ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ

 

Η κλοτσιά απ' τη Θεσσαλονίκη
 

Ο κ. Πολύδωρας θυμίζει πολύ το μύθο του βοσκού που φώναζε συχνά «λύκος». Αφού πρώτα ο ίδιος φρόντισε να λύσει τα χέρια των αστυνομικών, τώρα επιχειρεί να τους δέσει τα πόδια. Αλλά κανείς πια δεν τον πιστεύει.

 

Δέκα μέρες μετά την οργανωμένη απάνθρωπη επίθεση των ομάδων κρούσης της ΕΛ.ΑΣ. στη Θεσσαλονίκη, σημειώθηκε νέο κρούσμα αστυνομικής βαρβαρότητας στην πόλη. Με αφορμή αυτό το νέο επεισόδιο αναίτιας βίας κατά διαδηλωτή, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης προέβη σε μια πρωτοφανή δήλωση:

«Είναι παράξενο και άξιο απορίας πώς κάθε φορά έπειτα από μία μεγάλη επιτυχία της Αστυνομίας (πορεία Πολυτεχνείου χωρίς πρόκληση φθορών ή καταστροφές, εξιχνίαση υπόθεσης πολλαπλής ανθρωποκτονίας στο Αγρίνιο) έρχεται κάποια "κλοτσιά" από τη Θεσσαλονίκη να μειώσει την επιτυχία. Εάν κάποιοι θέτουν το δίλημμα "ή θα αστυνομεύουμε με κλοτσιές ή όχι (δηλαδή δεν θα αστυνομεύουμε)", η απάντηση είναι: όχι!».

Ο κ. Πολύδωρας μας έχει συνηθίσει να θέτει τον εαυτό του σε θέση παρατηρητή των γεγονότων και να επιλέγει εκ του ασφαλούς τη θέση του «αδυνάτου» ή του «δίκαιου» σε κάθε κοινωνική σύγκρουση. Τον είδαμε, για παράδειγμα, να συμπεριφέρεται ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των αστυνομικών υπαλλήλων, όταν χρειάστηκε να υπερασπίσει την πολιτική λιτότητας της κυβέρνησης (στην οποία ανήκει), και να καυτηριάζει (έστω και με καθυστέρηση 48 ωρών) τον δημόσιο βασανισμό του κύπριου φοιτητή, διαψεύδοντας τις δικές του δηλώσεις με τις οποίες έδινε συγχαρητήρια στην ΕΛ.ΑΣ. για την άψογη εκτέλεση του επιχειρησιακού σχεδιασμού το βράδυ της 17/11.

Είναι άχαρο να επιχειρήσουμε την ανάλυση των λόγων του κ. Πολύδωρα.

Πολύ περισσότερο, επειδή δεν συμμεριζόμαστε καθόλου και τον γενικευμένο θαυμασμό ορισμένων αναλυτών για τις επιδόσεις του στη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Αλλά η τελευταία αυτή δήλωση περί «κλοτσιάς από τη Θεσσαλονίκη» υποδηλώνει κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η δημόσια παραδοχή ότι οι «κλοτσιές» για τις οποίες διαμαρτύρονται οι πολίτες πράγματι πέφτουν, όσο κι αν οι ΕΔΕ, οι υπηρεσιακοί έλεγχοι και τα δικαστήρια δυσκολεύονται να το παραδεχτούν. Αλλά ποιος φταίει για όλα αυτά;

Η περίπτωση του Κύπριου

Είναι αλήθεια ότι η περίπτωση του κύπριου φοιτητή είναι ξεχωριστή. Οχι μόνο επειδή η άσκηση βίας εις βάρος του ξεπέρασε κάθε μέτρο.

Αλλωστε, όπως σημειώνουμε σε διπλανή στήλη, παρόμοια κρούσματα σκληρής αστυνομικής βίας εκδηλώθηκαν το ίδιο βράδυ της πορείας του Πολυτεχνείου και στην Αθήνα. Αυτό που κάνει την περίπτωση της Θεσσαλονίκης να ξεχωρίζει είναι το γεγονός ότι στο επεισόδιο εμπλέκεται σχεδόν ολόκληρη η ιεραρχία της ΕΛ.ΑΣ. στην πόλη: οι ομάδες κρούσης της ΟΠΚΕ (Ομάδα Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας) με τις κουκούλες που έκαναν τη βρομοδουλειά, οι ένστολοι που τους βοηθούσαν και οι ανώτεροι αξιωματικοί που τους παρακολουθούσαν, εγκρίνοντας προφανώς τη δράση τους.

