Λεξικογραφικό αυτογκόλ    

"Ο κ. Μπαμπινιώτης έχει δώσει σκληρούς αγώνες για τη Μακεδονία"
        (Ακης Γεροντόπουλος, στέλεχος ΠΟΛ.ΑΝ, 27/5/98)

Επιστημονικός διάλογος ή γενικευμένος χουλιγκανισμός; Είναι προφανές ότι η υπόθεση του Λεξικού Μπαμπινιώτη δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη συζήτηση που θα έπρεπε να ακολουθεί κάθε νέα λεξικογραφική πρόταση. Και δεν είναι μόνον αυτό. Στο κλίμα που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες ημέρες, η καταδίκη της αδιανόητης δικαστικής απαγόρευσης ενός βιβλίου δεν είναι πλέον αρκετή. Χρειάζεται να αντιληφθούμε τους μηχανισμούς που επιτρέπουν -αν δεν επιβάλλουν- το δικαστικό ξεκαθάρισμα κάθε λογαριασμού που άπτεται των εθνικών λεγόμενων θεμάτων. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά διώκεται κάποιος "υπεράνω πάσης υποψίας" δεν μπορεί να μας κάνει να λησμονήσουμε τις ανάλογες περιπτώσεις που έχουν προηγηθεί. Αποδεικνύει απλώς ότι, από τη στιγμή που ξεκίνησε, το κυνήγι των μαγισσών δεν πρόκειται να περιοριστεί στους (ανώνυμους) "συνήθεις εθνικώς υπόπτους".
Είναι αλήθεια ότι η επιστημονική συζήτηση για το νέο λεξικογραφικό εγχείρημα υπήρξε εξαρχής υπονομευμένη. Η θριαμβική υποδοχή που του επιφυλάχθηκε από ανθρώπους που δεν το είχαν καν φυλλομετρήσει, εμπόδισε τη νηφάλια ανάγνωσή του από εκείνους που κάτι θα είχαν να πουν για τις αρετές και τα ελαττώματά του. Μόνον ο Ν. Κυριαζίδης, από όσο γνωρίζουμε, αναφέρθηκε σε κάποιες επιλογές του κ. Μπαμπινιώτη (γενική των τριτόκλιτων, ιδιότυπο τονικό σύστημα, ιδιόρρυθμη ορθογραφία) που ουσιαστικά ξαναθέτουν επί τάπητος το "γλωσσικό ζήτημα" ("Αυγή" 23/5). Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα. Το λεξικό κρίνεται αυτή τη στιγμή με άλλα κριτήρια. Και κριτές του είναι όλοι όσοι ψάχνουν μανιωδώς τα "επικίνδυνα" λήμματα, μήπως και ανακαλύψουν ένα νέο "ατόπημα" που θα τους χαρίσει το πρωτοσέλιδο ή το παράθυρο της επομένης. Το χορό σέρνουν τα αθλητικά σωματεία και ακολουθούν υπουργοί, δήμαρχοι, καθηγητές και εθνοτοπικές ενώσεις.
Το χειρότερο όμως είναι ότι βασικό ρόλο στην τροφοδότηση της υστερίας διαδραματίζει η στάση του ίδιου του λεξικογράφου, ο οποίος αποδέχεται τους όρους της "συζήτησης" και απαντά στο ίδιο επίπεδο με τους επικριτές του. Δεν πρόκειται απλώς για τις γνωστές παλινωδίες του. Πρόκειται κυρίως για εκείνο το υπόρρητο "εμένα, βρε παιδιά;" που κρύβεται πίσω από κάθε του κουβέντα. "Η τραγική ειρωνεία", δήλωνε χαρακτηριστικά στην "Ακρόπολη", "είναι ότι η αντιπαράθεση γίνεται με έναν άνθρωπο, που συμβαίνει να έχει εκδώσει βιβλίο για τη γλώσσα της Μακεδονίας, ενώ έχω δώσει αγώνες σε επιστημονικά συνέδρια για να αποδείξω σε συναδέλφους μου την ελληνικότητα της Μακεδονίας, μέσα από τη γλώσσα της. Ολοι στο λεξικό είδαν το λήμμα 'Βούλγαρος', δεν κοίταξαν όμως το λήμμα 'Μακεδονία', όπου υπάρχει εκτενής ανάλυση του όρου, ενώ στηλιτεύεται η ψευτομακεδονική γλώσσα των Σκοπίων" ( 27/5).
Η έμπρακτη εθνικοφροσύνη, εχέγγυο επιστημονικής επάρκειας; Ο κ. Μπαμπινιώτης έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι δεν πτοείται από την ιδεολογική και πολιτική κατάχρηση της επιστήμης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το καλό του "περιούσιου" ελληνικού λαού. Ως πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, υπεύθυνος τηλεοπτικών εκπομπών, καθηγητής Γλωσσολογίας κ.ο.κ., ο κ. Μπαμπινιώτης δεν έχει διστάσει να τοποθετηθεί κατά καιρούς σε όλα τα εκπαιδευτικά και γλωσσικά ζητήματα: από την κατάργηση της επετηρίδας ως τη "μιγαδοποίηση " της γλώσσας και τις ελληνικές ρίζες της λέξης "γκλαμουριά". Εχει ακόμη υποστηρίξει ότι "η Ορθοδοξία πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική της άμυνας και να περάσει στην επίθεση" (7/12/96). Οταν, βέβαια, το 1992 εξέδιδε το βιβλίο "Η γλώσσα της Μακεδονίας. Η αρχαία Μακεδονική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκοπίων", όπου "στηλίτευε" (επιστημονικώς) την "ψευδώνυμη γλώσσα ψευδεπίγραφου κράτους", δεν μπορούσε να φανταστεί τη συνέχεια. Βοηθούσε, ωστόσο, στην επικράτηση του κλίματος, του οποίου είναι σήμερα το θύμα.
 

(Ελευθεροτυπία, 30/5/1998)

 

www.iospress.gr