ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΑΤΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΙΧΝΕΥΤΕΣ
 

Η στιγμή του ψεύδους!

 

Το διεθνές τηλεριάλιτι «Στιγμή της Αλήθειας» είναι η απλή εκδοχή ενός μεγάλου μύθου, ότι δηλαδή υπάρχει κάποιο μηχάνημα που ανιχνεύει την αλήθεια. Η εμπορική εκμετάλλευση των ανιχνευτών αυτών είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την επιστημονική τους αξιοπιστία.
 

Υστερα από τον πρώτο αιφνιδιασμό, το νέο ριάλιτι του τηλεοπτικού σταθμού Antenna «Η Στιγμή της Αλήθειας» μπήκε στη σειρά των τηλεσκουπιδιών που σωρεύονται στην υπερκορεσμένη ελληνική τηλεοπτική χωματερή.

Το κρυφό χαρτί της παραγωγής αυτής, που είναι η ελληνική εκδοχή ενός διεθνούς ριάλιτι το οποίο μεταδίδεται από κανάλια όλου του κόσμου (με πρώτη διδάξασα την Κολομβία), αποτελεί ασφαλώς η παρουσιάστρια.

Η κυρία Ευγενία Μανωλίδου προκάλεσε ήδη πολλές συζητήσεις με τη διπλή ιδιότητα της ταλαντούχου μουσικού και της συντρόφου του βουλευτή του ΛΑΟΣ Αδωνι Γεωργιάδη.

Η αλήθεια του ΛΑΟΣ

Ο κ. Γεωργιάδης είναι ο πρώτος που βρέθηκε στην ανάγκη να απολογηθεί για το ρόλο της συντρόφου του σ' αυτή την αθλιότητα και υποχρεώθηκε να κάνει αντιφατικές δηλώσεις για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Μιλώντας σε συνάντηση που οργανώθηκε από ομοϊδεάτες του σε κλειστή αίθουσα («Π. Σ. Θερμοπύλαι»), στις 20/10/08, ο κ. Γεωργιάδης επιχείρησε να τα ρίξει όλα στη σύντροφό του.

Κάποιος από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του διατύπωσε τότε την απογοήτευσή του: «Εχω στεναχωρηθεί από το παιχνίδι που παρουσιάζει η γυναίκα σας. Το είδα προχτές και μου πέσανε τα μούτρα».

Με τη γνωστή του ευκολία ο κ. Γεωργιάδης ένιψε τα χέρια του: «Υπάρχει κανένας εδώ να με έχει ακούσει να είπα ότι εγώ σας καλώ να δείτε αυτό το παιχνίδι στην τηλεόραση; Εγώ είπα το ακριβώς αντίθετο. Εγώ είπα ότι όπως όλα τα ριάλιτι τα θεωρώ τηλεσκουπίδια, το ίδιο είπα στην εκπομπή μου, ότι αυτό που παρουσιάζει η γυναίκα μου είναι το ίδιο τηλεσκουπίδι. Και δεν καλώ κανέναν να το δει. Τελεία. Αν σου πω εγώ επειδή είναι η γυναίκα μου δες το, να 'ρθεις και να με φτύσεις. Τώρα, τις επαγγελματικές επιλογές της γυναίκας μου, στη γυναίκα μου».

Τον διαψεύδει η ίδια η κυρία Μανωλίδου. Στη συνέντευξη που έδωσε στην Αθηνά Γκόρου για την «Ελευθεροτυπία», μία μέρα νωρίτερα (19/10), η παρουσιάστρια αποκαλύπτει ότι ο βουλευτής της είπε: «Μακάρι να γίνει (το ριάλιτι) γιατί είναι ένα μεγάλο κανάλι και ενδεχομένως να βρεις ανθρώπους που να μπορούν να σε βοηθήσουν και στον άλλο σου τομέα».

Μάλιστα, σε άλλο σημείο η κυρία Μανωλίδου είναι ακόμα πιο αποκαλυπτική: «Μα ο λόγος που δέχτηκα να κάνω τη "Στιγμή της Αλήθειας" ήταν η επιμονή του Αδώνιδος. Εγώ δεν ήθελα καθόλου αυτό το παιχνίδι. Ημουν πολύ αρνητική. Εκείνος μου είπε: "Ξεκίνα και, αν δεν σου αρέσει, όταν τελειώσει ο κύκλος σταματάς"». Μ' άλλα λόγια, αν έβαζαν τον κ. Γεωργιάδη στη δοκιμασία του «ανιχνευτή ψεύδους» θα αποτύχαινε παταγωδώς. Η κ. Μανωλίδου καρφώνει, μάλιστα, και τον πρόεδρο του κόμματος, τον κ. Καρατζαφέρη, ότι ενημερώθηκε κι αυτός και της ευχήθηκε καλή επιτυχία!

