Οι ομάδες της πρώτης εθνικής οδού     

"Δεν είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε το μέλλον της χώρας επειδή μερικές ομάδες κλείνουν τους δρόμους"
        (Κ. Σημίτης, 6/12/96)

Μια φορά κι έναν καιρό, στις εποχές της παλιάς καλής μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης, για κάθε μαζική κινητοποίηση που υπέσκαπτε τις λεωφόρους της ανάπτυξης δεν μπορούσε παρά να φταίει ο περίφημος "κομμουνιστικός δάκτυλος". Δυο δεκαετίες μετά τη Μεταπολίτευση, το ξαναζέσταμα της συνταγής είναι φυσικό να μην αποδίδει τα αναμενόμενα - πόσο μάλλον που η ελληνική κοινωνία, όπως και όλη η Ευρώπη, γνωρίζει κι αυτή την περίφημη "κρίση αντιπροσώπευσης", την αδυναμία δηλαδή των πολιτικών κομμάτων να εκπροσωπήσουν πειστικά τα λαϊκότερα κοινωνικά στρώματα. Ούτε οι παραδοσιακές ηθικολογίες, για τα δήθεν "ταπεινά υλικά κίνητρα" των εκάστοτε ξεσηκωμένων, είναι σε θέση να πιάσουν τόπο σε μιά εποχή που δοξάζει ως ύψιστη αρχή την οικονομική αποδοτικότητα, χλευάζει την οποιαδήποτε μη κερδοφόρα στράτευση και θεωρεί την "κονόμα" σαν το βασικότερο κριτήριο ατομικής επιτυχίας. Ακόμα και σε "αφελέστερους" καιρούς, άλλωστε, οι φορείς της κρατικής εξουσίας ελάχιστα γίνονταν πειστικοί, όταν καλούσαν τους υπηκόους τους να απαρνηθούν τα εγκόσμια: πάνε εννιά χρόνια από τότε που ο αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης κατηγορούσε τους καταληψίες φοιτητές ότι "νοιάζονται μόνο για το παχύ τους έντερο". Οι μόνοι που επηρεάστηκαν απ' αυτή την αποστροφή του οραματιστή υπουργού ήταν, ως γνωστόν, οι γελοιογράφοι της εποχής.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οι ειδικοί "επικοινωνιολόγοι" - στους οποίους έχει ανατεθεί, όπως μας πληροφορεί το "Βήμα" ( 24/11/96), η επεξεργασία του προπαγανδιστικού μπαράζ με το οποίο επιχειρείται να πειστεί η κοινή γνώμη να καταπιεί αμαχητί τον εξαγγελλόμενο "νεοφιλελευθερισμό με κοινωνικό πρόσωπο" - κατέληξαν σε ένα πολύ πιό εκσυγχρονισμένο ιδεολόγημα: αυτό της προάσπισης της "κοινωνικής συνοχής" απέναντι στον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος από τις διάφορες "ομάδες", που αρνούνται να υποτάξουν τα συμφέροντά τους σ' αυτά του "συνόλου".
Για "ομάδες" που προσπαθούν να "εκβιάσουν την κυβέρνηση σε παροχές" μίλησε ο πρωθυπουργός στη Βουλή την προηγούμενη Παρασκευή, στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινήθηκαν και οι επίσημοι φορείς των "εχόντων και κατεχόντων": "Η ελληνική οικονομία", διαβάζουμε σε ανακοίνωση που εξέδωσαν από κοινού ο ΣΕΒ και άλλες 8 επιχειρηματικές κι εργοδοτικές ενώσεις, "δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως όμηρος από ομάδες που αποφασίζουν να ασκήσουν πίεση στο κράτος παραβαίνοντας τους νόμους και εμποδίζοντας πολίτες και επιχειρήσεις να συνεχίσουν ομαλά τις δραστηριότητές τους". Δεν πρόκειται απλά για την εκσυγχρονισμένη εκδοχή της καταγγελίας των "προνομιούχων ρετιρέ" και των "συντεχνιών", που συνιστούσε το βασικό αντιαπεργιακό προπαγανδιστικό οπλοστάσιο της περασμένης δεκαετίας. Τα προβλήματα των διαμαρτυρόμενων κοινωνικών κατηγοριών θεωρούνται συνήθως υπαρκτά, τους αντιπαρατίθεται όμως η ανάγκη "σεβασμού του κοινωνικού συνόλου", που αυτές "εκβιάζουν" ή, στην καλύτερη περίπτωση, "ταλαιπωρούν δίχως αυτό να φταίει".
Εδώ βρίσκεται και η αχίλλεια πτέρνα της όλης ιδέας. Σε μια περίοδο που η νεοφιλελεύθερη εκκαθάριση των λιγότερο ανταγωνιστικών τομέων της οικονομίας θίγει τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού (αν και όχι ταυτόχρονα, ούτε με την ίδια ένταση), ουσία κι αποτέλεσμα της κρατικής πολιτικής είναι ακριβώς να προωθεί τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος σε επιμέρους "ομάδες". Οι ανταγωνιστικές ταυτότητες ενισχύονται έτσι είτε "θετικά" (μέσα από την υπεράσπιση των συμφερόντων τους απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση) είτε "αρνητικά" (με την αντιπαράθεσή τους προς τους άλλους - οι φορτηγατζήδες κατά των αγροτών, οι γιωταχήδες κατά των διαδηλωτών, οι γονείς κατά των απεργών καθηγητών, κοκ). Οι μόνοι που φαίνεται να μένουν στο απυρόβλητο (τουλάχιστον όσον αφορά το κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του) είναι η μειοψηφία εκείνη που ωφελείται από την απρόσκοπτη επέλαση των νόμων της αγοράς. Οταν αναφέρονται σ' αυτούς, άλλωστε, οι διαχειριστές της εξουσίας δεν κάνουν λόγο για "ομάδες" αλλά για "παραγωγικές τάξεις"...

 

(Ελευθεροτυπία, 14/12/1996)

 

www.iospress.gr