Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ

 

Η ενοχλητική ρύθμιση
 

Μια δυσάρεστη έκπληξη μας επιφύλαξε η συζήτηση που προκλήθηκε με αφορμή την ψήφιση του νόμου για τη σεξουαλική παρενόχληση: η άποψη ότι είναι λάθος ολέθριο να ποινικοποιείται το «φλερτ» στους τόπους τής δουλειάς δεν είναι και τόσο περιθωριακή όσο θέλαμε να πιστεύουμε.

 

Τι έχουμε ακριβώς στο μυαλό μας, όταν μιλάμε για σεξουαλική παρενόχληση στην Ελλάδα του 2006; Μια δυσάρεστη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν συχνά οι γυναίκες στη δουλειά τους (κυρίως, αλλά όχι μόνον εκεί) ή μια άφυλη πρακτική, τρέχουσα στους χώρους εργασίας, την οποία γυναίκες και άνδρες έχουν τις ίδιες περίπου πιθανότητες να υποστούν, επομένως και να επιβάλουν, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής; Ή, μήπως, ως σεξουαλική παρενόχληση έχει αδίκως δυσφημιστεί το καλοδεχούμενο εκείνο ερωτικό παιχνίδι που ερχόταν να ποικίλει την πληκτική εργασιακή καθημερινότητά μας και κινδυνεύει σήμερα να τεθεί εκτός νόμου;

Αν είναι έτσι, ο βασικός ένοχος δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί: υπεύθυνες είναι κάποιες γεροντοκορίστικες ντιρεκτίβες που μας επιβάλλει η υποχρεωτική συμπόρευσή μας με τους ανέραστους εξ Εσπερίας εταίρους μας, που κι αυτοί με τη σειρά τους έσπευσαν να εναρμονιστούν με τα κελεύσματα του ερωτοκτόνου ρεύματος της υπερατλαντικής πολιτικής ορθότητας.

Από την άποψη αυτή, το αίτημα για την ανεμπόδιστη έκφραση του φλογερού μεσογειακού ταμπεραμέντου στους τόπους της δουλειάς αποκτά αυτομάτως και μια σαφή αντιιμπεριαλιστική χροιά.

Υπόγειες αντιστάσεις

Ας σοβαρευτούμε: όπως είναι γνωστό, πρόσφατα ψηφίστηκε ο νόμος 3488/2006 που μεταξύ άλλων καθιστά τη σεξουαλική παρενόχληση αυτοτελές -ή, μάλλον, περίπου αυτοτελές, όπως θα δούμε στη συνέχεια- ποινικό αδίκημα. Η ψήφιση της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης συνοδεύτηκε από μια δημόσια συζήτηση, εντός και εκτός Βουλής, η οποία έχει να μαρτυρήσει πολλά για τις αντιστάσεις που συνεχίζει να συναντά στην Ελλάδα η αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης ως κοινωνικού προβλήματος. Και, κυρίως, η αναγνώριση του γεγονότος ότι η σεξουαλική παρενόχληση σχετίζεται με τις έμφυλες ιεραρχίες στους εργασιακούς χώρους οι οποίες, παρά τις όποιες βελτιώσεις, υπαγορεύουν ακόμη σε μεγάλο βαθμό τα πολλαπλά προσκόμματα που συναντούν οι γυναίκες κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

«Νομοτεχνική» κατά κύριο λόγο η τρέχουσα αυτή ανταλλαγή απόψεων απέφυγε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, να λάβει υπόψη της δεδομένα που κάποτε έμοιαζαν αυτονόητα.

Ανάμεσά τους, το ότι η σεξουαλική παρενόχληση δεν αποτελεί αθώα έκφραση ερωτικής επιθυμίας αλλά προϊόν σχέσεων εξουσίας, ότι ένα αόρατο νήμα τη συνδέει με τις ποικίλες μορφές βίας που υφίστανται οι γυναίκες ως γυναίκες, αλλά και ότι η συγκεκριμένη εκδοχή έμφυλης βίας έχει διαγράψει μακρά πορεία στο χρόνο - σχετικά στοιχεία διαθέτουμε τουλάχιστον από τη στιγμή που οι γυναίκες άρχισαν να δουλεύουν σε εργοστάσια και γραφεία δίπλα στους άνδρες ή κάτω από την επίβλεψή τους.

Ας πάρουμε, ωστόσο, τα πράγματα από την αρχή. Στις 20 Ιουλίου κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο με γενικό τίτλο «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες συναφείς διατάξεις». Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, «παρενόχληση» ορίζεται η «ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο ενός προσώπου, με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος», ενώ «σεξουαλική παρενόχληση» διαπιστώνεται «όταν εκδηλώνεται οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος» (άρθρο 3, παρ. 1γ και 1δ). Ακόμη, η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση «συνιστούν διάκριση λόγω φύλου και απαγορεύονται» (άρθρο 4 παρ. 2).

