ΑΝΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ
 

Το Googlοθέατρο με τα μπλογκ

 

Μέρα που είναι σήμερα δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στα μασκαρέματα. Και μάλιστα στα μασκαρέματα του δικού μας συναφιού, των δημοσιογράφων, που καμώνονται τώρα ότι τους πείραξε η ανωνυμία στο διαδίκτυο.
 

Με την ίδια ευκολία που το περασμένο καλοκαίρι υμνούσαν την ανιδιοτέλεια και την ευθύτητα του κινήματος των μπλόγκερ και το ρόλο τους στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις φωτιές, οι ίδιοι σχεδόν άνθρωποι ετοιμάζονται τώρα να δεχτούν πρόθυμα κάθε λογοκριτικό μέτρο που θα σκεφτεί η κυβέρνηση για να ικανοποιήσει τις τρέχουσες ανάγκες μετατροπής του «σκανδάλου Ζαχόπουλου» σε «σκάνδαλο Καψαμπέλη και press-gr».

Στη βάση αυτής της μεταστροφής βρίσκεται δυστυχώς η συλλογική ημιμάθεια αν όχι απόλυτη άγνοια που εξακολουθεί να καλύπτει στη χώρα μας την ανάπτυξη των νέων τεχνικών επικοινωνίας και των νέων μέσων ενημέρωσης που προσφέρει το διαδίκτυο.

Δεν αναφερόμαστε μόνο στη γνωστή υστέρηση της Ελλάδας σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που οφείλεται απολύτως στις υψηλές τιμές των υπηρεσιών διαδικτύου και την παραμέληση των υποδομών στην περιφέρεια, με συνέπεια ο αριθμός των χρηστών να παραμένει ακόμα μικρός. Δεν μιλάμε ούτε για τη γνωστή δυσκολία των μεγαλύτερων ηλικιών να αφομοιώσουν στοιχεία της νέας τεχνολογίας.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο, εφόσον εμφανίζονται απολύτως ανίδεοι κάποιοι νέοι σχετικά άνθρωποι, που από το επάγγελμά τους καλούνται να ενημερώσουν τους απλούς πολίτες για τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις και να τοποθετηθούν υπεύθυνα για την υπόθεση με τα μπλογκ. Είδαμε, για παράδειγμα, τον βουλευτή του ΛΑΟΣ και επί χρόνια τηλεπαρουσιαστή Κυριάκο Βελόπουλο να λέει ότι δεν έχει ιδέα τι είναι υπολογιστής και όμως να προσπαθεί να επιβάλει τη δική του άποψη για τα μπλογκ. Βέβαια ο ίδιος δεν έχει καμιά δυσκολία να πλασάρει βιβλία που «αποδεικνύουν» ότι η γλώσσα των σύγχρονων υπολογιστών είναι η αρχαία ελληνική. Και καλά αυτός. Είναι γνωστόν ότι για τους ομοϊδεάτες του ο χρόνος έχει σταματήσει στον «υπολογιστή των Αντικυθήρων». Υπάρχει όμως και το ίνδαλμα των νεοελλήνων γιάπηδων της δεκαετίας του ‘90, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο οποίος μάλιστα πήρε και τηλεοπτική συνέντευξη για το μέλλον των υπολογιστών από τον Μπιλ Γκέιτς, το αφεντικό της Microsoft. Με έκπληξη, λοιπόν, ακούσαμε τον κ. Χατζηνικολάου από τις ειδήσεις του Alter (26/2) να διαβάζει την απολογία της κυρίας Τσέκου, λέγοντας: «Ο υπολογιστής δεν είχε υποδοχή για δισκέτα, αλλά μόνο για WSB. Δεν τα λέω και καλά. Δεν ξέρω και την ορολογία των κομπιούτερ. Ετσι το ‘χω σημειωμένο: WSB». Αν ο κ. Χατζηνικολάου δεν έχει καν ακούσει για τις θύρες USB, τι να περιμένουμε από τον μέσο τρόφιμο των τηλεπαραθύρων;

