Η ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΤΡΩΕΙ ΤΑ «ΠΑΙΔΙΑ» ΤΗΣ
 

Αναμέτρηση των δύο Ιράν

 

Τριάντα χρόνια μετά, τα οδοφράγματα της Τεχεράνης ξανάρχονται στο προσκήνιο. Θυμίζοντάς μας ότι η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 δύσκολα μπορεί να χωρέσει στην καρικατούρα των επιγόνων της.


Τρεις βδομάδες μετά τις προεδρικές εκλογές της 12ης Ιουνίου στο Ιράν, ο μαζικός ξεσηκωμός που πυροδότησε η ανακοίνωση των επίσημων αποτελεσμάτων δείχνει να καταλαγιάζει κάτω από το βάρος της αμείλικτης καταστολής. Η αποφασιστική στήριξη του επίσημου νικητή, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, από ένα υπολογίσιμο τμήμα της ιρανικής κοινωνίας και -κυρίως- από τους θεσμικού εγγυητές της Ισλαμικής Δημοκρατίας φαίνεται πως καθόρισε τελικά το συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος του δημοκρατικού κινήματος.

Η μελέτη των καταγγελιών για νοθεία των εκλογικών αποτελεσμάτων δεν αφήνει βέβαια και πολλές αμφιβολίες για τη δυνατότητα (και την πιθανότητα) να πραγματοποιήθηκε όντως μια τέτοια επιχείρηση παραχάραξης της λαϊκής θέλησης από τη σκληροπυρηνική πτέρυγα του καθεστώτος που εκπροσωπεί ο Αχμαντινετζάντ: απουσία ή παρεμπόδιση του ελέγχου της καταμέτρησης από εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, περίεργη ομογενοποίηση των συσχετισμών σε όλη τη χώρα (με σβήσιμο των παραδοσιακών περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων και διαφοροποιήσεων), εκτύπωση ενός μεγάλου αριθμού «αγνοούμενων» ψηφοδελτίων, μπλοκάρισμα των επικοινωνιών SMS την ημέρα των εκλογών (με αποτέλεσμα τον αποσυντονισμό των εκλογικών αντιπροσώπων της αντιπολίτευσης), υπερβολικά γρήγορη ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων κ.ο.κ. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η (παραδοσιακή) δυνατότητα των Ιρανών να ψηφίζουν σε όποιο εκλογικό τμήμα θέλουν κάθε φορά, λεπτομέρεια που «νομιμοποιεί» την υπέρβαση του αριθμού των εγγεγραμμένων από τους ψηφίσαντες σε κάποιες περιοχές, επιτρέπει όμως ταυτόχρονα και το παραγέμισμα κάθε βολικής κάλπης με τα επιπλέον επιθυμητά ψηφοδέλτια.

Από την άλλη, ωστόσο, οι συγκεκριμένες αποδείξεις για νοθεία μεγάλης έκτασης είναι ακόμη μάλλον πενιχρές: ούτε η αναντιστοιχία ανάμεσα στα γκάλοπ και τα τελικά αποτελέσματα, ούτε αυτή ανάμεσα στα αποτελέσματα των ψηφοφοριών της διασποράς κι εκείνων του εσωτερικού συνιστούν συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία για τη νόθευση των αποτελεσμάτων. Οσο για την επικράτηση του Αχμαντινετζάντ σε ιστορικά προπύργια της αντιπολίτευσης, όπως το ιρανικό Ανατολικό Αζερμπαϊτζάν, μπορεί κι αυτή εξηγηθεί με βάση είτε την ταξική πόλωση στο μικροεπίπεδο (James Petras, «The Stolen Elections Hoax») είτε την πρόσφατη ικανοποίηση από το καθεστώς κάποιων στρατηγικών αιτημάτων της αζέρικης μειονότητας, με το άνοιγμα τοπικού πανεπιστημίου στην αζέρικη γλώσσα (Robert Fisk, The Independent 14/6/09). Η μαζική μεταστροφή των χωριών υπέρ του Αχμεντινετζάντ μεταξύ 2005 και 2009 θα μπορούσε φυσικά ν’ αποτελεί προϊόν βίας και νοθείας, αφού οι μικρές κοινότητες είναι συνήθως περισσότερο ευάλωτες σε τέτοιου είδους πιέσεις, μπορεί όμως και ν’ αντανακλά νεόδμητες κοινωνικές συμμαχίες – να είναι π.χ. αποτέλεσμα της πρόσφατης κοινωνικής ασφάλισης 3 εκατομμυρίων γυναικών που δουλεύουν «φασόν» στην ταπητουργία. Παραμένει άλλωστε άκρως αμφίβολο αν ακόμη και οι πιο ελεύθερες εκλογές θα μπορούσαν ν’ ανατρέψουν εκ βάθρων τον άνισο συσχετισμό μεταξύ των δυο βασικών υποψηφίων. Σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα, ο Αχμαντινετζάντ πήρε το 63 % των ψήφων έναντι μόλις 34% του μεταρρυθμιστή υποψηφίου Μιρ Χοσεϊν Μουσαβί.