Η σεξουαλική παρενόχληση «διώκεται κατ' έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση από έξι μήνες μέχρι τρία έτη και με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων ευρώ» (άρθρο 16, παρ. 4), ενώ ο εγκαλούμενος για σεξουαλική παρενόχληση «φέρει το βάρος να θεμελιώσει στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών», ρύθμιση ωστόσο που «δεν ισχύει στην ποινική δίκη» (άρθρο 17). Οπως γίνεται σαφές από την «Αιτιολογική Εκθεση» που συνόδευε το νομοσχέδιο, η εισαγωγή της «καινοτόμου» ρύθμισης για τη σεξουαλική παρενόχληση προέκυψε από την υποχρέωση ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οποίας υπήρξε πιστή μετάφραση.

«Βιομηχανία αγωγών»

Η κατά λέξη μεταφορά στα καθ' ημάς του κοινοτικού ορισμού της σεξουαλικής παρενόχλησης έδωσε το πάτημα που έλειπε σε όσους βρέθηκαν υποχρεωμένοι να ασχοληθούν με ένα αδίκημα το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, δεν έμοιαζε να αξιολογούν ως ιδιαίτερα σημαντικό.

Τα περισσότερα βέλη συγκέντρωσαν, όπως αναμενόταν, τόσο η ασάφεια των διατυπώσεων του άρθρου που καθορίζει τι είναι η σεξουαλική παρενόχληση όσο -κυρίως- και η ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος για σεξουαλική παρενόχληση φέρει στα αστικά δικαστήρια το βάρος της απόδειξης της αθωότητάς του. Ενδεικτική είναι από την άποψη αυτή η σχετική συζήτηση στη Βουλή (22 και 23.8.06). Για κοινοτική οδηγία επρόκειτο, με την οποία μάλιστα το εγχώριο δίκαιο όφειλε να έχει εναρμονιστεί από καιρό, οπότε η στάση των κομμάτων ήταν κατά κάποιον τρόπο προδιαγεγραμμένη: υπέρ Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, κατά το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ, βέβαια, δεν είχε πρόβλημα να καταψηφίσει επί της αρχής το νομοσχέδιο επαναλαμβάνοντας τις πάγιες θέσεις του περί «ψευδεπίγραφης ισότητας» την ώρα που «υπάρχει υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων και τα κέρδη γιγαντώνονται» («Ριζοσπάστης» 23.8).

Περισσότερο προβληματισμένοι εμφανίστηκαν οι κυβερνητικοί βουλευτές: πολλοί από αυτούς, με την άνεση που τους πρόσφερε η ούτως ή άλλως εξασφαλισμένη ψήφιση του νομοσχεδίου, εντόπισαν την αμφιθυμία τους στη ρύθμιση που προαναφέραμε. Για «κίνδυνο να οδηγηθούμε σε φαινόμενα καταχρηστικής άσκησης αγωγών εις βάρος εργοδοτών άνευ λόγου», προειδοποίησε ο Ι. Χωματάς, για «πλήρη άρνηση των νομικών που διδαχθήκαμε στο πανεπιστήμιο» μίλησε ο Ν. Δένδιας, ενώ εξίσου σαφής υπήρξε και ο Α. Φούσας, στον οποίο οφείλεται και η απάλειψη αρχικής ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία το βάρος της απόδειξης έφερε ο κατηγορούμενος και κατά την ποινική διαδικασία: «Βεβαίως πρέπει να είμαστε ευαίσθητοι στα θέματα της σεξουαλικής παρενόχλησης», υπογράμμισε ο βουλευτής. «Και ποιος δεν είναι ευαίσθητος; Ποιος δεν καταδικάζει τέτοιες συμπεριφορές; Μην μου πείτε όμως πως δεν έχουμε και περιπτώσεις όπου γίνονται καταχρήσεις αυτών των θεμάτων για πολλούς λόγους». Ακόμη και η εισηγήτρια της Ν.Δ. Μ. Κόλλια-Τσαρουχά εξέφρασε, ως νομικός, σχετικές ενστάσεις.

Στο κλίμα αυτό, η Αννα Διαμαντοπούλου, η οποία μάλιστα είχε επεξεργαστεί ως αρμόδια τότε επίτροπος τη συγκεκριμένη οδηγία, ανέφερε στην τοποθέτησή της ότι η σχετική ρύθμιση προκάλεσε αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις σκανδιναβικές χώρες «υπερβολή του φαινομένου [των άδικων αγωγών] για ένα διάστημα έξι ή οκτώ μηνών», «μετά όμως [το φαινόμενο] παίρνει τις πραγματικές του διαστάσεις».