Κάτω από το βάρος αυτής της απόλυτης άγνοιας ο ανύποπτος τηλεθεατής κλήθηκε να αποφασίσει για την τύχη της ελευθερίας στο διαδίκτυο λες και επρόκειτο για άσυλο κακούργων. Ευτυχώς μεσολάβησαν αρκετά κείμενα στις εφημερίδες που αποκατέστησαν την χαμένη τιμή των ιστολογίων (blogs). Και βέβαια στο σχετικό διάλογο πρωταγωνίστησαν και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι έλληνες μπλόγκερ που δεν έχουν καμιά διάθεση ούτε να ταυτιστούν με τον ιδιόρρυθμο κ. Καψαμπέλη ούτε να υποστούν τις συνέπειες μιας σπασμωδικής κυβερνητικής αντίδρασης. Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται, μετά τις πρώτες διακηρύξεις για νομοθετικής επιβολή της επωνυμίας στα μπλογκ (γεγονός που θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ίδια τη συστατική τους ελευθερία), ο κ. Ρουσόπουλος αναδιπλώθηκε, εξαγγέλλοντας απλώς συμμόρφωση της Ελλάδας στη Σύμβαση της Βουδαπέστης. Πρόκειται για μια Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που αφορά το έγκλημα στον κυβερνοχώρο και η χώρα μας την έχει υπογράψει από το 2001, αλλά δεν την έχει ακόμα επικυρώσει. Περιττό να πούμε ότι το περιεχόμενο της Σύμβασης είναι πολύ ευρύτερο και βέβαια δεν αντιμετωπίζει τα ζητήματα που προέκυψαν από τη συζήτηση περί μπλογκ.

Τύπος και ανωνυμία

Η αρχική σκέψη της κυβέρνησης ήταν η υπαγωγή των ιστοσελίδων στο νομικό καθεστώς που διέπει τις εφημερίδες. Η πρώτη συνέπεια θα ήταν για τα μπλογκ να δημοσιεύουν το πραγματικό όνομα του διαχειριστή τους. Όμως τα μπλογκ, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τον Τύπο, ακόμα και όταν παρουσιάζονται ως «ειδησεογραφικά» ή ανήκουν σε επαγγελματίες δημοσιογράφους.

Εχουμε αναφερθεί και παλιότερα στο διαχρονικό ερώτημα αν οι δημοσιογράφοι πρέπει να υπογράφουν ή όχι τα κείμενά τους («Μυστικοί κονδυλοφόροι;», 5/2/05). Το ζήτημα έχει πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το ρόλο του Τύπου σε κάθε εποχή. Το έχει περιγράψει σε μια εξαιρετικά διαυγή (και προφητική) μελέτη του ο σημαντικότερος Ελληνας θεωρητικός του Τύπου, ο Γιώργος Ζωιτόπουλος, ο οποίος έγραφε και έγινε γνωστός με ένα ψευδώνυμο: Γ.Δ.Ζιούτος. Το κείμενο αυτό έχει συνταχθεί το φθινόπωρο του 1943 μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής.

Ανάμεσα στις άλλες οξυδερκείς παρατηρήσεις του συγγραφέα περιλαμβάνονται η διαπίστωση ότι «ο αριθμός των εφημερίδων που βγαίνουν [στην Ελλάδα] είναι μεγάλος, δυσανάλογος με τις ανάγκες του πληθυσμού», ότι «η κυκλοφορία τους είναι μικρή, πολλές φορές ολότελα ασήμαντη» και ότι «η ζωή των εφημερίδων είναι πολύ σύντομη, συχνά πραγματικά ασήμαντη». Προφητική είναι και η παρατήρηση του Ζιούτου για τις περιβόητες «προσφορές» που έχουν πλέον γίνει απαραίτητες προϋποθέσεις της εκδοτικής επιτυχίας: «Ο καπιταλισμός στη γενική του προσπάθεια για τη διεύρυνση της αγοράς ζήτησε ν’ ανεβάσει την κυκλοφορία των εφημερίδων, χωρίς να ενδιαφέρεται ούτε για το πώς θα καταχτήσει τους νέους αναγνώστες, ούτε για την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση, ούτε για την πνευματική τους εξύψωση. Αντίθετα, οι μέθοδες που χρησιμοποίησε (λαχεία, δώρα, διαγωνισμοί καλλονής, ασφάλιση κ.λπ.) δημιούργησαν μεταξύ Τύπου και αναγνωστών δεσμούς καθαρά κερδοσκοπικούς και έριξαν πολύ χαμηλά το πολιτικό και ηθικό επίπεδο του κοινού».

