Η δεύτερη γενιά της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας   

"Η επιχείρηση της αστυνομίας είναι ίσως το πρώτο σημαντικό χτύπημα στους Ελληνες αντάρτες πόλεων μετά από δεκαετίες."
        (Ασοσιέτεντ Πρες 13/1/98)

Με νωπές ακόμα τις πρώτες εντυπώσεις από τη νέα χλομή επιτυχία της ΕΛΑΣ στο κυνήγι των τρομοκρατών, καταγράφουμε κάποιες αυθόρμητες σκέψεις για τη σημασία και τα διδάγματα αυτής της αντιτρομοκρατικής επιχείρησης. Δεν πρόκειται ασφαλώς να αξιολογήσουμε την περίπτωση, ούτε να αποτιμήσουμε τα ευρήματα της έρευνας -από το αποτύπωμα στον εκρηκτικό μηχανισμό μέχρι τα ενοχοποιητικά αυτόγραφα σημειώματα. Αφήνουμε το έργο αυτό σε άλλους, επαγγελματίες του είδους.
Παίρνουμε προς στιγμήν ως δεδομένες τις κατηγορίες των διωκτικών αρχών. Τι μας διαμηνύουν; Πρώτα-πρώτα ότι συνελήφθη ένας άνθρωπος του χώρου των συνήθων υπόπτων. Ο ίδιος που είχε συλληφθεί, μαζί με άλλους 500, στο Πολυτεχνείο του '95, και μάλιστα εκείνος που είχε δηλώσει το '90 και αρνητής στράτευσης. Μ' άλλα λόγια, σύμφωνα με τη λογική των αρχών, η σύλληψή του επικυρώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υπόθεση ότι οι ενέργειες της αστυνομίας ήταν μέχρι τώρα ορθές. Ορθή και επιβεβλημένη η μαζική σύλληψη των 500 νέων. Ορθές και επιβεβλημένες οι βαρύτατες ποινές τους. Ορθή και επιβεβλημένη η σκληρή αντιμετώπιση του 20χρονου αρνητή στράτευσης.
Είναι ασφαλώς ένας τρόπος να σκέφτεται κανείς. Ομως, ας αναρωτηθούμε μήπως τελικά το αβγό δεν γέννησε την κότα, αλλά γεννήθηκε απ' αυτήν. Μήπως δεν είναι οι 500 "εν δυνάμει τρομοκράτες" που δικαιολογούν αυτή τη συνεχή καταδίωξή τους, αλλά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Μήπως, δηλαδή, το σημερινό αποτέλεσμα (δηλαδή η σύλληψη ενός υπόπτου) είναι η ολοκλήρωση μιας αστυνομικής προσδοκίας.
Τι ακριβώς έκανε όλα αυτά τα χρόνια η αστυνομία με το λεγόμενο χώρο των "γνωστών αγνώστων"; Μετά από μερικές επαναλαμβανόμενες αψιμαχίες, αποφασίστηκε -κάτω και από την πίεση σημαντικής μερίδας των ΜΜΕ- να τσουβαλιαστούν όλοι οι νέοι που βρέθηκαν στο Πολυτεχνείο, το Νοέμβρη του 1995, να υποβληθούν σε "επιστημονικές" και "κοινωνιολογικές" αναλύσεις, πριν παραπεμφθούν στη Δικαιοσύνη με βαριές και συλλογικές κατηγορίες και χωρίς ελαφρυντικά. Επειδή όλη αυτή η επιχείρηση έγινε υπό το μανδύα τής -για πρώτη φορά εφαρμοζόμενης- επιστημονικής μεθόδου, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη. Αρα, η σκληρότητα της αντιμετώπισης είχε κάποια σαφή σκοπιμότητα.
Οσο κι αν σπάμε το κεφάλι μας, δεν βρίσκουμε άλλη σκοπιμότητα, παρά εκείνη που έχει εφαρμοστεί κατά καιρούς σε όλες τις προηγμένες, από κατασταλτική άποψη, δυτικές δημοκρατίες: όταν οι αστυνομικοί μηχανισμοί βρίσκονται σε αδυναμία να εντοπίσουν την καρδιά της τρομοκρατίας, επιλέγουν ένα χώρο πολιτικό, τον οποίο θεωρούν ευάλωτο σε πρακτικές βίας, και φροντίζουν να τον πιέσουν τόσο ώστε να τον υποχρεώσουν τελικά να βρεθεί στα όρια της νομιμότητας. Φροντίζουν να ποινικοποιήσουν ακόμα και την απλή συμμετοχή σε δυναμικές διαδηλώσεις και απομονώνουν το χώρο αυτό από κάθε νόμιμη πολιτική πρακτική. Διά μέσου ατόμων του χώρου αυτού, οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες επιδιώκουν πρόσβαση στους αυθεντικούς τρομοκράτες. Συνήθως, αυτό που κατορθώνουν είναι να "στήσουν" μόνοι τους μια νέα οργάνωση, χωρίς να ανακαλύψουν τις παλιές.
Αν λοιπόν έχουμε κάτι καινούριο με την πρόσφατη αποκάλυψη, αυτό δεν είναι τόσο η ανακάλυψη μιας "δεύτερης γενιάς τρομοκρατών", όσο η ανάδυση μιας δεύτερης γενιάς στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Μαζί με τις τελευταίες αποστρατείες όσων είχαν θητεύσει κοντά στον Μάλλιο και τον Μπάμπαλη, μπαίνει σε δεύτερη μοίρα το συνεχές κυνηγητό των ενεργών αντιστασιακών της περιόδου της δικτατορίας. Τώρα πλέον στο στόχαστρο της αντιτρομοκρατικής βρίσκονται οι νέοι που έχουν ήδη φακελωθεί για τη συμμετοχή τους σε διαδηλώσεις ή καταλήψεις. Αν "ανακαλύπτουν", λοιπόν, κάτι αυτές τις μέρες οι υπηρεσίες, αυτό δεν είναι παρά το δικό τους δημιούργημα.

(Ελευθεροτυπία, 17/1/1998)

 

www.iospress.gr