Νιώθει κανείς τον πειρασμό να θεωρήσει το νέο αυτό ριάλιτι κάτι σαν «οικογενειακή υπόθεση» του ΛΑΟΣ, εφόσον δεν είναι μόνο η σύντροφος του κ. Γεωργιάδη που παρουσιάζει την ελληνική εκδοχή αυτής της διεθνούς παραγωγής, αλλά και ο αδελφός του Μάκη Βορίδη, ο Κώστας Βορίδης, ο οποίος βρίσκεται πίσω από την παραγωγή της εκπομπής με την ιδιότητα του σκηνοθέτη και του project manager.

Η περίπτωση προσφέρεται για ευφυολογήματα, αλλά για όλα αυτά έχουν ειπωθεί και γραφτεί περίπου τα πάντα. Φρόντισε άλλωστε και το ΕΣΡ να φιλοδωρήσει το κανάλι με πρόστιμο 200.000 ευρώ για την εκπομπή, ενώ συζητήθηκε και η διακοπή της.

Κοινός τόπος των επικριτών είναι ο αυτοεξευτελισμός των παικτών και των οικογενειών τους, η διαπόμπευση των προσωπικών αδυναμιών τους και η κατάργηση κάθε ιδιωτικότητας. Αλλά όλα αυτά συνυπάρχουν με διάφορες αναλογίες σε όλα τα ριάλιτι.

Οσοι τα υφίστανται (ως παίκτες, παρουσιαστές και τηλεθεατές) είναι πλέον ενημερωμένοι για το είδος του σύγχρονου αυτού Κολοσσαίου. Απ' αυτή την άποψη, η «Στιγμή της Αλήθειας» δεν έχει τίποτα καινούριο να εισφέρει στην τηλεοπτική χωματερή.

Υπάρχει όμως και μια υπόγεια διάσταση, που δεν φαίνεται να απασχολεί τη δημοσιότητα. Κανείς από τους συντελεστές και τους επικριτές της εκπομπής δεν αμφισβητεί τη σοβαρότητα της επιστημονικής μεθόδου στην οποία στηρίζεται το τηλεοπτικό αυτό σόου. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, η κυρία Μανωλίδου εκφράζει την απόλυτη εμπιστοσύνη της στο μηχάνημα ανίχνευσης: «Απ' ό,τι ξέρω, ο ανιχνευτής ψεύδους έχει την ίδια ακρίβεια με το τεστ DNA. Σου λέει ότι είναι ψέμα ή αλήθεια κατά 99,0%. Ποσοστό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πάντως, εδώ και έξι χρόνια που το παιχνίδι βρίσκεται στον αέρα στην Αμερική, κανείς δεν έχει αμφισβητήσει το αποτέλεσμα» («Εθνος», 22/10/08).

Ο μύθος του ανιχνευτή

Το σίγουρο είναι ότι ο ανιχνευτής που χρησιμοποιείται στην ελληνική εκπομπή είναι το ίδιο μηχάνημα που έχει και η μητρική εκπομπή στις ΗΠΑ. «Ο συγκεκριμένος ανιχνευτής που έχουμε εμείς είναι ο ίδιος που χρησιμοποιείται και στην Αμερική», εξηγεί με πειθώ η κυρία Μανωλίδου. «Ερχεται μία φορά το μήνα στη χώρα μας, στις σαράντα μέρες και περνάνε από αυτόν όλοι οι παίκτες μας».

Η μυστικότητα γύρω από το είδος του ανιχνευτή που χρησιμοποιείται στο διεθνές αυτό τηλεοπτικό σόου δεν μας επιτρέπει να αναφερθούμε στη συγκεκριμένη εταιρεία που το παράγει. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι η πρώτη εφαρμογή της μεθόδου σε τηλεοπτική εκπομπή έγινε στην Κολομβία κι ακολούθησαν πολλές χώρες σ' όλο τον κόσμο. Αλλά δεν υπάρχουν πραγματικά μυστικά στους ανιχνευτές αυτούς.