Μ' άλλα λόγια, από μόνο του το περιστατικό αυτό αποκλείει την περίπτωση της «παρέκκλισης», του «ανθρώπινου λάθους» ή της «υπέρβασης καθήκοντος». Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή όλων αυτών των στελεχών της ΕΛ.ΑΣ. αποδεικνύει ότι πρόκειται για δράση εντός των ορίων που θεωρεί θεμιτά η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, για καθαρά διατεταγμένη υπηρεσία.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από όσα επακολούθησαν: την προσπάθεια να συγκαλυφθεί η υπόθεση από τους επίσημους εκπροσώπους της αστυνομίας με τις γνωστές γελοιότητες για τις ευθύνες της ζαρντινιέρας, αλλά και την επιμονή των συνδικαλιστών της ΕΛ.ΑΣ. να δικαιολογήσουν πάση θυσία τους συναδέλφους τους.

Είναι σίγουρο ότι η υπόθεση θα είχε περάσει στα ψιλά, αν δεν συνυπήρχαν τρία καθοριστικά στοιχεία: η καταγραφή του επεισοδίου από τα κανάλια, η παρουσία της ομάδας των πανεπιστημιακών που επιχείρησαν να παρέμβουν για να δεχτούν τον προπηλακισμό των αστυνομικών και, φυσικά, η κυπριακή εθνικότητα του θύματος.

Ο κ. Πολύδωρας δεν πρέπει να εκπλήσσεται με τις κλοτσιές της Θεσσαλονίκης. Πρέπει ασφαλώς να γνωρίζει ότι στελέχη της ίδιας ομάδας της ΟΠΚΕ που έδρασε το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου έχουν πρωταγωνιστήσει και σε άλλες υποθέσεις δημόσιου ξυλοδαρμού πολιτών εξίσου βάρβαρου και επικίνδυνου, χωρίς να υποστούν καμιά υπηρεσιακή ή διοικητική ποινή.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του επεισοδίου που σημειώθηκε την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 2001, κατά τη διενέργεια ελέγχου από την ΟΠΚΕ σε ομογενείς από την πρώην Σοβ. Ενωση στην περιοχή της Ανω Τούμπας. Το αποτέλεσμα ήταν να τραυματιστούν κάποιοι πολίτες, οι οποίοι όμως βρέθηκαν κατηγορούμενοι ως «επιτιθέμενοι». Η ΕΔΕ που υπογράφει ο διευθυντής Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης απαλλάσσει τους υφισταμένους του:

«Ο προληπτικός έλεγχος ήταν νόμιμος. [...] Οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στους συλληφθέντες επήλθαν κατά το χρόνο της αποκρούσεως παρούσης και αδίκου επιθέσεως αυτών (πολιτών) κατά των Αστυνομικών ΟΠΚΕ, που διέτρεξαν σοβαρό προσωπικό κίνδυνο και δεν υπερέβησαν τα όρια της αμύνης. Η χρήση του ιδιωτικού όπλου από τον αρχιφύλακα Α. Α. έγινε κατά τον χρόνο ενεργουμένης κατ' αυτού και των συναδέλφων του επίθεσης από μέρους των συλληφθέντων και άλλων 15 αγνώστων ατόμων, η οποία ήταν δυνατό να επιφέρει σ' αυτούς σοβαρή σωματική βλάβη και ήταν σύννομη [...].

»Οσον αφορά τα αδικήματα, για τα οποία οι ιδιώτες υπέβαλαν μηνύσεις σε βάρος των Αστυνομικών ΟΠΚΕ, δεν βεβαιώθηκε η διάπραξή τους και ο άδικος χαρακτήρας τους αποκλείεται, διότι οι ενέργειες αυτές αποτελούν ενάσκηση δικαιώματος και εκπλήρωση καθήκοντος».

Η ιστορία της Τούμπας

Αλλά πώς ξεκίνησαν όλα; Ο αρχιφύλακας Α. Α., ο ίδιος που αναγνωρίστηκε στον ξυλοδαρμό του Κυπρίου, υποστήριζε, τότε, τα εξής για να δικαιολογήσει το επεισόδιο: «Βλέποντας την εμφάνισή του (μοϊκανός με δύο λωρίδες μαλλιών μια πράσινη και μια κόκκινη) του ζήτησα να απομακρυνθεί από το σημείο του ελέγχου, γιατί προέβλεψα φασαρία. Εκείνος προκλητικά αψήφησε την εντολή μου και πλησίασε σε απόσταση επαφής».