Η πραγματικότητα αυτή δεν αναιρεί ωστόσο ούτε τη σημασία ούτε την αυθεντικότητα του μαζικού κινήματος διαμαρτυρίας που ξέσπασε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο, για πρώτη φορά μετά την παγίωση της Ισλαμικής Επανάστασης το 1980-81, και δεκάδες χιλιάδες συγκρούστηκαν επί μέρες με τις δυνάμεις καταστολής. Το πάθος κι η αποφασιστικότητά τους απέναντι σε σφαίρες και ροπαλοφόρους, αυτό το μίγμα απόγνωσης και μεθυστικής ελευθερίας που αναδύουν τα αμοντάριστα πλάνα που μας έρχονται μέσω You Tube από τα προσωρινά «απελευθερωμένα» οικοδομικά τετράγωνα των διαδηλώσεων, δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της ιρανικής κοινωνίας θεωρεί αφόρητη τη συνέχιση της ζωής κάτω από τη φασίζουσα, αστυνομοκρατούμενη και νεοπουριτανική εκδοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας που οικοδομείται από το 2004-2005 και εξής. Το ένα εκατομμύριο των (επίσημων) δημόσιων «σωφρονισμών» όσων νέων και γυναικών κρίθηκαν ύποπτοι «αντιισλαμικής» ένδυσης και συμπεριφοράς από την ειδική παρααστυνομία των Basiji μέσα σ’ ένα μόνο τετράμηνο του 2007, εξηγεί άλλωστε πολύ περισσότερα για το φετινό «Ιούνη» της Τεχεράνης από κάθε τεχνική συζήτηση για τη φερεγγυότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων. Εξ ού και η μυριόστομη κραυγή «κάτω ο δικτάτορας», που ακουγόταν στις συγκεντρώσεις του Μουσαβί πολύ πριν από το κλείσιμο της κάλπης.

Παρά την προσπάθεια μιας μερίδας των δυτικών ΜΜΕ να εμφανιστεί η όλη σύγκρουση σαν αναμέτρηση «φιλοδυτικών» και «ισλαμιστών», η εικόνα που προκύπτει τόσο από τα πλάνα των διαδηλώσεων όσο κι από τις σοβαρότερες αναλύσεις είναι αυτή της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δυο προγραμματικές εκδοχές (δημοκρατική και αυταρχική) της Ισλαμικής Επανάστασης. Η επιλογή του «μουσουλμανικού» πράσινου χρώματος από τους επιτελείς του Μουσαβί θα μπορούσε βέβαια να θεωρηθεί απλή προσαρμογή στην επιβεβλημένη θρησκευτική ορθότητα που διέπει κάθε εκλογική διαδικασία στο Ιράν (όπου οι «ανεπαρκώς ισλαμιστές» υποψήφιοι αποκλείονται προληπτικά από τις εκλογές). Ομως οι ισλαμικές αναφορές διατηρήθηκαν ακόμη και στις οριακές εκείνες στιγμές, όπου κάθε νομιμοφροσύνη απέναντι στην πολιτική ηγεσία έχει εκλείψει: οι επιθέσεις π.χ. ενάντια στους μισητούς Basiji (οκτώ απ’ τους οποίους σκοτώθηκαν -σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό- από τους διαδηλωτές) γίνονταν με την κραυγή «ο Αλλάχ είναι μεγάλος»! Δεν μπορούμε, ως εκ τούτου, παρά να συμφωνήσουμε με την εκτίμηση του Σλαβόι Ζίζεκ («Ε» 27.6.09), ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια «απόπειρα ανθρώπινης χειραφέτησης που δεν χωράει στο πλαίσιο μιας διαμάχης ανάμεσα σε φιλοδυτικούς φιλελεύθερους και αντιδυτικούς φονταμενταλιστές» αλλά διεκδικεί «την αναγέννηση του λαϊκού οράματος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η χομεϊνική επανάσταση» του 1979.