Είπα-ξείπα...

Προβληματισμένοι για τους λάθος λόγους οι βουλευτές, αλλά προβληματικός και ο νόμος. Οχι γιατί κλονίζει συθέμελα το δικαιικό μας σύστημα, ούτε γιατί ποινικοποιεί το δικαίωμα του φλερτ στους χώρους εργασίας, όπως έσπευσαν να ισχυριστούν αρκετοί, επισείοντας το τόσο μακρινό φόβητρο της αμερικανικής πολιτικής ορθότητας. Τα προβλήματα της ρύθμισης για τη σεξουαλική παρενόχληση εντοπίζονται στις ασάφειες του νόμου, στο γεγονός δηλαδή ότι τα δικαστήρια θα κληθούν να δικάσουν με έννοιες που δεν περιλαμβάνονται στο εγχώριο ποινικό δίκαιο.

Οπως τονιζόταν και στη σχετική Εκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, ο προτεινόμενος από το νομοσχέδιο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης περιέχει πολλές αξιολογικές έννοιες, οι οποίες δεν απαντούν στον Ποινικό Κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους και ενδέχεται να αποτελέσουν «εστίες αοριστίας». Ανάμεσά τους οι έννοιες «εκφοβιστικό», «ταπεινωτικό», «εχθρικό», «εξευτελιστικό» και «επιθετικό» περιβάλλον, καθώς και η έκφραση «σεξουαλικού χαρακτήρα», η οποία επίσης δεν απαντά σε καμία διάταξη του ΠΚ.

Ακόμη σοβαρότερη είναι, κατά τη γνώμη μας, η αλλαγή που παρατηρείται μεταξύ του αρχικού νομοσχεδίου και του νόμου που τελικά ψηφίστηκε και αφορά τις κυρώσεις που επισύρει το εν λόγω αδίκημα. Το νομοσχέδιο (άρθρο 16 παρ. 4) προέβλεπε κυρώσεις για όποιον διαπράττει το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης όπως αυτό ορίζεται από το ίδιο το νομοθέτημα (άρθρο 3), το οποίο εξάλλου εισάγει τον όρο στο ελληνικό δίκαιο. Στο τελικό κείμενο του νόμου, οι κυρώσεις αφορούν όποιον «τελεί την πράξη της παραγράφου 1 του άρθρου 337 του Ποινικού Κώδικα».

Ας το κάνουμε λιανά: ο νόμος κατονομάζει ως αυτοτελές αδίκημα τη σεξουαλική παρενόχληση και επιχειρεί κουτσά στραβά να την ορίσει, αλλά όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσει για ποινές παραπέμπει τους δικαστές στον Ποινικό Κώδικα, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα παραμένει άγνωστο.

Το άρθρο 337 παρ. 1 αναφέρεται στην προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αδίκημα η στοιχειοθέτηση του οποίου σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με εκείνη της σεξουαλικής παρενόχλησης. Η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας προϋποθέτει «ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις» και «προσβάλλουν βάναυσα την αξιοπρέπεια του άλλου».

Η πρόβλεψη για «βάναυση προσβολή» έχει ήδη σταθεί σωτήρια για αρκετούς κατηγορούμενους για σεξουαλική παρενόχληση. Ετσι, η δικαιολογία που προβλήθηκε, σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική παρενόχληση θα περιληφθεί σύντομα στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, παραπέμπει στις ελληνικές καλένδες τη συνεκτική αντιμετώπισή της.

Είναι σαφές ότι η νομοθετική αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης υπήρξε το βεβιασμένο αποτέλεσμα της υποχρεωτικής εναρμόνισης του εγχώριου με το κοινοτικό δίκαιο.