Ενας από τους τραυματίες πολίτες διηγείται τη δική του εμπειρία: «Στις 23/12/01, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 22.30 επέβαινα στη θέση του συνοδηγού στο Ι.Χ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο φίλος μου Γ. Κ. και όταν ο οδηγός στάθμευσε στην Ανω Τούμπα κοντά στην καφετέρια που πηγαίναμε για καφέ και που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Αστυνομικό Τμήμα Τούμπας, αφού έσβησε τη μηχανή και πριν βγούμε από το αυτοκίνητο, μας πλησίασαν αστυνομικοί και αφού μας δήλωσαν την ιδιότητά τους μας υπέβαλαν σε έλεγχο σωματικό και διενήργησαν έλεγχο του αυτοκινήτου. Οταν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος χωρίς κάποιο πρόβλημα και ενώ ήμαστε έτοιμοι να φύγουμε εμφανίσθηκε λίγο πιο κάτω ο Δ. Ζ., γνωστός εξ όψεως, ο οποίος κάτι είπε και προκάλεσε τον τρίτο αστυνομικό, που ήταν λίγο μακρύτερα από μας.

»Ακολούθησε φραστικό επεισόδιο μεταξύ του Δ. Ζ. και του τρίτου αστυνομικού, σε βοήθεια του οποίου έτρεξαν οι άλλοι δύο που είχαν ελέγξει εμένα και τον Γ. Κ. Οι τρεις αστυνομικοί μαζί προσπαθούσαν να ακινητοποιήσουν και να φορέσουν χειροπέδες στον Δ. Ζ., ο οποίος αντιστεκόταν, ενώ εγώ και ο Γ. Κ. παρακολουθούσαμε από απόσταση. Ο ένας αστυνομικός έπεσε στο οδόστρωμα και κάποιος πυροβόλησε με το όπλο του σε άγνωστη κατεύθυνση και άρχισαν να συγκεντρώνονται περίοικοι και να βγαίνουν οι θαμώνες της καφετέριας. Κάποια στιγμή είδα τον Δ. Ζ. να τρέχει και να φεύγει και έναν αστυνομικό να τον κυνηγά.

»Τότε εγώ μπήκα στην καφετέρια και λίγο μετά πήγα στην τουαλέτα. Λίγο μετά από μένα μπήκαν στην τουαλέτα δύο αστυνομικοί και με τράβηξαν έξω βίαια. Χωρίς να αντιδράσω τους ακολούθησα και αυτοί με τραβούσαν βίαια μέσα στην αίθουσα της καφετέριας και ταυτόχρονα με κτυπούσαν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματός μου. Στην αίθουσα της καφετέριας είδα αρκετούς αστυνομικούς.

»Οι δύο αστυνομικοί που με έσερναν, με πέταξαν μπρούμυτα πάνω σε ένα μπιλιάρδο και μου έδεσαν τα χέρια στην πλάτη με χειροπέδες, ενώ συνέχιζαν να με κτυπούν. Τουλάχιστον δύο (2) φορές με κτύπησαν με το πίσω και βαρύ μέρος στέκας μπιλιάρδου στη μέση και την πλάτη μου. Δεμένους με τις χειροπέδες εμένα και άλλους τρεις (3) μας οδήγησαν με τα πόδια στο Αστυνομικό Τμήμα που βρίσκεται πολύ κοντά. Μας έβαλαν δεμένους, τους τρεις να καθίσουμε σε καθίσματα και τον έναν όρθιο, στο διάδρομο έξω από το γραφείο, που βρίσκεται δεξιά μπαίνοντας στο τμήμα.

Ξύλο και πάλι ξύλο

»Εκεί, όπως ήμαστε δεμένοι, μας κτυπούσαν και μάλιστα με ιδιαίτερο μίσος κτυπούσε εμένα ο ένας από τους αστυνομικούς της ομάδας που μας είχε κάνει τον έλεγχο. Από τις γροθιές που δέχτηκα στο πρόσωπο έσπασε η κάτω γνάθος μου, πρήστηκε το πρόσωπό μου, σκίστηκαν τα ούλα μου και έτρεχε αίμα από το στόμα μου. Τότε ήρθε άλλος αστυνομικός, προφανώς του τμήματος Τούμπας, ο οποίος αφού σκούπισε τα αίματα από το πρόσωπό μου, με οδήγησε μέσα σε ένα γραφείο, το δεύτερο δεξιά μπαίνοντας στο τμήμα και μάλιστα μου είπε "Αν σε κτυπήσουν, να με φωνάξεις". Εκεί έμεινα μόνος για λίγα λεπτά και κατόπιν μπήκαν μέσα τρεις αστυνομικοί, από τους οποίους ο ένας τουλάχιστον ήταν από την ομάδα που μας είχε κάνει τον έλεγχο. Ενώ οι δύο παρακολουθούσαν ατάραχοι, αυτός άρχισε και πάλι να με κτυπά με μανία στο κεφάλι και στο πρόσωπο, μέχρις ότου με κάτι αιχμηρό που κρατούσε ή φορούσε στο χέρι του μου προξένησε τραύμα στο κεφάλι και άρχισε να τρέχει αίμα. Αμέσως μόλις είδε το αίμα σταμάτησε να με κτυπά και λίγο μετά με ασθενοφόρο των ΕΚΑΒ με μετέφεραν στο νοσοκομείο Αγιος Δημήτριος όπου υποβλήθηκα σε ακτινοσκόπηση στη γνάθο και σε ραφή του τραύματος στο κεφάλι μου.