Η αρχή και το τέλος της επανάστασης

Παρά την εκ των υστέρων γελοιογράφησή της, η ίδια η ιρανική επανάσταση του 1979-1981 υπήρξε ένα από τα πιο μεγαλειώδη εγχειρήματα του είδους και μπορεί άνετα να συγκριθεί με το γαλλικό 1789 ή το ρωσικό 1917.

* Οπως η γαλλική και η ρώσικη επανάσταση, υπήρξε πάνω απ’ όλα μια πελώρια κίνηση μαζών: στα τέλη του 1978, οι διαδηλώσεις ενάντια στο Σάχη ξεπερνούσαν συχνά το ένα εκατομμύριο, ενώ η υποδοχή του Χομεϊνί στην Τεχεράνη από τρία εκατομμύρια λαού (1.2.1979) έχει καταγραφεί σαν η μαζικότερη αντικαθεστωτική εκδήλωση της ανθρώπινης Ιστορίας. Παρά το θεοκρατικό χαρακτήρα της κυρίαρχης συνιστώσας του, το επαναστατικό κίνημα υιοθέτησε κατεξοχήν νεωτερικές μορφές πάλης: διαδηλώσεις στα αστικά κέντρα και -κυρίως- μια πολύμηνη γενική απεργία (Οκτώβριος 1978 – Φεβρουάριος 1979) που αποστράγγισε τους παραγωγικούς πόρους του παλιού καθεστώτος και γονάτισε τα ισχυρά ερείσματά του στο στρατό και το «βαθύ κράτος». Η τελική κατάληψη της πολιτικής εξουσίας έγινε με μια τετραήμερη ένοπλη εξέγερση (10-13.2.1979), που είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την καταστροφή των πραιτοριανών της μοναρχίας αλλά και το πέρασμα ενός τμήματος των κρατικών οπλοστασίων στα χέρια των επαναστατημένων μαζών. Ενοπλες οργανώσεις όπως οι γκεβαρικοί «Φενταγίν του Λαού» ή οι αριστεροί ισλαμιστές «Μοτζαχεντίν του Λαού» μετέτρεψαν σε γραφεία τους τα μέχρι τότε κτίρια της Ασφάλειας και του Βασιλικού Ιδρύματος, αντίστοιχα, ενώ οι πανεπιστημιακοί χώροι μεταβλήθηκαν σε κέντρα ζύμωσης και προπαγάνδας επαναστατικών ιδεών. Η κινητοποίηση των μαζών συνεχίστηκε τα αμέσως επόμενα χρόνια, με αφορμή είτε την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας (4.11.1979), την πολύμηνη ομηρία του προσωπικού της και τη δημοσιοποίηση των αρχείων της, είτε την αντιπαράθεση διαφορετικών πολιτικοϊδεολογικών, εθνικών και κοινωνικών προγραμματικών στρατηγικών.

* Όπως το 1789 και το 1917, η ανατροπή του παλιού καθεστώτος υπήρξε κι εδώ αποτέλεσμα της συνδυασμένης δράσης ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών υποκειμένων με αρκετά διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές, διεκδικήσεις και χαρακτηριστικά: φιλελεύθεροι δημοκράτες, ορθόδοξοι κομμουνιστές, επαναστάτες μαρξιστές κάθε απόχρωσης και ισλαμιστές κάθε λογής – μετριοπαθείς συντηρητικοί, σοσιαλίζοντες ριζοσπάστες κι ακροδεξιοί φονταμενταλιστές, με όλους τους ενδιάμεσους συνδυασμούς. Μετά την ανατροπή της μοναρχίας, κινήματα κι οργανώσεις αναμετρήθηκαν δυναμικά επί δυόμισι χρόνια για τα χαρακτηριστικά που θα έπαιρνε η υπό οικοδόμηση μετεπαναστατική κοινωνία, για ζητήματα που κυμαίνονταν από την έκταση της κρατικοποίησης βασικών κλάδων της παραγωγής και της αναδιανομής της γης στους καλλιεργητές μέχρι τις ακριβείς συνταγματικές ισορροπίες μεταξύ κληρικαλισμού και λαϊκής κυριαρχίας ή το βαθμό αυτοδιοίκησης των εθνικών μειονοτήτων.