«Η ανωνυμία», γράφει ο Ζιούτος, «είναι μια κατάκτηση του Τύπου, είναι η άλλη κατάκτηση του ‘μυστικού της σύνταξης’, είναι η κατοχύρωση του συντάχτη ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Ο Μαρξ τόνισε ότι η ανωνυμία κάνει αμερόληπτο και ελεύθερο κι αυτόν που γράφει και το κοινό, που έτσι προσέχει στα γραφόμενα, στα πράγματα και τις ιδέες και όχι στο πρόσωπο του γράφοντος. Η ανώνυμη, απρόσωπη παρουσίαση των ιδεών στην πολιτική ύλη της εφημερίδας εξυψώνει το ιδεολογικό επίπεδο των μαζών».

Το κείμενο του Μαρξ για την ανωνυμία των δημοσιογράφων που επικαλείται ο Ζιούτος περιλαμβάνεται στο έργο «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850». Σχολιάζοντας το νόμο που επέβαλε μεγάλη χρηματική εγγύηση για την έκδοση εφημερίδων και την υποχρεωτική υπογραφή όλων των άρθρων, ο Μαρξ παρατηρεί ότι «όσο ο καθημερινός Τύπος ήταν ανώνυμος, παρουσιαζόταν ως το όργανο της αναρίθμητης, ανώνυμης κοινής γνώμης. Ηταν η τρίτη δύναμη στο κράτος. Η υπογραφή όλων των άρθρων μετέτρεψε την εφημερίδα σε μια απλή συλλογή φιλολογικών διατριβών από περισσότερο ή λιγότερο γνωστά άτομα. Τα άρθρα ξέπεσαν στο επίπεδο μιας αγγελίας. Ως τότε οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν σαν χαρτονόμισμα της κοινής γνώμης. Τώρα μετατρέπονταν σε συναλλαγματικές που η αξία και η κυκλοφορία εξαρτιόταν από την πίστη όχι μόνο του εκδότη αλλά και του οπισθογράφου» (MEW, τ. 7, σ. 100-101).

Από τότε που τα έγραφε αυτά ο Μαρξ άλλαξαν όμως πολλά. Η υποχρεωτική επωνυμία των συντακτών πήρε άλλη μορφή. Τα επισημαίνει πάλι ο Ζιούτος: «Ο καπιταλισμός υπονόμευσε την ανωνυμία με δυο τρόπους: α) χρησιμοποιώντας την για λόγους κερδοσκοπικούς (ανώνυμες πληρωμένες διατριβές κ.λπ.), β) δημιουργώντας ‘δημοσιογραφικές βεντέτες’ (όπως στον κινηματογράφο), δηλ. ‘ηχηρά ονόματα’ δημοσιογράφων, συγγραφέων κ.λπ., χωρίς αρχές, που τα χρησιμοποιεί για ν’ αυξάνει την κυκλοφορία και να συγκεντρώνει αγγελίες [σ.σ. διαφημίσεις]».

Οι τάσεις αυτές που διαπίστωνε ο Ζιούτος ενισχύονται τις τελευταίες δεκαετίες με την κυριαρχία της τηλεόρασης. Τώρα οι δημοσιογραφικές βεντέτες μετατρέπονται πλέον σε ιδιοκτήτες εταιρειών, με υπαλλήλους δεκάδες «ανώνυμους» δημοσιογράφους.

Επώνυμη ψευδωνυμία

Στο χώρο των εφημερίδων τα πράγματα έχουν διαφορετική μορφή. Οι «δημοσιογραφικές βεντέτες» δεν λείπουν, όμως η υπογραφή των άρθρων επιτρέπει τη διατύπωση διαφορετικών απόψεων στο πλαίσιο της ίδιας εφημερίδας και μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται (σε ορισμένες απ’ αυτές) μια αξιοπρόσεχτη ελευθερία. Η επωνυμία έχει μεταβληθεί σε δικαίωμα του συντάκτη και προστατεύεται από τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. «Η εργασία των εσωτερικών συντακτών κατά κανόνα θα πρέπει να δημοσιεύεται επώνυμα» ορίζει το άρθρο 6 της συλλογικής σύμβασης που έχει υπογράψει η ΕΣΗΕΑ το 2002. Και προσθέτει ότι «δεν επιτρέπονται αλλαγές στα επώνυμα κείμενα των εσωτερικών ή εξωτερικών συντακτών χωρίς τη συγκατάθεσή τους».