»Αμέσως μετά με μετέφεραν και πάλι στο ΑΤ Τούμπας, και παρά την άθλια κατάστασή μου και τους φρικτούς πόνους μου με έβαλαν στο υπόγειο κρατητήριο. Περί ώρα 10.00 της 24/12/01, παρά την άθλια κατάστασή μου και παρά τον κίνδυνο να προκληθούν σοβαρότερες βλάβες στην υγεία μου οδηγήθηκα δεμένος με χειροπέδες στη σήμανση και στον εισαγγελέα [...] Κάποια στιγμή λιποθύμησα έξω από το γραφείο της ανακρίτριας και αφού συνήλθα οδηγήθηκα μέσα, ζήτησα προθεσμία να απολογηθώ και αφέθηκα ελεύθερος. Στη συνέχεια μεταφέρθηκα στα επείγοντα περιστατικά του νοσοκομείου Γεώργιος Γεννηματάς όπου υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση στην κάτω γνάθο. [...]

»Οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες των αστυνομικών για τις οποίες κατηγορούμαι εγώ και οι άλλοι συγκατηγορούμενοί μου είναι στα χέρια τους και προφανώς προκλήθηκαν από τα δυνατά γρονθοκοπήματά τους σε βάρος μου και σε βάρος των άλλων συγκατηγορούμενών μου. Εγώ, αντίθετα με τους αστυνομικούς που με κατηγορούν δεν φέρω κανένα τραύμα ή σημάδι στα χέρια μου, αλλά φέρω τραύματα σε άλλα σημεία του σώματός μου που προκλήθηκαν από τα δυνατά κτυπήματα των αστυνομικών. [...] Γεννήθηκα στην Τασκένδη και έχω την ελληνική ιθαγένεια. Στην Ελλάδα ήρθα το 1991 με τη μητέρα μου και τους τρεις αδελφούς μου. Από τις 23/12/01 και μέχρι σήμερα αδυνατώ και δεν εργάζομαι ως οικοδόμος, επάγγελμα που ασκώ επί πολλά χρόνια» (από τη μήνυση του Π. Γκ. κατά αστυνομικών).

Στις δίκες που ακολούθησαν απαλλάχθηκαν οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ, παρά το γεγονός ότι επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις και τα κενά της δικογραφίας, το γεγονός ότι οι αστυνομικοί δεν πήγαν σε ιατροδικαστή αν και υπήρχε σχετική εντολή, ενώ κάποια θύματα δεν ήταν τραυματισμένα προτού μεταφερθούν στο τμήμα, πράγμα που αποδεικνύει την κακομεταχείρισή τους μετά τη σύλληψη, καθώς και το ότι οι αστυνομικοί φέρονται να δίνουν κατάθεση στο τμήμα την ώρα που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο (κατάθεση Π. Δημητρά, εκπροσώπου του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνσκι, 25/5/06).

Πρόκειται για μια υπόθεση που εκκρεμεί ήδη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Πάντως ο Συνήγορος του Πολίτη έχει διαπιστώσει ότι «η έκταση των σωματικών βλαβών, όπως προκύπτει από τις τυπικώς αξιολογηθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, δικαιολογούσε την πιθανολόγηση είτε υπέρβασης των ορίων της άμυνας, είτε τέλεσης του εγκλήματος του άρθρου 137α ΠΚ [βασανιστήρια] από τα εμπλεκόμενα αστυνομικά όργανα και συνεπώς απαιτούσε την προσεκτική και ουσιαστική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους της ΕΛ.ΑΣ. Σε περιπτώσεις όπως η προαναφερόμενη, αβίαστα ανακύπτουν υπόνοιες για προσχηματική αξιολόγηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων».