Ηγεμονική δύναμη αναδείχθηκε τελικά η συμμαχία του σιΐτικου κλήρου με τη μικρομεσαία αστική τάξη (το «παζάρι»), που αποτελούσε όχι μόνο φορέα των παραδοσιακών αξιών (ενάντια στο «διεφθαρμένο δυτικό τρόπο ζωής» και τον «άθεο μαρξισμό») αλλά και το βασικό χρηματοδότη τόσο του κλήρου όσο και της αντιμοναρχικής κινητοποίησης του 1978-79. Ο λόγος γι’ αυτή την πρωτόγνωρη -για τα δεδομένα της εποχής- εξέλιξη ήταν πολύ απλός: κάτω από τη δρακόντεια καταστολή κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής από την πανταχού παρούσα μυστική αστυνομία του Σάχη, ο μόνος χώρος στον οποίο μπορούσε να γίνει μια στοιχειώδης ζύμωση και οργάνωση των δυνάμεων της πολιτικής και κοινωνικής αντιπολίτευσης ήταν το «άσυλο» των τζαμιών. Μετά την ανατροπή της μοναρχίας, η ηγεμονία αυτή αποκρυσταλλώθηκε θεσμικά με την επεξεργασία κι υπερψήφιση ενός Συντάγματος που έθετε όλη την πολιτική και κοινωνική ζωή κάτω από την επιτήρηση και το δικαίωμα αρνησικυρίας του ανώτερου κλήρου. Στις προεδρικές εκλογές του 1980, απαγορεύθηκε έτσι ακόμη και η υποψηφιότητα του ηγέτη των Μοτζαχεντίν, Μασούντ Ρατζαβί, που -αν και ισλαμιστής- δεν θεωρήθηκε επαρκώς θεοσεβούμενος!

* Η τελική έκβαση της αναμέτρησης κρίθηκε κι εδώ όχι μόνο από τους εσωτερικούς ταξικούς συσχετισμούς αλλά κι από την ανάγκη αποτελεσματικής αντίστασης στην ξένη επέμβαση που επιχείρησε να πνίξει την επανάσταση στο λίκνο της – αρχικά με τη μορφή οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων εκ μέρους των ΗΠΑ, στη συνέχεια με τη στρατιωτική εισβολή του Ιράκ του (12.9.1980) και το συνακόλουθο πολύνεκρο οκταετή πόλεμο με τις στρατιές του Σαντάμ που υποστηρίζονταν ανοιχτά από όλες τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (ΗΠΑ, Δυτ. Ευρώπη, ΕΣΣΔ, Κίνα). Φιλελεύθεροι και μετριοπαθείς ισλαμιστές βρέθηκαν εκτεθειμένοι από τη δημοσιοποίηση των αρχείων της κατειλημμένης αμερικανικής πρεσβείας και την αποκάλυψη είτε διαμεσολαβητικών επαφών τους πριν από τη νίκη της επανάστασης είτε ακόμη και μόνο της (έστω και άκαρπης) απόπειρας της CIA να τους προσεγγίσει. Ο πόλεμος πάλι οδήγησε στη στρατιωτικοποίηση των ερεισμάτων του καθεστώτος, ανατρέποντας κάθε ισορροπία με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης: η «Φρουρά της Επανάστασης» (Πασνταράν), η οποία συγκροτήθηκε το Μάιο του 1979 ως ένοπλο σώμα λίγων χιλιάδων ισλαμιστών, μετατράπηκε το 1980-82 σε κανονικό παράλληλο στράτευμα με 200.000 μόνιμους κι 1.000.000 εφέδρους ενόπλους, όσους ακριβώς και ο τακτικός στρατός. Κυρίως όμως προσέφερε στην αυταρχική επιβολή του κλήρου μια πρόσθετη, «εθνική» νομιμοποίηση: στο εξής, η καταστολή των αντιφρονούντων γινόταν στο όνομα της προστασίας όχι μόνο της επανάστασης αλλά και της πατρίδας.