Και αντίθετα από τη σιγουριά της κυρίας Μανωλίδου, οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει κατορθωτό να κατασκευαστεί ένας αξιόπιστος «ανιχνευτής ψεύδους».

Είναι προφανής η χρησιμότητα που θα είχε για τις αρχές ασφαλείας ή τη δικαιοσύνη κάποια παρόμοια μηχανή, αν ήταν αξιόπιστη. Αλλά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ειδικοί μελετητές, αυτό έχει επιτευχθεί μόνο στις κινηματογραφικές ταινίες και τα κόμιξ (Eriksson, 2006).

Η πιο γνωστή μορφή του ανιχνευτή ψεύδους είναι ο λεγόμενος «Πολυγράφος» (Polygraph) η πρώτη εμφάνιση του οποίου σστις ΗΠΑ χρονολογείται στο 1917. Στη δικαστική ιστορία των ΗΠΑ είναι γνωστή μια υπόθεση που εκδικάστηκε το 1923 με τη χρήση του ανιχνευτή αυτού, σε μια πιο επεξεργασμένη μορφή.

Η βασική ιδέα που κρύβεται πίσω από τον Πολυγράφο είναι ότι το ψέμα αυξάνει το επίπεδο άγχους στο άτομο που ψεύδεται, οπότε, αν είναι δυνατόν να καταγραφούν οι ακούσιες αντιδράσεις που συνδέονται με το άγχος (δηλαδή η αναπνοή, ο σφυγμός, η πίεση, οι αντιδράσεις του δέρματος), τότε είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και πότε κάποιος λέει ψέματα. Το πρόβλημα είναι ότι άλλο πράγμα η ανίχνευση του άγχους και άλλο του ψέματος. Από καμιά επιστημονική (ούτε καν εμπειρική) έρευνα δεν συνάγεται υποχρεωτικά ότι ένα άτομο που αντιμετωπίζει άγχος αναγκαστικά ψεύδεται.

Γνωρίζοντας αυτό το επιστημονικό δεδομένο, όσοι υποστηρίζουν τη χρήση του Πολυγράφου αποφεύγουν να τον ονομάσουν «ανιχνευτή ψεύδους», στην πραγματικότητα όμως τον χρησιμοποιούν σαν να ήταν τέτοιος.

Μελέτες αμφισβήτησης

Χαρακτηριστική είναι και η απάντηση που δίνει σε συνέντευξή του για το ριάλιτι του Antenna ο Χάουαρντ Σουλτζ, ο άνθρωπος που δημιούργησε το Moment of Truth στις ΗΠΑ, δηλαδή την εκπομπή που μεταφέρθηκε από την κυρία Μανωλίδου στα καθ' ημάς.

Τον ρωτάει η Αφροδίτη Γραμμέλη: «Θα αφήνατε ένα μηχάνημα να αποφασίσει για τα συναισθήματά σας;» Και εκείνος τη διορθώνει με αποκαλυπτικό τρόπο: «Το συγκεκριμένο μηχάνημα δεν αποφασίζει για τα συναισθήματά μου. Μετράει τις αντιδράσεις του ανθρώπινου σώματος στις ερωτήσεις. Ο πολυγράφος μεταφράζει αυτά τα αποτελέσματα» («Βήμα», 21/12/08).

Μια πιο εξειδικευμένη μορφή ανιχνευτή βασίζεται στη μέτρηση τρεμουλιάσματος στη φωνή, η οποία υποτίθεται ότι συνδέεται με τη διάθεση του ατόμου να εξαπατήσει τον συνομιλητή του. Η τεχνολογία αυτή παίρνει και μορφές ελέγχου των μυών του λάρυγγα, αλλά οι σοβαρές επιστημονικές μελέτες (Shipp and Izdebski, 1981 και Hollien, 1987) έχουν αποδείξει ότι ούτε ως υποθέσεις εργασίας δεν μπορούν να σταθούν αυτές οι θεωρίες.

Ισως η πιο πειστική επιστημονική αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των σύγχρονων μεθόδων ανίχνευσης ψεύδους είναι η μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις αμερικανικές φυλακές.