Καθώς το χρονικό περιθώριο για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2002/73/ΕΚ είχε ήδη εκπνεύσει, η Βουλή ενέκρινε άρον άρον ένα νομοθέτημα το οποίο, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο αδίκημα, περιέχει σοβαρές ασάφειες που ενδέχεται να αποθαρρύνουν πολλές γυναίκες να διεκδικήσουν δικαστικά το δίκιο τους. Το επιχείρημα που ακούστηκε κατά κόρον, ότι δηλαδή βελτιώσεις των σχετικών άρθρων δεν ήταν δυνατές, καθώς η διαδικασία εναρμόνισης επιβάλλει σε κάθε περίπτωση την ακριβή μετάφραση και ψήφιση του περιεχομένου της κοινοτικής οδηγίας, αμφισβητείται από νομικούς αλλά και διαψεύδεται από τη διαφορετική πρακτική που έχει ακολουθηθεί σε άλλες περιπτώσεις. Εύγλωττες είναι στο σημείο αυτό και οι σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις σχετικές επεξεργασίες άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

Οπως και να έχει, έχουμε την εντύπωση πως από τη συζήτηση που οδήγησε στην ψήφιση των άρθρων για τη σεξουαλική παρενόχληση απουσίασε η ουσιαστική ενασχόληση με τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται το συγκεκριμένο ζήτημα στα ελληνικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Ταυτόχρονα, από ελάχιστες έως ανύπαρκτες υπήρξαν οι αναφορές στις σχετικές μελέτες που έχουν ήδη εκπονηθεί στην Ελλάδα και τα πορίσματά τους, καθώς και στη συστηματική, εδώ και χρόνια, διεκδίκηση μιας λειτουργικής νομοθετικής αντιμετώπισης του προβλήματος από φεμινιστικές ομάδες και, κυρίως, από τα γυναικεία τμήματα των βασικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Στο κλίμα αυτό, τη γενικευμένη θριαμβολογία περί «καινοτόμου» και «πρωτοποριακής» ρύθμισης ήρθε να ακυρώσει, προερχόμενη συχνά από τα ίδια χείλη, η κινδυνολογία περί ενδεχόμενης «βιομηχανίας αγωγών» και οι φόβοι για κλυδωνισμούς που θα ταράξουν συθέμελα το δικαιικό μας σύστημα. Στα όρια της αστειότητας κινήθηκαν εξάλλου κάποιες λιγότερο ή περισσότερο ρητές απειλές για μεταφύτευση στην Ελλάδα, μέσω του νομοθετήματος, των ακροτήτων της αμερικανικής πολιτικής ορθότητας.

Τοποθετήσεις αυτού του τύπου δύσκολα αποκρύπτουν την ενόχλησή τους από το γεγονός ότι η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται πλέον κολάσιμη πρακτική και όχι ένας αμφιλεγόμενος, αλλά πάντως ανθρώπινος, τρόπος για να περνούν ευχάριστα οι ώρες στο γραφείο...



«Εκμετάλλευση απ' όλες τις μεριές»


Τα σύντομα κείμενα που ακολουθούν επιχειρούν να δώσουν μια εικόνα του κοινωνικού φαινομένου της σεξουαλικής παρενόχλησης. Για το λόγο αυτό έχουν επιλεγεί ώστε να υποδεικνύουν την ιστορικότητα και την ποικιλία του προβλήματος, τις διαφορετικές οπτικές από τις οποίες μπορεί να προσεγγιστεί, αλλά και τις χρήσεις του:

1 Επιστολή από το Αγρίνιο που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» (3 Ιουλίου 1929):

«Εχτός από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, οι εργοδότες και τα όργανά τους προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις εργάτριες απ' όλες τις μεριές. Ετσι στο κατάστημα του Παπαπέτρου ήρθε προ ημερών μια εργάτρια, η Κατίνα Καλικοπούλου. Επειδή ήταν λίγο όμορφη, απ' την πρώτη στιγμή ο αρχιεργάτης Βασίλειος Γράβαλος βάλθηκε να την καταχτήση. Οι προσπάθειές του όμως πήγαν χαμένες. Εβαλε τότε μια άλλη εργάτρια, την Ευδοξία Ζάχου, για να την πείση με τα λόγια. Αλλά ούτε και με το μέσο αυτό πέτυχε τίποτα, γιατί η εργάτρια είναι τίμια... Η εργάτρια διεμαρτυρήθη για την άτιμη αυτή επίθεση του αρχιεργάτη στον Ι. Παπαπέτρο, αλλά αυτός ούτε έδωσε καμιά σημασία. Το ανέφερε όμως το γεγονός και στους συνειδητούς εργάτες, οι οποίοι και πήραν απόφαση να υπερασπίσουν τις εργάτριες απ' τους ανήθικους σκοπούς των εκμεταλλευτών μας».

