Ανθρακωρύχοι στο Ελληνικό    

"Με αρχή την Ολυμπιακή Αεροπορία, εφαρμόζεται από την εβδομάδα αυτή το μεγαλεπήβολο σχέδιο για τη διάλυση του κράτους της σπατάλης και των συντεχνιακών συμφερόντων."
        (Νίκος Νικολάου, "Βήμα" 29/3/98)

Για μία ακόμη φορά, οι ελιγμοί επί της διαδικασίας στο επίπεδο του Κοινοβουλίου φάνηκαν να κερδίζουν τις εντυπώσεις απέναντι στην αντιπαράθεση επί της ουσίας. Ομως η αναβολή, για μερικές μέρες, της συζήτησης του νομοσχεδίου που ανατρέπει εκ βάθρων το εργασιακό καθεστώς στην "Ολυμπιακή" και η κυβερνητική "αναδίπλωση" από τη διαδικασία του επείγοντος στο σύνηθες τριήμερο και κάτι, ουδόλως τροποποιούν τις παραμέτρους του πραγματικού προβλήματος. Παραμέτρους που ο (κατεξοχήν αρμόδιος) υπουργός της κυβέρνησης Σημίτη είχε περιγράψει με καθαρά πολεμικούς όρους πριν από δύο μήνες: "Είμαστε προετοιμασμένοι για μια μακρά απεργία στην Ολυμπιακή Αεροπορία", δήλωνε τότε ο κ. Γιάννος Παπαντωνίου στους "Φαϊνάνσιαλ Τάιμς" (7/2/98). "Εάν κερδίσουμε, αυτό θα είναι όπως με την απεργία των ανθρακωρύχων, η τελική σύγκρουση".
Ο Eλληνας υπουργός Εθνικής Οικονομίας αναφερόταν, φυσικά, στη μεγάλη σύγκρουση της Μάργκαρετ Θάτσερ με τους Βρετανούς ανθρακωρύχους, το 1984-85, αναμέτρηση που έληξε με ήττα των απεργών και θεωρείται σήμερα σαν το αποφασιστικό σημείο τομής για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η διεκδίκηση της συγκεκριμένης αναλογίας -και μάλιστα μέσω ενός εντύπου που συνηθίζει να αναλύει την πραγματικότητα με όρους κοινωνικής σύγκρουσης- δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ολα δείχνουν πως, έχοντας δεσμευθεί να αλλάξει άρδην το τοπίο των εργασιακών σχέσεων μέσα στα στενά περιθώρια που επιβάλλει το χρονοδιάγραμμα της ένταξης στο ενιαίο νομισματικό σύστημα, η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει ό,τι ακριβώς και ο Τσώρτσιλ το φθινόπωρο του 1944: να επιλέξει αυτή το πεδίο της πρώτης (και καθοριστικής) αναμέτρησης με τον "εχθρό", έτσι ώστε η επιβολή ενός πακέτου μέτρων "εξυγίανσης", που θα λειτουργούν σαν "πιλότος" για τις γενικότερες αλλαγές, να περάσει με όσο το δυνατόν λιγότερες αντιδράσεις και μικρότερο πολιτικό κόστος.
Τόσο τα εξαγγελλόμενα μέτρα γενικότερης εφαρμογής ("ελαστικοποίηση της κατανομής του χρόνου εργασίας" και ουσιαστική κατάργηση των αμειβόμενων υπερωριών, πιθανολογούμενη απελευθέρωση απολύσεων, μειώσεις μισθών, κλπ) όσο και η εισαγωγή νέων μεθόδων καταστολής των αντιδράσεων (με την ουσιαστική κατάργηση της συνδικαλιστικής προστασίας και την εξατομίκευση του κάθε "απασχολήσιμου" απέναντι στην εργοδοσία -κρατική, ιδιωτική ή κάτι ανάμεσα) είναι ευκολότερο να περάσουν σταδιακά, μέσα από την αρχική εισαγωγή τους σε χώρους και εις βάρος ομάδων εργαζομένων που μπορούν πιο έυκολα να κατηγορηθούν σαν "προνομιούχοι εις βάρος του κοινωνικού συνόλου". Με τις σχετικά ψηλές αποδοχές τους, τα "ρετιρέ" της Ολυμπιακής προσφέρονται πολύ περισσότερο για το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, απ' ό,τι, παραδείγματος χάριν, οι εργαζόμενοι στις αστικές συγκοινωνίες, οι ταχυδρόμοι ή οι εργάτες των λιγνιτωρυχείων της ΔΕΗ...
Από κει και πέρα, ωστόσο, η αναλογία ανάμεσα στην επέλαση της Βρετανής "σιδηράς κυρίας" και τα προειδοποιητικά πυρά των εγχώριων μιμητών της αρχίζει να κάνει νερά. Εξαγγέλλοντας το κλείσιμο των "λιγότερο παραγωγικών" ανθρακωρυχείων και αντικαθιστώντας τους απασχολούμενους σ' αυτά με την "ελαστικότερη" εργασία των υπόλοιπων συναδέλφων τους, η Θάτσερ πυροδοτούσε μια ολομέτωπη σύγκρουση με το μαζικότερο, αγωνιστικότερο και πιο κρίσιμο για τη βρετανική οικονομία κλάδο εργαζομένων του δημοσίου (ρόλος που χρειάζεται μεγάλη φαντασία για ν' αποδοθεί στην Ολυμπιακή). Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, και η διαφορά στο επίπεδο της επιχειρηματολογίας που συνοδεύει την επίθεση: άν το συνδικάτο των ανθρακωρύχων κατηγορήθηκε ότι -ούτε λίγο ούτε πολύ- επιχειρούσε να οργανώσει επανάσταση στη Βρετανία, σε συμμαχία με εξωτερικούς "εχθρούς του έθνους" όπως ο ...Καντάφι, στα καθ' ημάς η επίκληση των ρετιρέ παραπέμπει απευθείας στην ιστορική συνέχεια της καθαρόαιμης παπανδρεϊκής περιόδου και στα δικά της ανακλαστικά...

(Ελευθεροτυπία, 4/4/1998)

 

www.iospress.gr