Υποτιμώντας τις κοινωνικές ανάγκες   

"Στο ρεκόρ των 162,333 δισ. δρχ. ανήλθε η αξία των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αθηνών"
        (Είδηση της 18/3/98)

Πολλαπλά διδακτική γίνεται η κουβέντα για την οικονομία. Καταλάβαμε ότι ο καθένας (πολιτικός ή δημοσιογράφος) μπορεί να λέει ό,τι του κατέβει, ασκώντας δήθεν φιλολαϊκή κριτική. Καταλάβαμε ότι και η οικονομία μπορεί να εμπνεύσει τα δελτία του τρόμου των 8 και κάτι και τις φυλλάδες του πανικού, όπως περίπου και ένα ροζ σκάνδαλο. "Οι εργαζόμενοι χάνουν έως και 250.000 το μήνα", γράφει το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας του κ. Ρίζου. "Με άλλοθι την υποτίμηση οδηγούν στην εξαθλίωση το 90% των Ελλήνων", πιστεύει η "Απογευματινή". "Η αυλή του Σημίτη τρέμει τις αντιδράσεις του λαού για την υποτίμηση", σημειώνει η "Βραδυνή" του Τράγκα κ.ο.κ.
Ζούμε μια κωμωδία που όμως διευρύνει την ιδεολογικοπολιτική σύγχυση με συστηματικό τρόπο σε βάρος των συμφερόντων των φτωχών στρωμάτων. Είναι, άραγε, ο Καραμανλής, ο Εβερτ, ο Σαμαράς κ.λπ, ή οι επαγγελματίες κινδυνολόγοι των ΜΜΕ, εκπρόσωποι του προλεταριάτου; Είναι το οικονομικό επιτελείο "κλητήρες των Βρυξελλών" και υπηρέτες των εχθρών του έθνους και του λαού; Με τους νέους σχεδιασμούς θα προκύψει μια ευημερούσα δημοκρατική Ελλάδα με κράτος πρόνοιας και πλήρη απασχόληση ή ένα τριτοκοσμικό χαοτικό προτεκτοράτο του διεθνούς κεφαλαίου; Προφανώς τίποτα από τα δύο. Μάλλον προς την κοινωνία των δύο τρίτων πάμε.
Από τη μια μεριά, οι τερατολόγοι του πολιτικοδημοσιογραφικού μπερντέ αποδομούν τη σκέψη και από την άλλη, οι κατέχοντες και οι τεχνοκράτες (στο κράτος και τις επιχειρήσεις), πλήρως απελευθερωμένοι και χωρίς ουσιαστικό αντίλογο, ετοιμάζονται να θυσιάσουν την όποια κοινωνική συνοχή, να πουλήσουν το δημόσιο τομέα, αφού λένε ότι χρεοκόπησε.
Ομως αν κάτι "χρεοκόπησε", αυτό είναι η εικόνα που κατασκεύασαν για την ελληνική κοινωνία. Πολύ πριν διαπραγματευτούν την αξία της δραχμής, οι κυβερνώντες και η άρχουσα τάξη με τους επιστήμονές τους μετρούν, υποτίθεται, τους δείκτες και τα δεδομένα της εθνικής οικονομίας. Τα περισσότερα δεδομένα, όμως, είναι πλασματικά.
Αρχίζοντας από το ΑΕΠ (το οποίο ουδείς διανοείται να το διπλασιάσει, υπολογίζοντας την αθέατη οικονομία που αγγίζει το 50%) και φτάνοντας έως την παράλογη εικόνα που δίνουν τα υπουργεία για το εισόδημα που δηλώνουν οι φορολογούμενοι (π.χ, με 3,6 εκατομμύρια δρχ. φαίνεται να έζησε ο κάθε Ελληνας έμπορος, το 1997 -και όλοι μαζί οι έμποροι, 704.506 άνθρωποι, απέδωσαν 211 δισ. δρχ. φόρο στο δημόσιο), η κατάσταση αγγίζει τα όρια του γελοίου. Ποιος αλήθεια πιστεύει ότι με τα 2,8 τρισ. από άμεση φορολογία -και βεβαίως, με τα 4,85 τρισ. από (την πιο άδικη στην Ευρώπη των 15) έμμεση φορολόγηση- μπορούμε να κουβεντιάζουμε σοβαρά για κοινωνικές παροχές και στήριξη των αδυνάτων, όταν το κράτος για να λειτουργήσει στοιχειωδώς πληρώνει 10,1 τρισ; Είναι δυνατόν από το μόνο καταγεγραμμένο τεκμήριο -την ακίνητη περιουσία- το δημόσιο να αρκείται στην είσπραξη 126,5 ψωροδισεκατομμύριων;
Αλλά για αυτά ελάχιστοι μιλούν. Το πρόβλημα σήμερα είναι πόσο θα επιδοτηθούν οι επιχειρήσεις, πόσα θα μαζέψει η Σοφοκλέους, πόσες ΔΕΚΟ θα πουληθούν. Γέμισε η χώρα με επιχειρήσεις, ραντιέρηδες, μαυραγορίτες και μεγαλοϊδιοκτήτες που απολαμβάνουν (νομίμως και παρανόμως) φορολογική ασυλία. Πάλι αυτά τα στρώματα θα δώσουν τον τόνο στις επερχόμενες τομές. Σήμερα, καλλιεργούν τη σύγγχυση, κρύβουν την πραγματική τους οικονομική ισχύ και κλαίγονται σαν να είναι απλήρωτοι μετανάστες. Συμμαχούν πότε με το μεγάλο κοσμοπολίτικο κεφάλαιο -όταν πρόκειται να θυσιάσουν π.χ το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων- και πότε με τους λούμπεν μικροαστούς για τα φτηνά Ι.Χ. Κάπως έτσι δύει το περί κοινωνικής δικαιοσύνης αίτημα. Ετσι πετιούνται στο περιθώριο οι άνεργοι, οι φτωχοσυνταξιούχοι και οι χαμηλόμισθοι και, προφανώς, όχι οι δανειζόμενοι σε συνάλλαγμα.

(Ελευθεροτυπία, 21/3/1998)

 

www.iospress.gr