Οπως αναφέρουν οι συντάκτες της μελέτης, «ρωτήσαμε κρατούμενους στην κρατική φυλακή της Οκλαχόμα αν έχουν προβεί τελευταία σε παράνομη χρήση ναρκωτικών. Οι απαντήσεις συγκρίθηκαν με τα αποτελέσματα των εξετάσεων ούρων ώστε να δούμε σε ποιο βαθμό ήταν ειλικρινείς» (Damphousse, 2007).

Οπως αναφέρουν άλλοι επιστήμονες (Eriksson, Lacerda 2007), αυτός ήταν ο πιο ακριβής τρόπος να υπάρχουν ελέγξιμα αποτελέσματα. Χρησιμοποιήθηκαν μάλιστα τα πιο σύγχρονα μηχανήματα που κυκλοφορούν έτσι ώστε να μην υπάρχει το αντεπιχείρημα ότι έχουν βελτιωθεί στα τελευταία μοντέλα οι αδυναμίες παλαιότερων.

Με δυο λόγια, το αποτέλεσμα της σύγκρισης ήταν απολύτως απογοητευτικό για τους θιασώτες των ανιχνευτών: μόνο το 15% από εκείνους που είπαν ότι δεν είχαν πάρει ναρκωτικά, αλλά σύμφωνα με τις εξετάσεις ούρων έλεγαν ψέματα, υποδείχτηκαν ως ψευδόμενοι. Από την άλλη, το 8,5% από εκείνους που έλεγαν αλήθεια, δηλαδή τα ούρα τους ήταν καθαρά, υποδείχτηκαν από τους ανιχνευτές ψεύτες.

Η έρευνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πραγματοποιήθηκε με τη χρηματοδότηση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και τη βοήθεια όλων των άλλων αρμόδιων υπηρεσιών, ενώ τα αποτελέσματά της φιλοξενούνται στον ιστότοπο του Εθνικού Ινστιτούτου Δικαιοσύνης. Και, όπως λέει ο βασικός συντάκτης της μελέτης, καθηγητής Damphousse, «τα δυο δημοφιλέστερα προγράμματα ανάλυσης που χρησιμοποιούνται από αστυνομικά τμήματα δεν είναι πιο αξιόπιστα από το να στρίψει κανείς ένα νόμισμα».

Η αξιοποίηση του ανιχνευτή

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Γιατί όλα αυτά θα ήταν ίσως αδιάφορα για την καθημερινότητα του πολίτη, αν αφορούσαν μόνο τις έρευνες των επιστημόνων ή αν εφαρμόζονταν μόνο σε τηλεριάλιτι του τύπου της εκπομπής «Στιγμή της Αλήθειας».

Ομως τα πράγματα σοβαρεύουν από τη στιγμή που αυτά τα μηχανήματα χρησιμοποιούνται ήδη σε πολλές χώρες, με αποτέλεσμα να έχουν κατηγορηθεί χιλιάδες άτομα ως ψεύτες και να έχουν υποστεί κάθε είδους διώξεις, ενώ κάποια άλλα να έχουν απαλλαγεί χάρη στην ικανότητά τους να περάσουν το απατηλό τεστ.

Στις ΗΠΑ ισχύει από το 1988 ο νόμος που απαγορεύει τη χρήση ανιχνευτή στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα (Employee Polygraph Protection Act), όμως η αμερικανική κυβέρνηση εξαιρεί τον εαυτό της από αυτή την απαγόρευση. Ετσι, όχι μόνο χρησιμοποιούνται ανιχνευτές σε αστυνομικά τμήματα και ανακριτικές υπηρεσίες σε πολλές πολιτείες, αλλά τον ίδιο έλεγχο είναι υποχρεωμένοι να υποστούν και οι υποψήφιοι υπάλληλοι του αμερικανικού Δημοσίου σε πολλούς τομείς: υποψήφια στελέχη του FBI, της DEA, της Secret Service, της CIA, της NSA, της DIA, των ενόπλων δυνάμεων, ακόμα και του πυροσβεστικού σώματος.

Η τελευταία εντυπωσιακή προσπάθεια εισαγωγής των ανιχνευτών σε ευρωπαϊκή χώρα φέρει την υπογραφή του Γκόρντον Μπράουν: Στις 2 Δεκεμβρίου ο βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα υποβάλλονται σε τεστ οι υποψήφιοι δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων και άλλων παροχών. Ηδη η μέθοδος εφαρμόζεται από 25 τοπικά συμβούλια στη Βρετανία. Τα μηχανήματα που έχουν επιλεγεί, βασίζονται στην τεχνολογία LVA της ισραηλινής Nemesysco (βλ. και διπλανές στήλες). Της ίδιας εταιρείας είναι και μια παραλλαγή του ίδιου ανιχνευτή για να ελέγχονται επιβάτες σε αεροδρόμια (Gate Keeper).

Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι ήδη εφαρμόζεται στο διεθνές αεροδρόμιο της Μόσχας. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τα πράγματα γίνονται ακόμα σοβαρότερα. Αρκεί εδώ να πούμε ότι η εταιρεία Nemesysco, που εμπορεύεται αυτά τα προϊόντα, εκτός από τους «ανιχνευτές ψεύδους» παράγει και «ανιχνευτές έρωτα» (love detectors), στηριγμένους στην ίδια τεχνολογία.

Τα ποσά που δαπανώνται γι' αυτά τα μηχανήματα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Το σύστημα VSA που κατασκευάζει η εταιρεία NITV πωλείται προς 9.995 δολ. προεγκατεστημένο σε φορητό υπολογιστή Dell. Η εκπαίδευση του χειριστή κοστίζει άλλα 1.400 δολ. Με δεδομένο ότι το πρόγραμμα χρησιμοποιείται από τουλάχιστον 1.400 υπηρεσίες των ΗΠΑ, ο τζίρος ξεπερνά τα 16 εκατ. δολ., ακόμα και αν καθεμία απ' αυτές διαθέτει μόνο ένα μηχάνημα και έναν χειριστή. Ακόμα ακριβότερη είναι η Nemesysco: Χρεώνει περίπου 25.000 δολάρια για το πακέτο υπολογιστή και εκπαίδευσης ενός ατόμου.

Δεν είναι, βέβαια, τρελοί όλοι αυτοί που εμπιστεύονται τα αναξιόπιστα αυτά μηχανήματα. Ούτε οι αστυνομικές και οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες, ούτε οι δημοτικές αρχές, ούτε οι ασφαλιστικές εταιρείες. Εχει αποδειχθεί ότι η χρήση αυτών των ανιχνευτών εξοικονομεί πολλά χρήματα στις υπηρεσίες και τις εταιρείες που τα χρησιμοποιούν. Το δημοτικό συμβούλιο του Χάροου στη Βρετανία ισχυρίζεται ότι τους τρεις πρώτους μήνες εξοικονόμησε 300.000 λίρες. Ο λόγος είναι ότι όσοι υφίστανται το τεστ φοβούνται ότι θα αποκαλυφτούν και προτιμούν να πουν την αλήθεια.

Ενας από τους πολέμιους των «ανιχνευτών» έφερε ως παράδειγμα του τρόπου που λειτουργεί ο ανιχνευτής την περίπτωση ενός αστυνομικού τμήματος σε μια μικρή επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ. Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν στο κεφάλι του υπόπτου ένα μεταλλικό σουρωτήρι (απ' αυτά για τα μακαρόνια) και το συνέδεσαν (υποτίθεται) με ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα, το οποίο είχε μέσα μια σελίδα που έγραφε: «λέει ψέματα».

Αρχισαν να ανακρίνουν τον ύποπτο και σε κάθε του απάντηση πατούσαν το κουμπί του φωτοαντιγραφικού, οπότε έβγαινε ένα φωτοαντίγραφο με τη φράση «λέει ψέματα». Ο ύποπτος πείστηκε ότι πρόκειται για «ανιχνευτή ψεύδους» και ομολόγησε!

Το μεγάλο ψεύδος

Οπως φαίνεται, οι αρχές σε όλες τις χώρες που ανακαλύπτουν τώρα ή επιμένουν από παλιά στη χρήση των ανιχνευτών στηρίζονται σε αυτή την απλοϊκή ιδέα: ότι δηλαδή ο εξεταζόμενος (ύποπτος ή υποψήφιος για μια ευαίσθητη θέση) θα λυγίσει μπροστά στη θέα του ανιχνευτή και θα πει όσα έκρυβε ενδεχομένως για τον εαυτό του.

Μ' άλλα λόγια, η συνεχιζόμενη χρήση των ανιχνευτών ψεύδους στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποτελεσματικότητα που νομίζει ότι έχουν αυτά τα μηχανήματα ο εξεταζόμενος.

