Οι Φαλμεράιερ του Χόλιγουντ     

"Λάσπη από τη Δύση για τον στρατηλάτη της οικουμένης"
        ("Ακρόπολις" 10/11/98)

Να την, πάλι, η πανστρατιά γύρω από τον εθνικό μύθο που ακούει στο όνομα Μεγαλέξανδρος. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και επιστήμονες έδειξαν για μια ακόμη φορά τι σημαίνει εγρήγορση, όταν πρόκειται για την υπεράσπιση μιας φαντασιακής εθνικής ταυτότητας βασισμένης στο ιδεολόγημα (ή μάλλον στο σύνδρομο) του πανταχόθεν βαλλόμενου περιούσιου λαού. Δεν είναι της ώρας οι λόγοι που η φιγούρα του "στρατηλάτη" εντάχθηκε -από τα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα- στην εθνική ιστοριογραφική αφήγηση, συγκροτώντας μάλιστα βαθμιαία τον σκληρό της πυρήνα. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι τα τελευταία χρόνια το μυθικό πρόσωπο του Αλεξάνδρου έχει επιλεγεί ως το κατεξοχήν σύμβολο της μοναδικότητας (και ως εκ τούτου της απομόνωσης) του ελληνισμού: κάθε σχετικοποίηση του συμβόλου εκλαμβάνεται ως ευθεία αμφισβήτηση των δικαίων και της ύπαρξης των "άμεσων" απογόνων του.
Η λογοκρισία είναι το αίτημα της εθνικής σταυροφορίας που ξεκίνησε τις περασμένες ημέρες προκειμένου να διασωθεί η μονίμως απειλούμενη τιμή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για το νέο ξέσπασμα άρκεσε η πληροφορία ότι οι σκηνοθέτες Ολιβερ Στόουν και Κρίστοφερ ΜακΚουέρι ετοιμάζουν ταινίες στις οποίες ο Μεγαλέξανδρος εμφανίζεται βίαιος, πότης, αμφιφυλόφιλος και θύμα συνωμοσίας. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στις λεπτομέρειες. Ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι πολλοί από όσους σήμερα κηρύσσουν το δικό τους "τζιχάντ" κατά του Χόλιγουντ είχαν προ καιρού ενθουσιαστεί με την επίσκεψη του Στόουν στον υπουργό Πολιτισμού ενόψει των γυρισμάτων της συγκεκριμένης ταινίας. Ενα ερμηνευτικό κλειδί μας δίνει ίσως η δήλωση του κυρίου Βενιζέλου στις εφημερίδες της εποχής, σύμφωνα με την οποία ο υπουργός είδε εκείνο το βράδυ τον Μεγαλέξανδρο στον ύπνο του (2/10/96). Κατόπιν αυτού, το πρόβλημα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: επειδή αλλιώς ονειρεύονται κάποιοι συμπολίτες μας τον Μεγαλέξανδρο κι αλλιώς, απ' ό,τι φαίνεται, τον αντιμετωπίζουν οι δύο σκηνοθέτες, οι ταινίες τους δεν πρέπει να φθάσουν ποτέ στις σκοτεινές αίθουσες. Το δρόμο άνοιξαν εξάλλου οι "εθνικές" πιέσεις που οδήγησαν τον ηθοποιό Αντόνιο Μπαντέρας να αρνηθεί τελικά το ρόλο του Κεμάλ Ατατούρκ στην ομώνυμη ταινία.
Κανείς, φυσικά, δεν μιλά για λογοκρισία. Καταφεύγουν, λοιπόν, στη γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο, κατηγορώντας τον εκάστοτε "αντίπαλο" για παραχάραξη της ιστορίας: ποιος είναι ο κάθε κύριος Στόουν που θα μας πει αν ο δικός μας το έτσουζε λίγο παραπάνω, αν εκπολίτισε και αυτούς που είχαν αντιρρήσεις, αν γλυκοκοίταξε και κάποιον του ιδίου φύλου; Εμείς ξέρουμε την ιστορία μας και ξέρουμε ότι λέει άλλα. Στο κλίμα αυτό, κάποιοι πολιτικοί (Γ. Καρατζαφέρης, Ε. Παπαδημητρίου, Δ. Σιούφας) αναλαμβάνουν να κινητοποιήσουν τη Βουλή, καθιστώντας την συλλογικά υπεύθυνη για τους ανθελληνικούς χολιγουντιανούς σχεδιασμούς. Και κάποιοι δημοσιογράφοι προτείνουν το ερμηνευτικό σχήμα που χαϊδεύει τον μεγαλομανιακό αναδελφισμό των θιγμένων συμπολιτών τους: ο Στόουν πήρε γραμμή από τον ίδιο τον Κίσινγκερ, ο οποίος έχει δηλώσει ότι για να αποδυναμώσεις τους Ελληνες πρέπει να τους χτυπήσεις την ιστορία. (Το γεγονός ότι η δήλωση αυτή έχει αποδειχθεί μαϊμού, δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο στην ανακύκλωσή της).
Υπάρχει, βεβαίως, και ο νομιμοποιητικός λόγος της επιστήμης. Για ορισμένους που προσπαθούν να "συντρίψουν την εθνική μας ταυτότητα" και να "αλλοιώσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά", μίλησε η υπεύθυνη του Τμήματος Μουσείων του υπουργείου Πολιτισμού Νικολέτα Βαλάκου ("Βραδυνή" 11/11). Οσο για τον καθηγητή Ν. Ζία, αυτός δεν απέκλεισε "κάτω από αυτά να κρύβεται ένας ανομολόγητος φθόνος με την πιο βαθιά του έννοια, δεν αποκλείεται να έχει σχέση και με τις άλλες χώρες και την γενικότερη κατάσταση στη Βαλκανική" ("Αδ. Τύπος" 10/11). Δεν χρειάζονται άλλα παραδείγματα. Αν οι ειδικοί νιώθουν να κινδυνεύουν από μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, τότε τι να πουν οι ανειδίκευτοι;

 

(Ελευθεροτυπία, 14/11/1998)

 

www.iospress.gr