Το τιμημένο «χουντογλέντι»

Οι συμπτώσεις με την ΟΠΚΕ Θεσσαλονίκης δεν σταματούν εδώ. Δύο από τους αστυνομικούς που κλήθηκαν να υπερασπιστούν τους συναδέλφους τους για το επεισόδιο της Ανω Τούμπας είναι παλιοί μας γνώριμοι, από την περιβόητη υπόθεση με το «χουντογλέντι» στην περιοχή της Θέρμης, το οποίο είχε αποκαλύψει ο «Ιός» το 1997. Οπως μας θύμισε το Mega σε ρεπορτάζ της Δήμητρας Σωτηριάδου (22/11/06), στο «γλέντι» αυτό των ειδικών δυνάμεων της Θεσσαλονίκης αναδείχτηκε μεταξύ άλλων και ο Γ. Α., προβεβλημένος αρχισυνδικαλιστής σήμερα της ΕΛ.ΑΣ. στην πόλη. Αλλος ένας «συνδαιτυμόνας» του γλεντιού, ο Δ. Χ., είναι γραμματέας της ίδιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Ο μόνος πολιτικός που επιμένει να υπενθυμίζει την υπόθεση είναι ο Χάρης Καστανίδης. Στις αρχές Οκτωβρίου, ο βουλευτής Θεσσαλονίκης σημείωνε στη Βουλή ότι «συνδικαλιστές αστυνομικοί από τη Βόρεια Ελλάδα που κατηγορήθηκαν ότι συμμετείχαν στο χουντογλέντι υποδείκνυαν μέσω της εφημερίδας που εκδίδουν ποιες διώξεις συναδέλφων τους πρέπει να γίνουν».

Για την υπόθεση του «χουντογλεντιού» είχε γράψει τότε το σύνολο του τύπου. Χαρακτηριστικό είναι για παράδειγμα το δημοσίευμα του γκουρού του αστυνομικού ρεπορτάζ Πάνου Σόμπολου, με το οποίο αποκαλυπτόταν ότι ο επικεφαλής του «χουντογλεντιού» υπηρετούσε στην ασφάλεια του δικτάτορα Παπαδόπουλου, ενώ αξιωματικοί και άνδρες των ΕΚΑΜ Θεσσαλονίκης «έπαιρναν και παίρνουν μέρος σε συγκεντρώσεις νοσταλγών της δικτατορίας» («Εθνος», 12/11/97).

Μετά το σκάνδαλο που είχε προκαλέσει η αποκάλυψη, η δικαιοσύνη αποδόθηκε ακόμα μια φορά με σολομώντειο τρόπο. Αφενός μεν δικαίωσε τον «Ιό» και την «Ε» για τη δημοσιογραφική έρευνα, αφετέρου, όμως, άλλο δικαστήριο αθώωσε τους συμμετέχοντες αστυνομικούς, θεωρώντας ότι η επίμαχη βιντεοκασέτα μπορεί να έχει υποστεί αλλοίωση, ενώ οι άσκοποι πυροβολισμοί είναι μέρος της εκπαίδευσης των ειδικών μονάδων.

Τώρα βλέπουμε ότι τόσο ο συνδικαλιστής Γ. Α. όσο και ο προϊστάμενος των ομάδων ΟΠΚΕ Θεσσαλονίκης Ν. Κ. (που κι αυτός μετείχε στο «γλέντι» της Θέρμης με την ιδιότητα τότε του διοικητή των ΕΚΑΜ) καταθέτουν υπέρ των συναδέλφων τους για το αιματηρό επεισόδιο της Ανω Τούμπας, δηλώνοντας μάλιστα ότι ήταν παρόντες στο τμήμα αμέσως μετά το συμβάν, κάτι που πρωτοεμφανίζεται στη δικογραφία το 2006. Οι «συμπτώσεις» είναι πράγματι πολλές.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η ελληνική πολιτεία εξασφαλίζει για τους αστυνομικούς υπαλλήλους -και μάλιστα εκείνους που έχουν άμεση «επιχειρησιακή» δραστηριότητα- μια ειδική ασυλία. Ο σκανδαλισμός της κοινής γνώμης από τη βάρβαρη συμπεριφορά της ΟΠΚΕ καταλαγιάζει μόλις σβήσουν τα φλας της επικαιρότητας και οι δράστες των επεισοδίων επανέρχονται με τιμές στις υπηρεσίες τους, ενώ και οι συνάδελφοί τους φροντίζουν να τους εκλέγουν ως συνδικαλιστές εκπροσώπους τους.