Ομως προϋπόθεση για να υπάρξει αυτή η αποτελεσματικότητα είναι να διαφημίζεται με κάθε τρόπο (και με τηλεριάλιτι) η αξιοπιστία των ανιχνευτών ψεύδους και να αποσιωπούνται πάση θυσία οι επιστημονικές εργασίες που αποκαλύπτουν τη μεγάλη απάτη.

Επιστήμονες και ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναρωτιούνται για την ηθική διάσταση του ζητήματος. Αν, δηλαδή, είναι σωστό να στηρίζεται η διάδοση των ανιχνευτών ψεύδους σε ένα μεγάλο ψεύδος.
 

 

Ο Ελληνοαμερικανός και ο Γκράουτσο

Η πιο σπαρταριστή απόρριψη της επιστημονικής αξιοπιστίας των ανιχνευτών ψεύδους κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο σε μορφή google video. Πρόκειται για μια τηλεοπτική εκπομπή του Γκράουτσο Μαρξ το 1957, στην οποία είναι καλεσμένος ο Κρις Γκούγκας (Chris Gugas), ο οποίος επιδεικνύει έναν φορητό ανιχνευτή ψεύδους.

Ο Γκούγκας δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Πρόκειται για έναν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της μεθόδου του Πολυγράφου, την οποία εφάρμοσε ο ίδιος για λογαριασμό των αρχών ασφαλείας των ΗΠΑ σε 40.000 περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της πολύχρονης καριέρας του.

Γόνος Ελληνοαμερικανών, ο Γκούγκας γεννήθηκε στην Ομάχα της Νεμπράσκα το 1921 και πέθανε το 2007. Υπηρέτησε ως στέλεχος της CIA και αναδείχτηκε πρόεδρος της επαγγελματικής ένωσης των χειριστών αυτών των ανιχνευτών (American Polygraph Association). Μία από τις πιο γνωστές περιπτώσεις που χειρίστηκε ήταν του Τζέιμς Ερλ Ρέι, του ανθρώπου που καταδικάστηκε το 1968 για τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Στην εκπομπή του ο Γκράουτσο ξεκινά με τα γνωστά χοντρά του αστεία. Ρωτά τον καλεσμένο του για το όνομά του και όταν εκείνος απαντά, ο Γκράουτσο σχολιάζει: «Κρις Γκούγκας; Κανείς δεν μπορεί να ονομάζεται Κρις Γκούγκας. Πρόκειται για λαχανικό Αρμενίας»... «Είναι ελληνικό όνομα», ψιθυρίζει ο Γκούγκας. Στη συνέχεια όμως ο Γκράουτσο φορά τα καλώδια του ανιχνευτή και καλείται από τον Γκούγκας να απαντήσει σε ερωτήσεις, όπως «αν είναι πάνω από σαράντα πέντε ετών». Η απάντηση «όχι» κάνει το δείκτη του οργάνου να στραφεί σαν τρελός στη μέγιστη τιμή του: σημάδι ότι λέει ψέματα. Εκνευρισμένος ο Γκράουτσο προκαλεί τον Γκούγκας να δοκιμάσει κι αυτός. Συνδέεται, λοιπόν, ο ελληνοαμερικάνος γκουρού των ανιχνευτών ψεύδους με το μηχάνημά του και δέχεται ερωτήσεις.

«Πόσα χρόνια είστε παντρεμένος;» «Δεκαπέντε», απαντά ο Γκούγκας. «Και έχετε ευτυχισμένο γάμο;» «Ναι», είναι η απάντηση και το μηχάνημα δείχνει ότι λέει την αλήθεια. Εκείνη τη στιγμή ο Γκράουτσο καλεί τον καλεσμένο του να κοιτάξει την όμορφη και ξανθή συμπαρουσιάστριά του. Μόλις τη βλέπει ο Γκούγκας και χωρίς να προλάβει να πει τίποτα, ο δείκτης πηγαίνει στο μέγιστο σημείο! Απόδειξη ότι το μηχάνημα δεν ελέγχει αυτά που λέγονται αλλά τα εξωτερικά στοιχεία του άγχους ή της συγκίνησης (αρτηριακή πίεση κ.λπ).

«Πώς σας φαίνεται τώρα, κ. Γκούγκας; Δημιουργήσατε ένα τέρας σαν του Φρανκενστάιν. Για να δούμε τώρα πώς θα γυρίσετε στη γυναίκα σας!» ήταν η θριαμβευτική κατάληξη του Γκράουτσο.