* Οπως στη Γαλλία και την ΕΣΣΔ, η επανάσταση καταβρόχθισε τέλος κι εδώ τα περισσότερα παιδιά της, μέσα από μια αιματηρή διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και ταυτόχρονης εκκαθάρισης όσων ριζοσπαστικών στοιχείων έρχονταν -έστω και μακροπρόθεσμα- σε αντίθεση με το θεοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος. Τον Αύγουστο του 1979, η καταστολή του κουρδικού εθνικού κινήματος συνδυάστηκε με ένα πρώτο κύμα απαγόρευσης προοδευτικών εφημερίδων και καταστροφής των γραφείων των αριστερών οργανώσεων από ισλαμικές παρακρατικές ομάδες. Ακολούθησε τον Απρίλιο του 1980 η κήρυξη μιας ισλαμικής «πολιτιστικής επανάστασης», με πολύνεκρη εισβολή των ίδιων παρακρατικών ομάδων στο πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, τριετές κλείσιμο κι εκκαθάριση όλων των σχολών από τους «ανεπαρκώς θρησκευόμενους» φοιτητές κι εκπαιδευτικούς. Ο τρίτος κι αιματηρότερος γύρος σημειώθηκε τον Ιούνιο του 1981, με την καθαίρεση από το ιερατείο του μετριοπαθούς προέδρου Αμπολχασάν Μπανί Σαντρ (που είχε εκλεγεί ενάμιση χρόνο νωρίτερα με ένα συντριπτικό 75 % των ψήφων) και το ξέσπασμα ενός έρποντος εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στο καθεστώς και τις οργανώσεις της μαρξιστικής και ισλαμικής Αριστεράς (Φενταγίν, Παϊκάρ και -κυρίως- Μοτζαχεντίν). Μέσα σε λίγους μήνες, το αντάρτικο των Μοτζαχεντίν θα αποκεφαλίσει εν μέρει το καθεστώς, εξοντώνοντας με βομβιστικές επιθέσεις μια σειρά επιφανή στελέχη και κάπου 2.000 μέλη του επίσημου Κόμματος Ισλαμικής Δημοκρατίας και των μηχανισμών ασφαλείας, για να πνιγεί τελικά σ’ ένα λουτρό αίματος με 12.500 τουλάχιστον εκτελέσεις, δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις και μεσαιωνικά βασανιστήρια. Το κλείσιμο του κύκλου ήρθε την άνοιξη του 1983, με την αναπάντεχη εξάρθρωση του ορθόδοξου φιλοσοβιετικού Κ.Κ. (Τουντέχ), που ώς τότε είχε στηρίξει τυφλά το καθεστώς στο όνομα του αντιιμπεριαλισμού, υπερψηφίζοντας την ανακήρυξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας και φτάνοντας στο σημείο να υποκαταστήσει τα τσιτάτα των Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν μ’ εκείνα του αγιατολάχ Χομεϊνί. Με έκδηλα στο πρόσωπό του τα σημάδια των βασανιστηρίων, ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Νουρεντίν Κιανουρί, «ομολόγησε» από τηλεοράσεως -πριν εκτελεστεί- τον «κατασκοπευτικό ρόλο» του στην υπηρεσία της Μόσχας. Το υστερόγραφο αυτής της εξολόθρευσης γράφτηκε στα τέλη του 1988, μετά το τέλος του ιρανοϊρακινού πολέμου, με θύματα ξανά τους Μοτζαχεντίν που στο μεταξύ είχαν διαπράξει το θανάσιμο λάθος να συμμαχήσουν με τον «εχθρό του εχθρού» τους – τον Σαντάμ Χουσέιν. Περίπου 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι οδηγήθηκαν μέσα σε λίγους μήνες στο ικρίωμα, ενώ τα εναπομείναντα τμήματα του «προδοτικού» αντάρτικου εξολοθρεύτηκαν από τις κατά τόπους ισλαμικές πολιτοφυλακές.

Η αντίφαση του συστήματος

Η ανάδειξη των ισλαμιστών σε απόλυτους κυρίαρχους του πολιτικού χάρτη της χώρας μετά το 1981-82, δεν σήμανε ωστόσο και το τέλος των δημόσιων αντιπαραθέσεων για τις στρατηγικές επιλογές του καθεστώτος, τόσο στο χώρο της οικονομίας όσο και σε αυτόν των ελευθεριών (ακριβέστερα: της έκτασης της στέρησής τους).

Σε όλη τη δεκαετία του ’80, λ.χ., δυο ηγετικά στελέχη θα διασταυρώσουν ακόμη και δημόσια τα ξίφη τους για το ζήτημα της οικονομικής στρατηγικής: ο «κρατικιστής» πρωθυπουργός Μιρ Μουσαβί, ως υπέρμαχος της ανάπτυξης του δημόσιου τομέα και της αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των λαϊκών τάξεων, και ο «συντηρητικός» πρόεδρος Αλί Χαμενεϊ, ως προασπιστής της ελευθερίας των ιδιωτικών κεφαλαίων. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς ντουέτο που, από τις θέσεις του υποψήφιου προέδρου και του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη αντίστοιχα, ηγήθηκε και της φετινής αναμέτρησης στους δρόμους της Τεχεράνης.