Το παρακλάδι των ΟΠΚΕ

Μ' αυτή την έννοια, έχει δίκιο ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης όταν μιλάει για «παρακράτος», μόνο που αν θέλει κανείς να είναι ακριβής, η δημιουργία του ιδιότυπου παρακρατικού μηχανισμού δεν πρέπει να αποδοθεί στον κ. Πολύδωρα, εφόσον αυτό το σκοτεινό παρακλάδι της ΕΛ.ΑΣ. γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας, επί ΠΑΣΟΚ δηλαδή.

Από τότε δεκάδες πολίτες έχουν υποστεί τις «ειδικές υπηρεσίες» των ΟΠΚΕ σε βίαιες έρευνες σε όλη την Ελλάδα: στο πεζοδρόμιο των πόλεων, στις εθνικές οδούς, ακόμα και σε «ύποπτα» νεολαιίστικα πάρτι.

Εως και στελέχη πολιτικών κομμάτων έχουν διαμαρτυρηθεί για παρόμοια συμπεριφορά εναντίον τους. Ο «Ριζοσπάστης» μιλά για «άνδρες των διαβόητων ΟΠΚΕ που φέρθηκαν με απαράδεκτο και προσβλητικό τρόπο σε τέσσερα στελέχη της ΚΝΕ» και καταγράφει και άλλα παρόμοια επεισόδια κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «Αστυνομικοί σε ρόλο τρομοκράτη» (9/9/03), ενώ η φοιτητική παράταξη του ΚΚΕ ζητά τη διάλυση των ΟΠΚΕ.

Αν κάτι πρέπει να καταλογιστεί στον κ. Πολύδωρα, είναι το γεγονός ότι επί υπουργίας του ανέδειξε την ΟΠΚΕ σε απόλυτο τρόπο αστυνόμευσης. Εκφράζοντας τη διάθεση αυτή του υπουργού, τον περασμένο Σεπτέμβριο ο εκλεκτός του νέος αρχηγός της Αστυνομίας Α. Δημοσχάκης απένειμε στην ΟΠΚΕ τον τιμητικό (γι' αυτόν) τίτλο «σιδηρά γροθιά» της Αστυνομίας. Αν, τώρα, η «σιδηρά γροθιά» δίνει και μερικές κλοτσιές στον ίδιο τον υπουργό, δεν φταίει κανένας άλλος.




Πραίτορες και πραιτοριανοί


Η γνωστή ρήση του κ. Πολύδωρα περί «πραιτόρων» θεωρείται σημαδιακή. Ηταν αυτή που εισπράχθηκε από τα ίδια τα στελέχη και τους συνδικαλιστές της ΕΛ.ΑΣ. ως πράσινο φως για την αξιοποίηση στη δράση τους κάθε δυνατής μεθόδου, ακόμα και τόσο ανορθόδοξης όπως αυτές στις οποίες επιδίδεται η ΟΠΚΕ Θεσσαλονίκης.

Ομως ήταν ο ίδιος ο κ. Πολύδωρας αυτός που στις 28/1/04, λίγες βδομάδες πριν τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές, έγραφε περισπούδαστο άρθρο «Περί αστυνομίας», όπου επέμενε στη διάκριση μεταξύ αστυνομίας και πραιτοριανής φρουράς: «Αλλο αστυνομία και άλλο "πραιτοριανοί φύλακες". Αλλο φύλακες της κοινωνίας και άλλο φύλακες του καθεστώτος. Η διαφορά έγκειται στη γραμμή που χωρίζει τους άγραφους νόμους της Αντιγόνης από τα διατάγματα του Κρέοντα».

Ιδού λοιπόν που κλήθηκε ο ίδιος ο κ. Πολύδωρας να διαχειριστεί τους «άγραφους νόμους της Αντιγόνης» και δεν δίστασε καθόλου να επιλέξει: ταυτίστηκε με τον Κρέοντα και αμόλησε την πραιτοριανή φρουρά του να καθαρίσει, με τα γνωστά αποτελέσματα.



Η πολιτική της ζαρντινιέρας

Ακόμη και στις καλύτερες στιγμές της, η τηλεοπτική δημοσιογραφία αποδεικνύεται ανίκανη να σκιαγραφήσει με στοιχειώδη πληρότητα τα φαινόμενα. Η αστυνομική λ.χ. αγριότητα του φετινού «Πολυτεχνείου» κάθε άλλο παρά έγινε αντιληπτή σε όλη της την έκταση.