Αντίθετα η ανωνυμία και η χρήση ψευδωνύμων (βλ. και διπλανές στήλες) έχει εξελιχθεί σε αποκλειστικό σχεδόν προνόμιο του ιδιοκτήτη κάποιου μέσου ενημέρωσης, ο οποίος το χρησιμοποιεί για να προβάλει τις εξωδημοσιογραφικές «ειδήσεις», αλλά ακόμα και να απευθύνει έμμεσες απειλές ή και ανοιχτούς εκβιασμούς.

Μια παραλλαγή αυτής της χρήσης ψευδωνύμων παρουσιάστηκε πριν από δυο δεκαετίες στον ελληνικό Τύπο με τη συστηματική δημοσίευση επιστολών χωρίς επώνυμο αποστολέα στην εφημερίδα Αυριανή που βρισκόταν τότε στις πρώτες θέσεις της κυκλοφορίας. Στην κλασική μελέτη του για τον «Αυριανισμό» ο Αρης Παπάνθιμος μιλάει για βιομηχανία πλαστών επιστολών: «Η πλειοψηφία των επιστολών που δημοσιεύει ο Αυριανισμός είναι πλαστές. Χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο από τα πρώτα του βήματα προσπαθώντας να παρουσιάσει τα φανταστικά του κηρύγματα σαν ‘φωνή του λαού’. [...] Με το πέρασμα του χρόνου, η Αυριανή κατόρθωσε να δημιουργήσει κάποιο ρεύμα αληθινών επιστολογράφων, διαπαιδαγωγημένων φυσικά στο ύφος και το ήθος των Κουρήδων του Ταύρου και εξαπατημένων από τη δημοκοπία τους. Σε κρίσιμες, όμως στιγμές, όταν οι ανάγκες της φασιστικής πλύσης εγκεφάλου είναι αυξημένες, η βιομηχανία πλαστών επιστολών αυξάνει ευδιάκριτα την παραγωγή της». Ο συγγραφέας παίρνει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, τις επιστολές μιας τυχαίας μέρας και αποδεικνύει ότι «από τις εφτά επιστολές οι τέσσερις είναι ολοφάνερα πλαστές, οι δύο προκαλούν σοβαρά ερωτηματικά για την προέλευσή τους και μόνο μία μπορεί να θεωρηθεί γνήσια». Χαρακτηριστικό δείγμα του περιεχομένου μιας παρόμοιας επιστολής: «Δεν βρίσκεται, Χαρίλαε [Φλωράκη], ένας αγνός αγωνιστής, για να σου ρίξει μια ροχάλα στα μούτρα σου;» Υπογραφή: «ένας τίμιος αγωνιστής».

Κατά παράδοξο τρόπο, αυτές οι ανώνυμες υβριστικές και συκοφαντικές επιστολές αποτελούν πρόδρομα φαινόμενα για τα ανάλογου περιεχομένου σχόλια που προσκολλώνται σε πολλά μπλογκ και προκαλούν τη νοημοσύνη και την αισθητική του απλού αναγνώστη. Ισως αυτή η μακρινή συγγένεια να εξηγεί και το γεγονός ότι η Αυριανή ήταν η μόνη εφημερίδα που υποστήριξε την περασμένη βδομάδα τόσο απόλυτα την ελευθερία έκφρασης των μπλόγκερ και ειδικά του κακόφημου press-gr, αφιερώνοντας μάλιστα στο θέμα δύο σχετικά πρωτοσέλιδα, με τη γραμμή «είναι προτιμότερο να υβρίζει κάποιος πολίτης –όταν μάλιστα ζει σ’ έναν κόσμο γεμάτο σκάνδαλα και απάτες- παρά να σιωπά» (1/3/08) και «στόχος η φίμωση όλων των ελεύθερων μπλογκ μέσα από τα οποία ο απλός κοσμάκης μαθαίνει την αλήθεια και βγάζει το άχτι του στην κάθε εξουσία» (27/2/08).