Χάρη στις τότε προτεραιότητες του «πολεμικού ισλαμισμού», οι επιλογές του Μουσαβί επικράτησαν τότε προσωρινά, για να αναιρεθούν μέσα στη δεκαετία του ’90 από την «πραγματιστική» υπόκλιση των προέδρων Ραφσαντζανί και Χαταμί στις επιταγές της αγοράς. Ωσπου, την άνοιξη του 2005, ο Χαμενεϊ «επανερμήνευσε» το Σύνταγμα του 1979 στη βάση του Ισλάμ, έτσι ώστε να επιτραπεί η ιδιωτικοποίηση του 80% των δημοσίων επιχειρήσεων παρά τη ρητή σχετική συνταγματική απαγόρευση.

Κεντρική αντίφαση του όλου συστήματος, επί τρεις συνεχόμενες δεκαετίες, αποτελεί ο συνδυασμός μιας στοιχειώδους (αλλά υπαρκτής, σε σύγκριση ιδίως με τα τριγύρω απολυταρχικά καθεστώτα) πολιτικής ζωής, με πραγματικές εκλογές των οργάνων της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, και του θεσμοποιημένου ασφυκτικού ελέγχου αυτών των διαδικασιών από το σιϊτικό ιερατείο, που σε κρίσιμες καμπές αναδεικνύεται σε καθοριστικό ρυθμιστή των πολιτικών συσχετισμών.

Η νίκη των σκληροπυρηνικών ισλαμιστών στις βουλευτικές εκλογές του 2004 οφειλόταν έτσι όχι σε κάποια αλλαγή μέσα στην κοινωνία, αλλά στον προληπτικό αποκλεισμό 1.000 περίπου «μεταρρυθμιστών» υποψηφίων από τους (συνταγματικά αρμόδιους γι’ αυτό το φιλτράρισμα) ανώτερους κληρικούς του «Συμβουλίου των Φρουρών».

Εξίσου καθοριστική αντίφαση, σ’ ένα άλλο επίπεδο, συνιστά η συνάρθρωση μιας επίσημης ιδεολογίας που ευαγγελίζεται την επιστροφή στον 7ο αιώνα με την ταυτόχρονη δρομολόγηση μιας αντικειμενικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού των κοινωνικών δομών της χώρας, που υπονομεύει μακροπρόθεσμα την πρώτη. Μεταξύ 1988 και 2000, π.χ., ο αριθμός των φοιτητών και φοιτητριών επταπλασιάστηκε από 200.000 σε 1.400.000, με αποτέλεσμα τη σταδιακή αλλά σταθερή υπονόμευση της αυθεντίας του ιερατείου στα μάτια της νέας γενιάς.

Η άνοδος στην προεδρία του «λαϊκιστή» Αχμαντινετζάντ, το 2005, σημαδεύει τη μετάβαση σε μια συμμαχία των πιο αδηφάγων στρωμάτων της νέας ηγετικής τάξης με μια μερίδα των λαϊκών στρωμάτων. Μια οικονομική πολιτική ξεπουλήματος των δημόσιων επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα και ταυτόχρονης επέκτασης του κράτους προνοίας χάρη στα αυξημένα έσοδα από το πετρέλαιο, αντιφατική κι εύθραυστη, επενδύεται ιδεολογικά με ένα τρομολάγνο επικοινωνιακό μπαράζ για την «κατάρρευση της δημόσιας τάξης», την «ηθική κατρακύλα της νεολαίας των πόλεων» και την ανάγκη επιστροφής στην άτεγκτη «επαναστατική ηθική» των πρώτων χρόνων μετά το 1979.

Είναι αυτό το τελευταίο εγχείρημα, η εξαπόλυση μιας γενικευμένης «επιχείρησης αρετής» με την ανάθεση εκτεταμένων εξωθεσμικών αστυνομικών και -κυρίως- «σωφρονιστικών» καθηκόντων στο παραστυνομικό σώμα των Basiji, που οδήγησε στην πρωτοφανή πολιτική πόλωση των φετινών εκλογών. Εκλογών οι οποίες, ανεξάρτητα από τη φερεγγυότητα των επίσημων αποτελεσμάτων τους, κατέγραψαν κυρίως την ύπαρξη -και τη μέχρις εσχάτων αναμέτρηση- δυο διαφορετικών κοινωνιών που αντλούν τις αναφορές και τις εμπνεύσεις τους απ’ την ίδια «στιγμή» της πρόσφατης Ιστορίας.
 

