειο (27 και 28/2), χωρίς ορατό αποτέλεσμα- το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ κάλεσε τους διευθυντές των καναλιών για μια "ανταλλαγή απόψεων". Οπως ήταν αναμενόμενο, οι διευθυντές, αν και παραδέχτηκαν ότι το περιεχόμενο των δελτίων ειδήσεων και των ενημερωτικών προγραμμάτων έχει πάμπολλα προβλήματα, δεν θέλησαν να υιοθετήσουν καμιά απ' τις προτάσεις της ΕΣΗΕΑ. (Ούτε καν την κατάργηση της δραματικής μουσικής υπόκρουσης στις ειδήσεις τους δεν υιοθέτησαν). Με περισσότερη ή λιγότερη σαφήνεια ομολογήθηκε η εξάρτησή τους από τις εμπορικές προτεραιότητες των επιχειρήσεων ΜΜΕ, και περιγράφηκαν οι προσωπικές τους αντιφάσεις, σε μια καθημερινότητα που ορίζεται κατά βάση από τ' αφεντικά τους και την AGB. Στο όνομα επομένως της ελευθερίας της αγοράς και της έκφρασης (των επιχειρήσεων ΜΜΕ), η περίφημη "αυτορρύθμιση των δημοσιογράφων" -στοιχείο που θα μπορούσε να εγγυηθεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ενημέρωσης της ελληνικής κοινωνίας- παραμένει μια από τις κεντρικές μας αυταπάτες. 

ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, ειδικευμένος στα διεθνή θέματα, που δουλεύει χρόνια στην ιδιωτική τηλεόραση, βιώνοντας τη σταδιακή απαξίωση της δουλειάς του, εφόσον το κανάλι του δεν ενδιαφέρεται πλέον για το τι γίνεται στον κόσμο (εκτός από τη μόδα και το Χόλιγουντ), έθεσε, τις ίδιες μέρες, στο Δ.Σ της ΕΣΗΕΑ ένα φαινομενικά αφελές ερώτημα, που ωστόσο αποτυπώνει το μέγεθος της κρίσης των ΜΜΕ: "Αν οι από πάνω μού ζητήσουν να ασχοληθώ με θέματα ...Τσάκα, τι περιθώρια έχω να αντισταθώ, χωρίς να χάσω τη δουλειά μου;". Ανάλογα αγχώδη ερωτήματα -χωρίς εποικοδομητικές απαντήσεις- πνίγουν μεγάλο αριθμό παραγωγών δημοσιογραφικής ύλης, αν και η κοινωνία που καταναλώνει (δυσφορώντας ή όχι) τα προϊόντά τους δεν νοιάζεται ιδιαίτερα για τα συνειδησιακά ζητήματα του σιναφιού μας. 

Η ΧΑΜΗΛΗ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ των δημοσιογράφων δεν είναι όμως ένα αποκλειστικά δικό τους πρόβλημα. Εχει αναμφίβολα πολλές αρνητικές συνέπειες για όλους, όσο συνεχίζουμε να διαπαιδαγωγούμαστε και να καθοδηγούμαστε κυρίως από τα τηλεοπτικά ΜΜΕ. Η δημοσκόπηση της VPRC -που πραγματοποιήθηκε, τον περασμένο μήνα, για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ελληνίδων Δημοσιογράφων- εξάγει πολύ απαισιόδοξα συμπεράσματα για το δημοσιογραφικό κόσμο και τα ΜΜΕ. Το 74,2% των δημοσιογράφων (σε όλη τη χώρα σε όλα τα Μέσα) δεν είναι ικανοποιημένοι από την ποιότητα της ενημέρωσης που προσφέρουν τα ΜΜΕ. Μόνο 3,3% θεωρούν ότι η τηλεόραση δείχνει τα γεγονότα όπως είναι. Το 45,1% απαντά ότι η TV τα δείχνει αρκετά διαφορετικά και το 21% εντελώς διαφορετικά. Το 53,9% των Ελλήνων δημοσιογράφων θεωρούν ότι τα ΜΜΕ δεν ελέγχουν την εξουσία αλλά την ασκούν!

ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ αν δέχονται παρεμβάσεις (προφανώς όχι δημιουργικές) στη δουλειά τους, το 79,8% απαντά πως ναι, ενώ το 12,4% απλώς ...αυτολογοκρίνεται. Η ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας από την πολιτική και την οικονομική εξουσία είναι πρακτικά ανέφικτη. Το 69,8% των δημοσιογράφων πιστεύει ότι η δουλειά τους δεν είναι ανεξάρτητη από τα κόμματα, το κράτος και τους πολιτικούς, ενώ η πεποίθηση των ίδιων των δημοσιογράφων για το σημαντικό βαθμό επιρροής της εξουσίας του χρήματος στα ΜΜΕ φτάνει στο 82,8%. Το πέρασμα της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ σε μεγάλες επιχειρήσεις θεωρείται από το 83,7% των δημοσιογράφων ότι εμποδίζει τη δουλειά τους.

ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ TV, οι δημοσιογράφοι δίνουν αποστομωτικές απαντήσεις στους κυνηγούς της AGB, υπεύθυνους για την ενημέρωση του λαού μας. Το 21,2% υποστηρίζει ότι η τηλεόραση χαρακτηρίζεται από την οικονομική διαπλοκή, το 16,4% πιστεύει ότι χαρακτηρίζεται από κατάχρηση εξουσίας, το 13% από ανευθυνότητα, το 10% από κυνισμό και ακολουθούν ο σεξισμός (8,1%), η ξενοφοβία κ.ο.κ. Και η χαριστική βολή στην αξιοπιστία του επαγγέλματος έρχεται με την απάντηση στο ερώτημα για τον αριθμό των διεφθαρμένων δημοσιογράφων: «Αρκετούς» τους βρίσκει το 48,1% και «όχι πολλούς» το 43,8%! 

ΑΝ ΣΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ προστεθούν και οι απαντήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των δημοσιογράφων που έχουν σχέση με την επαγγελματική τους ανασφάλεια, τις χαμηλές αμοιβές και την αφόρητη εργασιακή αταξία που βιώνουν (ωράρια, συνθήκες, συμβάσεις κ.λπ), τότε, δυστυχώς, χάσαμε. Σε συνθήκες ανασφάλειας, διαφθοράς, φόβου και φτώχειας, λέει η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεροτυπία ούτε και δημοκρατία.

(Ελευθεροτυπία, 16/3/2002)

 

www.iospress.gr