Ανωνυμία στα μπλογκ

Το θέμα της ανωνυμίας στα μπλογκ τίθεται εντελώς διαφορετικά. Καταρχήν δεν είναι βέβαια η Ελλάδα η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει το ζήτημα. Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, παρόμοια φαινόμενα κατάχρησης της ελευθερίας γραφής στο διαδίκτυο είναι συνηθισμένα σε όλο τον κόσμο. Η κατάργηση, όμως, της ανωνυμίας στα μπλογκ εξαιτίας των κρουσμάτων συκοφαντικών ή ακόμα και εκβιαστικών σχολίων θα ισοδυναμούσε με την απόφαση να στερηθούμε την ηλεκτρονική αλληλογραφία μόνο και μόνο επειδή γεμίζει κάθε τόσο ο υπολογιστής μας από τα ανεπιθύμητα spam, τα ηλεκτρονικά σκουπίδια που μεταδίδονται αυτόματα σε χιλιάδες αποδέκτες.

Υπάρχει στις ΗΠΑ μια εξαιρετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτείας Ντέλαγουερ, με την οποία ανατρέπεται πρωτόδικη απόφαση που διέτασσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα κάποιου σχολιογράφου σε μπλογκ, ο οποίος αναφερόταν με υποτιμητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς σε δημοτικό σύμβουλο κάποιας πόλης. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στηρίζεται στην άποψη ότι δεν μπορεί να εξισωθεί το μπλογκ με τον Τύπο και να υποβληθεί στους ίδιους νομοθετικούς περιορισμούς:

«Τα μπλογκ και οι δικτυακοί χώροι συζητήσεων (chat rooms) είναι οχήματα έκφρασης απόψεων. Από τη φύση τους δεν αποτελούν πηγές γεγονότων ή δεδομένων, πάνω στα οποία θα στηριζόταν ένας εχέφρων άνθρωπος. Τουλάχιστον τρία δικαστήρια έχουν πρόσφατα καταλήξει σ’ αυτή την παρατήρηση και διαπίστωσαν ότι τα μηνύματα στα μπλογκ είχαν συνήθως γραμματικά και συντακτικά λάθη, ενώ οι περισσότεροι σχολιαστές δεν χρησιμοποιούν καν κεφαλαία γράμματα. Πολλά από τα μηνύματα είναι χυδαία, επιθετικά και γεμάτα υπερβολές. Μ’ αυτά τα δεδομένα, οι αναγνώστες είναι απίθανο να αντιμετωπίζουν αυτά τα ανώνυμα μηνύματα ως αληθείς ισχυρισμούς».

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν σημασία, διότι παίρνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του νέου «μέσου ενημέρωσης», με τα οποία διαφοροποιείται από τον συμβατικό Τύπο (έντυπο και ηλεκτρονικό). Κανείς δεν διαβάζει (και δεν πιστεύει) ό,τι συναντάει στο Ιντερνετ με την ίδια ευπιστία που διαβάζει την εφημερίδα του. Ακόμα και ο πιο ανίδεος χρήστης που έχει προλάβει να σερφάρει λίγα μόλις λεπτά, διαπιστώνει ότι ο βαθμός αξιοπιστίας των δημοσιεύσεων στο διαδίκτυο ξεκινά από το μηδέν. Με την ίδια, λοιπόν, επιφυλακτικότητα θα δεχτεί και κάθε εξυβριστική ή συκοφαντική αναφορά σε πρόσωπα από κάποιον ανώνυμο σχολιογράφο. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα. Διαβάζοντας το περιβότηο πλέον press-gr δεν είχαμε δώσει ποτέ σημασία στα (αρκετά είναι αλήθεια) συκοφαντικά σχόλια για τον δημοσιογράφο Βασίλη Χιώτη (όπως και για πολλούς άλλους πολιτικούς και δημοσιογράφους), διότι ήταν εξόφθαλμα κακόβουλα. Αλλά δεν υπάρχει ούτε ένας ιστότοπος ελεύθερων συζητήσεων στον παγκόσμιο ιστό που να μην δέχεται επισκέψεις από παρόμοιους υβριστές, συκοφάντες ή απλά φαντασιόπληκτους. Κανείς δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Και όσο μεγαλώνει το ποσοστό τέτοιου είδους σχολίων σε κάποιο μπλογκ, τόσο μειώνεται η αξιοπιστία και φυσικά η επισκεψιμότητά του.