 


Σοβιέτ στον Οίκο του Ισλάμ

Ενα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά της πρώτης περιόδου της Ιρανικής Επανάστασης, μεταξύ 1978 και 1981, υπήρξε η συγκρότηση και λειτουργία «εργατικών συμβουλίων» (shura) στους χώρους δουλειάς, στα μεγάλα ιδίως εργοστάσια της Τεχεράνης και των άλλων βιομηχανικών κέντρων. Προϊόντα της ίδιας της δυναμικής της πολύμηνης γενικής απεργίας που ανέτρεψε το καθεστώς του Σάχη, κι όχι κάποιας προϋπάρχουσας θεωρητικής επεξεργασίας των (ως επί το πλείστον μαοϊκών ή γκεβαριστικών) οργανώσεων της τότε ιρανικής Αριστεράς, τα συμβούλια αυτά θύμισαν σε πολλούς τις εργοστασιακές επιτροπές του ρωσικού 1917. Η αντιμετώπιση δε αυτού του άτυπου θεσμού από το νέο καθεστώς αποτύπωσε με το σαφέστερο δυνατό τρόπο τα όρια, το ταξικό περιεχόμενο και τους στρατηγικούς προσανατολισμούς της νεοσύστατης -τότε- Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να διακρίνουμε τρεις χρονικές περιόδους όσον αφορά τη δράση των εργατικών συμβουλίων.

Η πρώτη φάση ξεκινά με την ανατροπή του Σάχη, το Φεβρουάριο του 1979, και τερματίζεται με το πρώτο κύμα καταστολής της Αριστεράς, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Είναι η εποχή των μεγάλων ελπίδων, των ριζοσπαστικών πειραματισμών και του γενικευμένου αιτήματος για εκδημοκρατισμό σε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής. Σε πολλά εργοστάσια, τα συμβούλια σχηματίζονται για να καλύψουν το κενό που προκλήθηκε από την εσπευσμένη φυγή των ιδιοκτητών στο εξωτερικό και την ανάγκη να συνεχιστεί η παραγωγή. Αλλού, η συγκρότησή τους επιβλήθηκε από το αίτημα για απομάκρυνση των χαφιέδων του «συνδικαλιστικού» της Ασφάλειας (Σαβάκ) και διασφάλισης της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων απέναντι στο οικονομικό σαμποτάζ και την ιδιοποίηση των αποθεματικών τους από τα εναπομείναντα αφεντικά. Στην πρώτη περίπτωση, τα συμβούλια ανέλαβαν de facto τη διαχείριση, ενώ στη δεύτερη διεκδίκησαν κάποιες μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή κι αποφασιστικό λόγο στις προσλήψεις ή απολύσεις. Μέλη τους εκλέγονταν κατά κανόνα είτε μεσαία τεχνικά στελέχη είτε ειδικευμένοι εργάτες. Τόσο η έκταση των αρμοδιοτήτων των συμβουλίων όσο κι ο βαθμός επιτυχίας του εγχειρήματος ποίκιλε φυσικά από εργοστάσιο σε εργοστάσιο.

Η πρώτη μετεπαναστατική κυβέρνηση (του «μετριοπαθούς» Μεχντί Μπαζαργκάν) κράτησε στάση απόλυτα εχθρική απέναντι σ’ αυτή την εκδήλωση αυτοτελούς χειραφέτησης των κατώτερων τάξεων: μετά την ανατροπή της δυναστείας των Παχλεβί, διακήρυσσαν τα στελέχη της, τα εργατικά συμβούλια δεν είχαν πιά κανένα λόγο ύπαρξης. Σε υπεράσπιση του νέου θεσμού έσπευσαν ωστόσο όχι μόνο οι οργανώσεις της Αριστεράς (που, με εξαίρεση τους ορθόδοξους κομμουνιστές του «Τουντέχ», έβλεπαν σε αυτόν το πρόπλασμα της επερχόμενης κοινωνικής επανάστασης) αλλά ακόμη και στελέχη της ισλαμικής δεξιάς. Ο δε Χομεϊνί απέφυγε διακριτικά να πάρει οποιαδήποτε δημόσια θέση για το ζήτημα.

