Το μακρύ χέρι του εργοδότη   

"Αμηχανία για το νέο 'φρούτο' που μας ήρθε από την Αμερική"
        ("Ελευθεροτυπία", 11/3/98)

Καιρός να λυθεί η τόσο διαδεδομένη παρεξήγηση: Η σεξουαλική παρενόχληση δεν είναι νέο φρούτο και δεν μας ήρθε από μακριά. Είτε μας αρέσει είτε όχι, πρόκειται για μια ανδρική συμπεριφορά τόσο παλιά στη χώρα μας όσο η είσοδος των γυναικών στους χώρους εργασίας. Δύσκολο λοιπόν να συνεχίσουμε να την ξορκίζουμε, παραμένοντας στη γελοιότητα των σεξουαλικών δραστηριοτήτων του Κλίντον ή καταδικάζοντας τις ενδεχόμενες υπερβολές του ρεύματος της πολιτικής ορθότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι αλήθεια ότι η σχετική ορολογία είναι πρόσφατη, όπως πρόσφατη είναι και η διεθνής προσπάθεια νομοθετικής διατύπωσης του αδικήματος. Μόνο που αυτό δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο δεν προϋπήρχε. Αν ανατρέξουμε στις ελληνικές δεκαετίες του '20 και του '30, τότε που πύκνωνε η παρουσία των γυναικών στους εργασιακούς χώρους, θα δούμε ότι οι σεξουαλικοί εκβιασμοί κατά των εργαζόμενων γυναικών αντιμετωπίζονταν ήδη ως τρέχουσα πρακτική εργοδοτών και προϊσταμένων σε γραφεία και εργοστάσια. Να θυμηθούμε πρόχειρα το διήγημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη "11 πμ - 1μμ", γραμμένο στα 1928, στο οποίο το κορίτσι που ψάχνει δουλειά βιάζεται από το διευθυντή ενός υπουργείου με αντάλλαγμα το διορισμό του.
Αντίστοιχο είναι το κλίμα που θα συναντήσουμε φυλλομετρώντας εφημερίδες της εποχής. Ανάμεσά τους και τον "Ριζοσπάστη", ο οποίος τον καιρό εκείνο προσπαθούσε να πείσει τις εργαζόμενες ότι, χωρίς οργάνωση στα συνδικάτα, δύσκολα θα μπορούσαν να αποκρούσουν αποτελεσματικά τη σεξουαλική βία στο χώρο της δουλειάς. Οι ανταποκρίσεις και οι επιστολές που δημοσίευε η εφημερίδα αναφέρονταν με τρόπο σχεδόν στερεότυπο στα τρία δεινά που συγκροτούσαν την ιδιαίτερη εκμετάλλευση της γυναικείας εργασίας: την πολύωρη απασχόληση, τα χαμηλά μεροκάματα και τη σεξουαλική βία.
"Εάν είναι και καμιά όμορφη, πέφτει θύμα εις τας ορέξεις των χρυσωμένων χτηνών", διαβάζουμε σε επιστολή κοριτσιού από εργοστάσιο ζαχαροπλαστικής του Πειραιά (1/7/25). "Ο εργοδότης μας τώρα τελευταία έγινε ανυπόφορος και δεν ξέρει ποια εργάτρια να πρωτοπειράξει", συμπληρώνει μια υφαντουργίνα από το Βόλο. "Πότε μας στέλνει να ξεκατσαρώσουμε τα μαλλιά μας, πότε μας λέγει να φορέσουμε κορσέ ή στηθόδεσμο" (18/7/25). "Εχουμε τους επιστάτες που μας βρίζουν και μας απειλούν κάθε στιγμή και που πολλές μας τις αναγκάζουν να υφίστανται τις ασελγείς των ορέξεις", αφηγείται μια εργάτρια σε καθρεφτάδικο της Καλλιθέας (21/7/25). "Για τον εκπρόσωπο της εταιρείας, οι καπνεργάτριες δεν είναι μόνο μέσα πλουτισμού, αλλά και απόλαυσης", αναφέρεται χαρακτηριστικά σε ανταπόκριση από καπνεργοστάσιο του Διδυμότειχου (4/7/27). Την οικτρή θέση των νεαρών δακτυλογράφων αναλύει μια κάπως μεταγενέστερη επιστολή: Επί δέκα ώρες "εξαρτήματα της γραφομηχανής", οι κοπέλες όφειλαν να υπακούουν και σε έναν άγραφο κανονισμό. Να γελάνε δηλαδή με τα κρύα καλαμπούρια του προϊσταμένου και να τον αφήνουν να τις "ψαχουλεύει" κατά βούληση. "Είμαστε κρέας πουλημένο στη διάθεση του κάθε κτηνανθρώπου και παραλυμένου προϊσταμένου", είναι το τελικό συμπέρασμα (24/3/30).
Ενδημικό, λοιπόν, και παμπάλαιο στην Ελλάδα το "φρούτο" της σεξουαλικής παρενόχλησης. Και πανίσχυρες ακόμη και σήμερα οι αντιστάσεις στις προσπάθειες αποτελεσματικής αντιμετώπισής του. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε το πονηρό "κλείσιμο του ματιού" που συναντούμε στα περισσότερα σχετικά δημοσιεύματα; Πώς να κατανοήσουμε την έμμονη προσπάθεια για ίσο επιμερισμό της ευθύνης σε άνδρες και γυναίκες; Πώς να εξηγήσουμε τη βεβαιότητα κάποιων νομοθετών πως δεν υφίσταται νομοθετικό κενό στην Ελλάδα, τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που μαζί με την Πορτογαλία δεν προβλέπουν ποινική αντιμετώπιση του προβλήματος; Πώς, τέλος, να αντιληφθούμε την άρνηση κάποιων συνδικαλιστικών παρατάξεων (που 'σαι παλιέ "Ριζοσπάστη" να τους δεις!) να βοηθήσουν ακόμη και στη συλλογή στοιχείων για το εύρος του φαινομένου;

(Ελευθεροτυπία, 14/3/1998)

 

www.iospress.gr