Από κει και πέρα, είναι ζήτημα του κάθε διαχειριστή ιστολογίου πώς θα αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο υβριστικών, συκοφαντικών ή απλώς άσχετων κειμένων, τα οποία προσθέτει ως «σχόλια» (comments ή posts) οποιοσδήποτε επισκέπτης. Ενας από τους παλιότερους έλληνες μπλόγκερ, ο Νίκος Δήμου, έχει περιγράψει σε παλιότερο κείμενό του πώς υποχρεώθηκε να κλείσει για μια περίοδο το ιστολόγιό του, όταν διαπίστωσε ότι χρειαζόταν ατέλειωτο χρόνο για να διαβάζει, να απαντά και κυρίως να απομακρύνει τα υβριστικά και χυδαία σχόλια ορισμένων αναγνωστών του. Αυτή είναι η μια λύση. Δεν είναι η πιο πρακτική ούτε η πιο δημοφιλής στις τάξεις των μπλόγκερ, εφόσον κάθε παρέμβαση του διαχειριστή στα σχόλια των επισκεπτών του μπορεί να θεωρηθεί λογοκριτική. Αλλά όποιος διεκδικεί για τον ιστότοπο ή το ιστολόγιό του τεκμήριο αξιοπιστίας δεν μπορεί να προβάλει –στο όνομα της αλογόκριτης διάδοσης των ιδεών- τα σκουπίδια που προσφέρονται αφειδώς από υβριστές και συκοφάντες ή απλά κακόβουλους επισκέπτες.

Η λέξη κλειδί που διακρίνει την δημοσιογραφική ειδησεογραφία από τις «ειδήσεις» των μπλογκ είναι η λέξη διασταύρωση. Στον συμβατικό Τύπο (φυσικά και στους ενημερωτικούς ιστότοπους του διαδικτύου) απαιτείται πριν από τη δημοσίευση ο έλεγχος της πληροφορίας. Γι’ αυτό το λόγο είναι «υπεύθυνος απέναντι στο νόμο» ο ίδιος ο εκδότης, ο διευθυντής και ο δημοσιογράφος που μεταφέρει την είδηση. Στα μπλογκ η ευθύνη της διασταύρωσης ανήκει στον αναγνώστη, ο οποίος γνωρίζει ότι δεν πρέπει να παίρνει τοις μετρητοίς τίποτα πριν το διασταυρώσει όπως μπορεί ο ίδιος.

Αυτή είναι και η κρυφή γοητεία της ενημέρωσης μέσω του διαδικτύου. Όχι μόνο επιτρέπει την αμφίδρομη επικοινωνία (δηλαδή δίνει τη δυνατότητα για μια άμεση απάντηση ή διευκρίνιση), αλλά απαιτεί από τον επισκέπτη της ιστοσελίδας μια στοιχειώδη εγρήγορση, κάτι σαν αυτό που ζητούσε ο Μπρεχτ από τους θεατές των θεατρικών του έργων με την περίφημη «αποστασιοποίηση».

Απ’ αυτή την άποψη, ακόμα και τα πιο χυδαία σχόλια που αναρτώνται σε ιστοσελίδες είναι πολλές φορές χρήσιμη πηγή πληροφόρησης και κρύβουν ειδησεογραφικούς θησαυρούς. Θυμίζουμε, για παράδειγμα, μια εκτενή συζήτηση που είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια για τα εσωτερικά της Χρυσής Αυγής στο αθηναϊκό Indymedia. Από μια στιγμή και μετά μπήκαν στην ανταλλαγή μηνυμάτων και στελέχη της ναζιστικής αυτής συμμορίας, εν ενεργεία και αποχωρήσαντες. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον για όποιον είχε το χρόνο να ξεχωρίσει την πραγματικότητα πίσω από τα ενδοφασιστικά μαχαιρώματα.
 

 


Οι «Καραγκιόζηδες» του κ. Μάκη

Οπως αποκαλύψαμε πριν από δυο βδομάδες από τις στήλες αυτές, υπάρχει μια ειδικού τύπου παραδημοσιογραφία, η οποία ενδημεί σε ορισμένες εφημερίδες και αφήνει υπονοούμενα δυσφημιστικά ή και ανοιχτά εκβιαστικά, στηριγμένη στην ανωνυμία του συντάκτη («Τα χρυσοφόρα υπονοούμενα», 24/2/08). Η αναφορά μας σε δεκάδες παρόμοια παραδείγματα που ανακαλύψαμε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», διατυπωμένα με τη μορφή απειλητικών «κουίζ» έμεινε αναπάντητη από τους δύο συνεκδότες. Και τι να πουν άλλωστε; Το θύμισε κι ο Απόστολος Κακλαμάνης, φιλοξενούμενος στη ραδιοφωνική εκπομπή του Μ. Τ.: «Εκβιασμοί, όπως ξέρετε, γίνονται με τα διάφορα κουίζ, που διαβάζουμε στις εφημερίδες, διάφορα υπαινικτικά που ακούμε στις τηλεοράσεις»...

Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος βέβαια έχει διατυπώσει πριν από δέκα μέρες στην εκπομπή του μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση για την ανωνυμία των «παράξενων» δημοσιευμάτων στις εφημερίδες. Αξίζει να προσέξει κανείς τις αποκαλύψεις του, γιατί αφορούν τη δική του εφημερίδα και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Σε δύο συνεχόμενες εκπομπές του (18 και 21/2) ο Μ.Τ. αναφέρθηκε σε άρθρα που δημοσίευε επί σειρά εβδομάδων το «Πρώτο Θέμα» το καλοκαίρι του 2006, στα οποία καταγγελλόταν το ενδεχόμενο αγοράς των Eurofighter για την Πολεμική Αεροπορία. Βασικό στοιχείο των δημοσιευμάτων εκείνων ήταν η επιμονή του συντάκτη τους να αναφέρεται στην προσωπική σχέση του Θεόδωρου Ρουσόπουλου με τον επιχειρηματία Γιώργο Πατεράκη, ο οποίος είχε αναμιχθεί –μεταξύ άλλων- και στα σχετικά εξοπλιστικά προγράμματα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ίδιο τον Μ.Τ., τον επισκέφτηκε «ένα πρωί» στο σπίτι του ο κ. Πατεράκης και του άνοιξε τα μάτια, δηλαδή τον έπεισε ότι η επίθεση της εφημερίδας εναντίον του ήταν άδικη και υπερβολική. Η συνέχεια ήταν να πάει ο Μ.Τ. στην εφημερίδα του και να κόψει κάθε άλλη αναφορά στον κ. Πατεράκη. Ξαναμίλησε, λοιπόν, ο Μ.Τ. στην εκπομπή του για τα δημοσιεύματα εκείνα (2, 9, 16 και 23/7/06) και τα συνέκρινε με ένα πολύ πρόσφατο (13/1/08), στο οποίο δεν επαναλαμβάνεται η κόντρα στα Eurofighter και δεν υπάρχει αναφορά στον Ρουσόπουλο και τον Πατεράκη. Σκοπός της σύγκρισης ήταν να υποδηλώσει ότι τον τελευταίο μήνα έκανε φιλοκυβερνητική στροφή η εφημερίδας, με ευθύνη των συνεταίρων του.

Ότι κι αν έχει συμβεί, οι διαπιστώσεις αυτές έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η δημοσιογράφος Νατάσα Μποζίνη, μέλος του ΔΣ της ΠΟΕΣΥ που παραβρισκόταν στην εκπομπή τόλμησε να υποβάλει μια απλή (και αυτονόητη) ερώτηση: «Είχαν υπογραφή τα άρθρα;» Ο συνήθως ετοιμόλογος Μ.Τ. φάνηκε να αιφνιδιάζεται. Θέλησε να κερδίσει χρόνο: «Ορίστε;». Η δημοσιογράφος επανέλαβε: «Είχαν υπογραφή τα ρεπορτάζ;». Ο Μ.Τ. κόμπιασε: «Εεεεε, είχαμε δυο τρεις Καραγκιόζηδες που τους βάζαμε να υπογράφουν χωρίς να υπάρχουν. Δεν υφίστανται ως ονόματα. Είχαμε και ψευδώνυμα. Αλλά αυτό δεν γινόταν για υπογραφή. Όταν η εφημερίδα έχει ταυτότητα και υπάρχει εκδότης, μπορείς να βάλεις ότι το ‘γράψε η θεία σου η Μάρω. Πολλές φορές οι εφημερίδες βάζουν ‘ο εκδότης’ ή δε βάζουν για λόγους που αντιλαμβάνεσθε. Για να προστατέψουν και την πηγή και τον δημοσιογράφο. Αυτό δε σημαίνει τίποτα».

Η ομολογία ήταν τόσο ωμή, ώστε σάστισαν ακόμα και οι χαλκέντεροι καλεσμένοι της Ζούγκλας. Το αντιλήφθηκε ο Μ.Τ. και έσπευσε να τους νουθετήσει: «Τι με κοιτάτε έτσι παγωμένοι; Μόνος μου θα τα λέω; Εσείς τίποτα; Ούτε ένα χειροκρότημα, που λένε;».