Η βραχύβια καταστολή της Αριστεράς τον Αύγουστο του 1979 και η πτώση του Μπαζαργκάν το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς σηματοδοτούν το πέρασμα στη δεύτερη φάση, με το διορισμό διοικήσεων στις «αδέσποτες» και λοιπές κρατικοποιημένες επιχειρήσεις, τη διάλυση των εκλεγμένων εργατικών συμβουλίων και την αντικατάστασή τους από «ισλαμικά συμβούλια». Τα καινούρια αυτά σώματα αποτελούνταν από εκπροσώπους των εργαζομένων, της διοίκησης και του Υπουργείου Εργασίας, είχαν δε καθαρά συμβουλευτικό ρόλο. Η ανάκτηση του ελέγχου ολοκληρώθηκε με τη σύσταση «Ισλαμικών Ενώσεων» και την εγκατάσταση ιεροκηρύκων στα εργοστάσια, με αποστολή την επιβολή αναγκαστικής προσευχής στους εργάτες και ουσιαστικό καθήκον τον έλεγχο της πολιτικής και συνδικαλιστικής δραστηριότητας εκεί.

Η τρίτη τομή ήρθε το καλοκαίρι του 1981, με την αιματηρή εξολόθρευση της μαρξιστικής και ισλαμικής Αριστεράς, την περικοπή των ονομαστικών μισθών, τη στρατιωτικοποίηση της βιομηχανίας και την επιβολή πλήρους κυριαρχίας της νέας διευθυντικής τάξης. Μετά τα εκλεγμένα εργατικά συμβούλια, ήρθε η σειρά (και) των «ισλαμικών» να τεθούν εκτός νόμου. «Το Ισλάμ δεν αναγνωρίζει κανένα σύστημα συμβουλίων», εξήγησε με αφοπλιστική σαφήνεια ο νέος υπουργός Εργασίας, Ταβακουλί. «Η διακυβέρνηση ανήκει στο Θεό, τους προφήτες και τους ιμάμηδες». Δεδομένου δε ότι ούτε ο Αλλάχ ούτε οι προφήτες εκδήλωσαν ποτέ κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μάνατζμεντ, εξυπακούεται πως αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους επί γης εκπροσώπους τους και τον επιχειρηματικό περίγυρό τους.
 

 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Behrang

«Ιράν. Ο αδύνατος κρίκος»

(Αθήνα 1979, εκδ. Σίσυφος)

Η σοβαρότερη δουλειά που υπάρχει στα ελληνικά για την ιρανική επανάσταση του 1979 και τους πρώτους μετεπαναστατικούς μήνες, συνταγμένη από ομάδα ιρανών πολιτικών προσφύγων και γάλλων συμπαραστατών τους. Εργο έντονα σημαδεμένο, πάντως, από τη διάχυτη αισιοδοξία των ημερών και την υπερεκτίμηση των «αντικειμενικά προοδευτικών» χαρακτηριστικών του σιϊτικού κλήρου.

Αγιατολλάχ Χομεϊνί

«Το πιστεύω μου»

(Αθήνα 1979, εκδ. Κάκτος)

Γελοιογραφική αναπαραγωγή τσιτάτων (;) του ιρανού ηγέτη «από το διεθνή Τύπο», χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις αλλά με οφθαλμοφανή ρατσιστική χροιά.

Fred Halliday

«Iran. Dictatorship and Development»

(Λονδίνο 1979, εκδ. Penguin)

Εξαιρετική ανατομία του προεπαναναστατικού Ιράν από το γνωστό βρετανό διεθνολόγο. Περιλαμβάνει συνοπτική σκιαγράφηση των κατακτήσεων, ισορροπιών και διλημμάτων της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου.

Saul Bakhash

«The reign of the Ayatollahs»

(Λονδίνο 1985, εκδ. Unwin)

Συνεκτική καταγραφή της σταδιακής οικοδόμησης του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, από έναν πανεπιστημιακό που δεν κρύβει την προτίμησή του για τους μετριοπαθείς κυβερνήτες της πρώτης περιόδου.

Assef Bayat

«Workers’ control after the revolution»

(MERIP Reports, 113 [3-4.1983], σ.19-23)

Το ιστορικό των εργατικών συμβουλίων του 1978-1981, μέσα από το παράδειγμα συγκεκριμένων εργοστασίων της Τεχεράνης.

Middle East Report

Η σύγχρονη μετεξέλιξη της αριστερής επιθεώρησης MERIP Reports παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης για τα τεκταινόμενα στο Ιράν και τη Μ. Ανατολή γενικότερα. Τμήμα της πιο πρόσφατης αρθρογραφίας είναι προσβάσιμο ηλεκτρονικά στο δικτυακό τόπο του ερευνητικού κέντρου.

 

 

Ελευθεροτυπία, 5/7/2009

 

www.iospress.gr