 

Οι ανιχνευτές του ανιχνευτή

Η πιο πρόσφατη έρευνα για τις πιο σύγχρονες μεθόδους που χρησιμοποιούνται στα μηχανήματα ανίχνευσης ψεύδους υπογράφεται από δύο καθηγητές στο τμήμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, τον Αντερς Ερικσον και τον Φρανσίσκο Λασέρδα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2007 στην επιστημονική επιθεώρηση International Journal of Speech, Language and the Law και όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, το κείμενό της ήταν προσβάσιμο στους επιστήμονες από την ιστοσελίδα του περιοδικού αυτού.

Μόνο που πριν από ένα μήνα το κείμενο του άρθρου εξαφανίστηκε από το Διαδίκτυο. Παρέμεινε μόνο η περίληψή του, ενώ προστέθηκε και μια ανακοίνωση της διευθύντριας του περιοδικού Τζάνετ Τζόις, όπου αναφέρει ότι δέχτηκε έντονες διαμαρτυρίες από τον κ. Αμίρ Λίμπερμαν και την εταιρεία Nemesysco Limited για το περιεχόμενο του άρθρου, το οποίο θεώρησαν ακραία δυσφημιστικό γι' αυτούς. Με την ανακοίνωση αυτή το περιοδικό «παραδέχτηκε ότι ο κ. Λίμπερμαν και η Nemesysco δεν κλήθηκαν κατά τη σύνταξη του άρθρου και ότι δεν κλήθηκαν να σχολιάσουν το περιεχόμενό του πριν από τη δημοσίευσή του. Συμφωνήσαμε να δημοσιεύσουμε μια επιστολή του κ. Λίμπερμαν και της Nemesysco σε προσεχές τεύχος του περιοδικού. Το άρθρο δεν θα είναι πλέον προσβάσιμο σε ηλεκτρονική μορφή».

Πρόκειται για ένα πρωτοφανές κρούσμα αυτολογοκρισίας επιστημονικού εντύπου υπό την απειλή αγωγής για συκοφαντική δυσφήμιση.

Επικοινωνήσαμε με τον καθηγητή Λασέρδα και μας έστειλε την επίμαχη επιστημονική έρευνα, η οποία σε 25 σελίδες μελετά τις δυο πιο τρέχουσες εκδοχές μηχανημάτων σχετικών με την «ανίχνευση ψεύδους», δηλαδή τους λεγόμενους Αναλυτές Αγχους Φωνής (Voice Stress Analyzers, VSA), ή Αξιολογητές Ψυχολογικού Αγχους (Psychological Stress Evaluators, PSE) και ένα νεότερου τύπου αναλυτή που βασίζεται σε πολυεπίπεδη ανάλυση της φωνής (Layered Voice Analysis, LVA).

Στηριγμένοι στην επιστημονική βιβλιογραφία και τις δικές τους μετρήσεις, οι δύο καθηγητές καταλήγουν ότι πρόκειται για εντελώς αναξιόπιστα συστήματα ελέγχου της «αλήθειας» και του «ψεύδους».

Τα συμπεράσματα της μελέτης για την πρώτη κατηγορία ανιχνευτών (VSA, PSE), οι οποίοι στηρίζονται στον υποτιθέμενο έλεγχο μικρού τρέμουλου των μυών του λάρυγγα για να διακρίνουν τη στιγμή που κάποιο άτομο ψεύδεται, είναι ότι πρόκειται για παραπλανητικό ισχυρισμό. Μετά από συστηματική μελέτη της σχετικής επιστημονικής βιβλιογραφίας των τελευταίων 50 ετών, οι συγγραφείς καταλήγουν ότι δεν στηρίζεται πουθενά κάτι τέτοιο και ότι πρόκειται για χονδροειδή μεταφορά στους μυς του λάρυγγα διαπιστώσεων που αφορούν άλλους μυς του σώματος.

Η δεύτερη κατηγορία ανιχνευτών που εισάγουν την «πολυεπίπεδη ανάλυση φωνής» (LVA) παράγεται από την εταιρεία που απείλησε με αγωγές, την ισραηλινή Nemesysco. Η τεχνολογία των LVA υποτίθεται ότι ανιχνεύει «ακούσιες αλλαγές στην ομιλία και κατά συνέπεια ανωμαλίες στη δραστηριότητα του εγκεφάλου, τις οποίες κατατάσσει σε άγχος, αγωνία, ψεύδος». Οι δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου Γκέτεμποργκ παρατήρησαν καταρχήν ότι η μεθοδολογία της LVA στηρίζεται σε μια πατενταρισμένη σειρά αλγορίθμων, χωρίς να υπάρχει καμιά επιστημονική εργασία από πίσω της.