Μ’ άλλα λόγια, ο Μ.Τ. ομολογεί ότι στην εφημερίδα του έγραφαν διάφορα περίεργα πράγματα που αφορούσαν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, βάζοντας την υπογραφή κάτι «Καραγκιόζηδων» ή ψευδώνυμα. Και ήταν έτοιμοι να τα σταματήσουν μόλις κάποιος επιχειρηματίας τους επισκεφτεί σπίτι τους (!) για να διαμαρτυρηθεί...

Οποιος ανατρέξει στα επίμαχα δημοσιεύματα θα διαπιστώσει καταρχήν ότι στα τρία από τα τέσσερα δημοσιεύματα του 2006 υπάρχει υπογραφή ενός γνωστού και υπαρκτού συντάκτη. Ο ίδιος υπογράφει και το πρόσφατο δημοσίευμα, με την πιο «αντικειμενική» (κατά τον Μ.Τ.) στάση απέναντι στους διάφορους ανταγωνιστές εμπόρους όπλων. Όμως δίπλα στον επώνυμο συντάκτη εμφανίζεται και ο ανύπαρκτος «Ορέστης Κλαυδιανός» σε δύο σχετικά δημοσιεύματα. Στην ίδια κατηγορία των συντακτών-φαντασμάτων ανήκουν και άλλες συχνές υπογραφές της εφημερίδας: «Νεφέλη Κατακουζηνού», «Γιώργος Πετρίδης», «Στέφανος Νικολάου». Οποιος διαβάσει τα δημοσιεύματα που υπογράφουν αυτοί οι –κατά Τριανταφυλλόπουλο-«Καραγκιόζηδες», θα καταλάβει πώς λειτουργούσε η δημοσιογραφία των δύο φίλων.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Γ.Δ.Ζιούτου
«Ο Τύπος στη λαϊκή δημοκρατία»

(«Τα Νέα Βιβλία», Αθήνα 1945)
Εξαιρετικά διεισδυτική μελέτη για την εξέλιξη του Τύπου, γραμμένη στην κατοχή από το δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιώργο Ζωιτόπουλο, ο οποίος στη συνέχεια υπήρξε γραμματέας στο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης των βουνών. Ειδική αναφορά στο ζήτημα της ανωνυμίας των δημοσιογράφων.

Αρη Παπάνθιμου
«Αυριανισμός, το σημερινό πρόσωπο του φασισμού»

(«Θεμέλιο», Αθήνα 1989)
Κριτική παρουσίαση της δημοσιογραφικής σχολής που εμφανίστηκε ως ριζοσπαστικό κίνημα. Ο ρόλος των ανώνυμων ή και πλαστών επιστολών του «απλού λαού».

«Blogging, Journalism and Credibility: Battleground and Common Ground”
(Harvard University, 21-22/1/2005)
Το πόρισμα του Συνεδρίου για τα μπλογκ, τη δημοσιογραφία και την αξιοπιστία που οργάνωσε το Χάρβαρντ πριν από τρία χρόνια. Τα πρακτικά του συνεδρίου είναι προσβάσιμα στο διαδίκτυο.

Lyrissa Barnett Lidsky
“Silencing John Doe: Defamation and discourse in cyberspace”

(Duke Law Journal, vol. 49, n. 4, February 2000)
Νομική απάντηση στην τάση μεγάλων εταιρειών να ενάγουν απλούς πολίτες για ανώνυμα σχόλια στο διαδίκτυο. Η θέση του άρθρου είναι ότι μ’ αυτές τις αγωγές τίθεται σε αμφισβήτηση η κατοχυρωμένη συνταγματικά ελευθερία του λόγου. Η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι κατά κανόνα αυτές οι αγωγές δεν αποβλέπουν –όπως συμβαίνει συνήθως με τις αγωγές εναντίον εφημερίδων και καναλιών- σε χρηματική αποζημίωση ή ηθική αποκατάσταση. Ο στόχος τους είναι μάλλον συμβολικός, δηλαδή η αποθάρρυνση άλλων υποψήφιων επικριτών να επιχειρήσουν κάτι παρόμοιο.

 

 

Ελευθεροτυπία, 9/3/2008

 

www.iospress.gr