Η εικόνα που κυριάρχησε, χάρη στην υπερπροβολή των πλάνων με την κακοποίηση του 24χρονου κύπριου φοιτητή από τις υπηρεσιακές «ζαρντινιέρες» της συμπρωτεύουσας, ήταν αυτή ενός μεμονωμένου ακραίου κρούσματος αστυνομικής αυθαιρεσίας. Στα ψιλά της έντυπης ειδησεογραφίας -κι εκτός τηλεοπτικής οθόνης- πέρασαν, αντίθετα:

*Οι μαζικές και παντελώς αυθαίρετες προληπτικές συλλήψεις σε όλο το κέντρο της Αθήνας, με μοναδικό κριτήριο -στην καλύτερη των περιπτώσεων- τα στερεότυπα του κάθε οργάνου για τα ενδυματολογικά ή φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του εσωτερικού εχθρού. Η εμπειρία του συναδέλφου Αλέξανδρου Παναγιωτάκη από το «μπλόκο» των γαλαζοντυμένων αστυνομικών (χωρίς διακριτικά) στη γωνία Κοραή και Πανεπιστημίου ήταν χαρακτηριστική: «Θα πάτε στην πορεία άμα το θέλω εγώ», τους ξεκαθάρισε ο επικεφαλής, ενώ τα όργανα απαιτούσαν από τις κοπέλες της παρέας να αδειάσουν τις τσάντες τους στο δρόμο!

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλα έληξαν με την επίδειξη της δημοσιογραφικής ταυτότητας. Κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους αρκετά μέλη αριστερών οργανώσεων, ήταν λιγότερο τυχεροί.

*Η απρόκλητη κτηνώδης επίθεση των ΜΑΤ στο (άοπλο) μπλοκ της «Αντιεξουσιαστικής Κίνησης» έξω από το Χίλτον, με πρόσχημα τα... συνθήματα που φώναζαν οι διαδηλωτές. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες με τα σωρηδόν ανοιγμένα κεφάλια, τις οποίες είδαμε λίγα λεπτά αργότερα στη «μνήμη» των ψηφιακών μηχανών κάποιων φωτορεπόρτερ, δεν αξιώθηκαν την παραμικρή δημοσίευση. Οπως εξαφανίστηκαν και οι καταγγελίες αριστερών οργανώσεων («Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ», ΑΚΟΑ, «Δίκτυο», ΟΚΔΕ, ΔΕΑ), τα μπλοκ των οποίων δέχτηκαν επίσης επίθεση από τους αφηνιασμένους κρανοφόρους. Τα ΜΜΕ υιοθέτησαν αντίθετα πλήρως τους επίσημους αστυνομικούς ισχυρισμούς περί (ανύπαρκτων στην πραγματικότητα) μολότοφ και φωτοβολίδων.

*Η καταδίκη επτά από τους συλληφθέντες (21/11/06) σε ποινές 5-20 μηνών για συμμετοχή «στα επεισόδια» που δεν υπήρξαν! Μεταξύ άλλων, ως «όπλο» θεωρήθηκε πλακάτ με μουντζουρωμένη τη φάτσα του πρωθυπουργού, ενώ η έδρα απένειμε εύσημα στα ΜΑΤ για την οργανωτικότητά τους κι ο εισαγγελέας παρότρυνε τους κατηγορούμενους, αν τους ενοχλούν τα χημικά να μην πηγαίνουν σε διαδηλώσεις!

*Η καταδίκη έξι από τους συλληφθέντες της Θεσσαλονίκης (30/11/06) σε ποινές 16μηνης φυλάκισης, με βάση αποκλειστικά και μόνο τις μαρτυρίες των οργάνων που (φέρεται ότι) τους συνέλαβαν. Για «ψευδομαρτυρίες αστυνομικών» μιλά ανοιχτά σε ανακοίνωσή του ο τοπικός ΣΥΝ, καταγγέλλοντας ότι το δικαστήριο τις αποδέχθηκε με το αφοπλιστικό σκεπτικό ότι «δεν είναι τρελοί οι αστυνομικοί που συλλαμβάνουν». Να υποθέσουμε ότι κανείς από τους λαμπρούς αυτούς δικαστές δεν είχε δει τηλεόραση τις προηγούμενες μέρες, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την αξιοπιστία των υπηρεσιακών ισχυρισμών και «διαβεβαιώσεων»;

*Ενα δεύτερο ζήτημα, για το οποίο ελάχιστα πράγματα μάθαμε επί της ουσίας, είναι η χρησιμοποίηση κουκουλοφόρων αστυνομικών για την «αντιμετώπιση» πολιτικών διαδηλώσεων. Το εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ των «Νέων» της 30ης Νοεμβρίου, π.χ., συγχέει τους κουκουλοφόρους αστυνομικούς με το νέο σώμα καταστολής που εμφανίστηκε τους τελευταίους μήνες με κράνη και γαλάζιες στολές χωρίς διακριτικά. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η εν λόγω αμφίεση συνιστά τη συνήθη στολή των Ομάδων Πρόληψης και Καταστολής του Εγκλήματος (ΟΠΚΕ) εν ώρα διαδήλωσης.