Βέβαια, αυτό που ίσως πείραξε περισσότερο τον κ. Λίμπερμαν της Nemesysco είναι το γεγονός ότι το άρθρο αποκαλύπτει πως, ενώ ο ίδιος εμφανιζόταν σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης ως εξέχων μαθηματικός επιστήμονας, αποδείχτηκε ότι δεν έχει καμιά κατάρτιση.

Το ζήτημα αυτό ήρθε στο φως όταν η Nemesysco επιχείρησε να εισέλθει στη σουηδική αγορά. Ο ανταποκριτής στο Ισραήλ της σουηδικής εφημερίδας «Expressen» κατόρθωσε να εντοπίσει τον κ. Λίμπερμαν σε ένα μικρό γραφείο στην πόλη Νατάνια το 2004. Ηταν τότε 32 ετών. Η εντύπωση του δημοσιογράφου ήταν ότι πρόκειται για επιχείρηση ενός ατόμου. Οταν ρωτήθηκε για τις επιστημονικές του γνώσεις, ο κ. Λίμπερμαν απάντησε ότι δεν έχει κανένα πανεπιστημιακό πτυχίο διότι, όπως είπε, «δεν του δόθηκε ο χρόνος». Είχε, πάντως, παρακολουθήσει μερικά μαθήματα μάρκετινγκ σε ανοιχτό πανεπιστήμιο («Expressen», 17/12/04).

Το ρητορικό ερώτημα των δύο επιστημόνων είναι αναμενόμενο:
«Αυτό που παραμένει ανεξήγητο για μας είναι το γεγονός ότι ασφαλιστικές εταιρείες, επιχειρήσεις ασφαλείας και αστυνομικές υπηρεσίες είναι πρόθυμες να επενδύσουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, λίρες και ευρώ χωρίς να ρωτήσουν ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτά τα προϊόντα, ποιές είναι οι περγαμηνές του και ποιες οι επιστημονικές του αρχές».
 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Anders Eriksson, Francisco Lacerda
«Charlatanry in forensic speech science: Α problem to be taken seriously»

(International Journal of Speech Language and the Law, Vol 14, Νο 2, 2007)
Κριτική των σύγχρονων μεθόδων ανίχνευσης ψεύδους από δυο καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ. Η μελέτη προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κατασκευαστών.

Kelly R. Damphousse, κ.ά.
«Assessing the Validity of Voice Stress Analysis Tools in a Jail Setting»

(March 31, 2007)
Μελέτη αμερικανών ερευνητών με δείγμα φυλακισμένων που αποδεικνύει ότι οι μέθοδοι ανίχνευσης ψεύδους είναι αναξιόπιστες.

Anders Eriksson
«Charlatanry and fraud - an increasing problem for forensic phonetics?»

(Proceedings, IAFPA 2006, Department of Linguistics, Goeteborg University)
Μελέτη για τις παραπλανητικές χρήσεις της επιστήμης στην ιατροδικαστική, ειδικά στην έρευνα του μηχανισμού της φωνής.

Η. Hollien
«Voice stress evaluators and lie detection»

(Journal of Forensic Sciences, 32, 1987)
Η (αναπόδεικτη) σχέση των αξιολογητών άγχους με την ανίχνευση του ψεύδους.

Shipp, Τ. and Κ. Izdebski
«Current evidence for the existence of laryngeal macrotremor and microtremor»

(Journal of Forensic Sciences 26, 1981)
Ελεγχος των πρόσφατων θεωριών για την ανίχνευση του ψεύδους.

 


ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

www.polygraph.org
Η ιστοσελίδα των επαγγελματιών της ανίχνευσης ψεύδους στις ΗΠΑ (American Polygraph Association).

www.antipolygraph.org
Η ιστοσελίδα των αντιπάλων της ανίχνευσης ψεύδους στις ΗΠΑ. Φιλοξενείται και η εκλαϊκευτική μελέτη «The Lie Behind the Lie Detector» των George W. Maschke και Gino J. Scalabrini.


 

Ελευθεροτυπία, 18/1/2009

 

www.iospress.gr