Η στρατηγική του φόβου    

"Αδίκως κατηγορείται η αστυνομία"
        (Γ. Ρωμαίος, "Το Βήμα", 21/6/98)

Η εμπειρία που αποκομίσαμε τις περασμένες ημέρες, πολλαπλά διδακτική, δεν μας αφήνει την παραμικρή αμφιβολία: οι αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονικής απόπειρας κατά των των τριών νέων φοβούνται να μιλήσουν. Και φοβούνται δικαίως. Το πολιτικό κλίμα που καλλιεργείται συστηματικά από τις αρμόδιες αρχές τους αποθαρρύνει να συνεισφέρουν με τη μαρτυρία τους στον εντοπισμό των αυτουργών της πρωτοφανούς επίθεσης.
Στο σημείο αυτό, η εσπευσμένη δήλωση του υπουργού Δημόσιας Τάξης περί "ακροκινούμενων οργανώσεων" λειτούργησε καταλυτικά: ανατρέχοντας στην παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο της υποβάθμισης του γεγονότος μέσα από την εξομοίωση των θυμάτων με τους θύτες, ο κ. Ρωμαίος είναι προσωπικά υπεύθυνος για την ανασφάλεια που νιώθουν σήμερα οι αυτόπτες μάρτυρες της φρικιαστικής σκηνής. Ποια εγγύηση μπορεί να τους προσφέρει η επίσημη κυβερνητική θέση ότι το "επεισόδιο" προκλήθηκε στο πλαίσιο του ακήρυχτου πολέμου μεταξύ "ακραίων" συμμοριών; Την ώρα που περίμεναν να τους δοθούν οι απαραίτητες -όσο και αυτονόητες- διαβεβαιώσεις ότι η κατάθεσή τους θα αξιοποιηθεί και ότι οι ίδιοι θα προστατευτούν, οι άνθρωποι αυτοί πήραν εγκαίρως το μήνυμα: αφού οι αρχές δεν είναι διατεθειμένες να αναζητήσουν σοβαρά τους αυτουργούς της υπόθεσης, η μαρτυρία τους απλώς θα τους αφήσει έκθετους στην εκδικητική μανία κάποιων τύπων που δολοφονούν ανενόχλητοι με παλούκια, όπως ανενόχλητοι έχουν μαχαιρώσει και σακατέψει στο ξύλο τόσον κόσμο τα τελευταία χρόνια.
Μιλήσαμε με μάρτυρες της δολοφονικής επίθεσης, με αδιόριστους και μόνιμους καθηγητές που βρίσκονταν εκείνο το πρωί στα δικαστήρια, με φοιτητές και φοιτήτριες που παρακολούθησαν τις κινήσεις των χρυσαυγιτών στο χώρο, με άτομα που έπιναν τον καφέ τους σε διπλανά τραπέζια. Οι αφηγήσεις τους - σαφείς, συνεκτικές και συμπληρωματικές- συγκροτούν μια πειστική εικόνα της αλληλουχίας των γεγονότων και είναι σε θέση να οδηγήσουν σε μια λεπτομερή αναπαράσταση του φονικού. Φτάνει να θέλει κανείς να τους ακούσει. Θυμούνται πρόσωπα, περιγράφουν ρούχα, ανακαλούν λόγια και χειρονομίες. Με την απλή διαφορά ότι οι άνθρωποι αυτοί φοβούνται. Και θα συνεχίσουν να φοβούνται όσον καιρό δεν υπάρχει η έμπρακτη απόδειξη ότι το σπυρί έσπασε και το ρίσκο τους θα πιάσει τόπο, ότι δηλαδή οι χρυσαυγίτες δεν θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν ατιμώρητοι ανοίγοντας κεφάλια και στέλνοντας κόσμο στο νοσοκομείο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτόν ακριβώς το φόβο. Ούτε ξεχνιέται εύκολα ο τρόμος που είδαμε προ καιρού να αποτυπώνεται στο βλέμμα ενός θύματος της "Χρυσής Αυγής", ανήμπορου ακόμη και να κοιτάξει τις φωτογραφίες με τα πρωτοπαλίκαρά της. Οσοι έχουν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τη νεοναζιστική βία, μια βία απρόκλητη και δολοφονική, έχουν ακριβώς την ίδια αντίδραση: νιώθουν αδύναμοι να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, φοβούνται ότι ανά πάσα στιγμή ο εφιάλτης μπορεί να επιστρέψει. Τα πρόσφατα γεγονότα ήρθαν να ενισχύσουν τα ανακλαστικά αυτά που μεταφέρουν τους παλαιότερους στις αρχές της δεκαετίας του '60: οι χρυσαυγίτες χαριεντίζονταν με αστυνομικούς, έδρασαν ανεμπόδιστα και αποχώρησαν θριαμβικά. Οι καταθέσεις θάφτηκαν, οι ύποπτοι αντιμετωπίστηκαν με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα, οι μάρτυρες αγνοήθηκαν. Οσο για την περιβόητη δήλωση του καθ' ύλην αρμόδιου υπουργού, αυτή δεν ανασκευάστηκε ποτέ από τον ίδιο.
Εγινε βέβαια και κάτι: τέθηκε σε διαθεσιμότητα ο αστυνομικός που, εκτός υπηρεσίας, παρακολούθησε σιωπηλά τη σκηνή της απόπειρας. Η πρώτη σκέψη οδηγεί προφανώς στη γνωστή τακτική του αποδιοπομπαίου τράγου. Ποιος, όμως, μπορεί να μας διαβεβαιώσει ότι ο σημαντικός αυτός μάρτυρας δεν τιμωρήθηκε επειδή βγήκε στα κανάλια να καταγγείλει τη φρίκη που παρακολούθησε; Η ότι δεν απειλήθηκε από τους χρυσαυγίτες και φοβάται κι αυτός για τη ζωή του; Ο,τι και να συμβαίνει, πολύ αμφιβάλλουμε αν ο άνθρωπος αυτός είναι πια σε θέση να αναγνωρίσει τους δολοφόνους.
 

(Ελευθεροτυπία, 27/6/1998)

 

www.iospress.gr