Οι κουκουλοφόροι και μαντιλοφόροι αστυνομικοί, πάντως, δίνουν τακτικά το παρών σε κάθε πορεία του Πολυτεχνείου (κι όχι μόνο) τα τελευταία 3-4 χρόνια. Κινούνται σε συμπαγείς ομάδες των 10-20 ατόμων, πίσω από τους «χακί» κρανοφόρους των ΜΑΤ και τους «μπλε» της ΥΜΕΤ, παρακολουθώσντας σε απόσταση 50-100 μέτρων τα μπλοκ των διαδηλωτών. Το θέαμα είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό.

Αν δεν έχει αποτυπωθεί φωτογραφικά στον ελληνικό τύπο, αυτό οφείλεται μάλλον στο στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης των φωτορεπόρτερ: ενώ η επίθεση ένστολων αστυνομικών εναντίον δημοσιογράφων αποτελεί τουλάχιστον αδιάψευστη είδηση, αν σε παραλάβουν σε κάποια γωνία οι «υπηρεσιακοί» κουκουλοφόροι, άντε μετά ν' αποδείξεις ότι δεν σκόνταψες πάνω σε αναρχικούς...

 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

«Πειθαρχική-Διοικητική διερεύνηση καταγγελιών σε βάρος αστυνομικών υπαλλήλων»
Ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη (Κύκλος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Στην έκθεση αυτή, που ολοκληρώθηκε και δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο 2004, ο Συνήγορος του Πολίτη συγκέντρωσε και αξιοποίησε τα συμπεράσματά του από την εξέταση σχεδόν διακοσίων (180) υποθέσεων που τον είχαν απασχολήσει από το 1999 έως το 2004. Στη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων αυτών, ο Συνήγορος είχε διαπιστώσει ότι οι αστυνομικές αρχές είχαν διερευνήσει πλημμελώς τις συναφείς καταγγελίες σε βάρος αστυνομικών υπαλλήλων. Οι εν λόγω πλημμέλειες δεν αποδίδονταν μόνο σε παραλείψεις συγκεκριμένων στελεχών τα οποία είχαν διενεργήσει τις έρευνες, αλλά κυρίως σε χρόνιες και επίμονες ελλείψεις και δυσλειτουργίες του συστήματος εσωτερικών ελέγχων της Ελληνικής Αστυνομίας, ιδίως: επιλογή τύπου έρευνας σε αναντιστοιχία προς τη σοβαρότητα των καταγγελιών (λ.χ. προκαταρκτική έρευνα αντί ΕΔΕ), ανάθεση έρευνας σε αξιωματικό που, λόγω προσωπικής εμπλοκής ή ιδιότητας (π.χ. άμεσος προϊστάμενος του εγκαλουμένου αστυνομικού), δεν παρείχε εχέγγυα αμεροληψίας, σημαντική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της έρευνας, παράλειψη να συνεκτιμηθούν ή να αξιολογηθούν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία (λ.χ. ιατρικές γνωματεύσεις από δημόσια νοσοκομεία που πιστοποιούσαν σοβαρές σωματικές βλάβες και κακώσεις), λογικές αντιφάσεις ή πραγματολογικές ατέλειες στην εξαγωγή συμπερασμάτων, εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων στην αποτίμηση των ελεγχομένων πράξεων, εμφανής επιρροή στερεοτύπων και προκαταλήψεων ως προς την κατανομή ευθύνης· συστηματική αποφυγή επιβολής κυρώσεων ακόμη και για διαπιστωθείσες επιλήψιμες πράξεις.

«Η κρυφή "Αρετή" της ΕΛ.ΑΣ.» («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9/4/06)
Αφιέρωμα του «Ιού» στα κρούσματα αστυνομικής βίας και την επιχείρηση συγκάλυψης που συνήθως ακολουθεί. Καταγράφεται το ιστορικό δεκάδων περιπτώσεων, με βάση την έκθεση πέντε ανθρωπιστικών μη κυβερνητικών οργανώσεων.

 

 

Ελευθεροτυπία, 10/12/2006

 

www.iospress.gr