2 Σε παρόμοιο κλίμα κινείται το δεύτερο κείμενο. Πρόκειται για επιστολή με τίτλο «Οι ανήθικοι που μιλάν για ηθική» και δημοσιεύτηκε και αυτή στον «Ριζοσπάστη» (30.9.1932): «Είμαι 16 χρονών. Μη βρίσκοντας δουλειά σε εργοστάσιο, αναγκάσθηκα στις 10 του μηνός να πάω δούλα στο σπίτι του καρχαρία μεγαλοβιομήχανου Μίμη Καραβασίλη. Μόλις πήγα, άρχισε να μου λέει πως είμαι καλό κορίτσι, πως θα με υποστηρίξει κ.λπ. Στην αρχή νόμισα πως από ενδιαφέρο μου τα 'λεγε όλα αυτά. Μετά από 10 μέρες όμως άρχισε να εκδηλώνει τους έκφυλους σκοπούς του. Μια μέρα -προχτές- έδιωξε με τρόπο το υπόλοιπο προσωπικό και μου είπε να του κάνω καφέ. Εν τω μεταξύ ήρθε κι αυτός στη κουζίνα κι άρχισε τις χειρονομίες. Εγώ δεν έχασα καιρό και του έχυσα το μπρίκι στα μούτρα του. Εμαθε έτσι ο κύριος αυτός πως αν είμαστε εργάτριες και μας εκμεταλλεύονται οικονομικά, δεν θα του επιτρέψουμε όμως να μας εκμεταλλευθεί και το κορμί μας».

3 Τα δύο παραθέματα που ακολουθούν έχουν αντληθεί από μαρτυρίες γυναικών δημόσιων υπαλλήλων τις οποίες κατέγραψε και επεξεργάστηκε στο πλαίσιο ευρύτερης έρευνάς της η ιστορικός Εφη Αβδελά. («Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού. Καταμερισμός της εργασίας κατά φύλα στον δημόσιο τομέα, 1908-1955», Ιδρυμα Ερευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990, σ. 224):

α) «Θυμάμαι ότι είχαν στείλει από την υπηρεσία τον άντρα μου στο εξωτερικό. Είχα έναν προϊστάμενο που "Λείπει ο άντρας της" λέει, "ας επωφεληθώ". Εγώ όμως δεν ήθελα, και μάλιστα τότε το έβρισκα και πολύ τρομερό... Αλλά και επειδή ακριβώς του αρνιόμουν, μετά ήθελε μια εκδίκηση. Και ζήτησε να φύγω. Εγώ όμως δεν ήθελα να φύγω, και γιατί δεν ήθελα να του κάνω το χατίρι. Ημουν έγκυος δύο μηνών και δεν ήταν ο άντρας μου εδώ και έτρεχα μόνη μου, είχα και παιδί μικρό, είχα και τη δουλειά μου, να το ματαιώσω αυτό που είχε ζητήσει εκείνος, ε, και απέβαλα, πήγα και να πεθάνω. Εξαιτίας του προϊσταμένου όλα αυτά».

β) «Ηθελα να αλλάξω υπηρεσία. Με βάλαν σ' έναν διευθυντή που δεν του είχα πει ούτε "καλημέρα"! Ο οποίος, όπως είχα μάθει βέβαια..., του άρεσαν και λίγο τ' αυτά... κι εγώ... όχι, μ' αυτό ήμουνα σοβαρή. Κάποιος συνάδελφος μου το 'πε μάλιστα: "Είσαι καλή, είσαι όμορφη, αλλά πολύ σοβαρή, βρε παιδί μου", μου λέει. "Αντε από δω, παιδάκι μου, που θα μου πεις...". "Ακου που σου λέω εγώ", μου λέει. "Αλλιώς δε γίνεται..."».

4 Δύο τυχαίες ειδήσεις με θέμα τη σεξουαλική παρενόχληση, όπως καταγράφηκαν στον ημερήσιο τύπο των τελευταίων χρόνων:

α) «Σε εξέλιξη βρίσκεται δικαστική έρευνα προκειμένου να διερευνηθεί η καταγγελία σύμφωνα με την οποία δικαστικός λειτουργός παρενόχλησε σεξουαλικά κρατούμενες» (Φεβρουάριος 2001).

β) «Σε τέσσερις απολύσεις εργαζομένων προχώρησε επιχείρηση στη Θήβα. Το γεγονός καταγγέλλει με ανακοίνωσή του το Σωματείο Εργαζομένων στην επιχείρηση. Οπως αναφέρει στην ανακοίνωσή του το σωματείο, εργαζόμενη στην επιχείρηση κατήγγειλε στον πρόεδρο του σωματείου και κατόπιν στη διεύθυνση ότι δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον εργοδηγό της. Μετά από λίγες μέρες, σύμφωνα με την ανακοίνωση του σωματείου, η διεύθυνση απέλυσε την εργαζόμενη και τρεις ακόμα από το τμήμα της, που ήταν μάρτυρες των περιστατικών» (Φεβρουάριος 2005).

5 Το τελευταίο παράθεμα προέρχεται από αμερικανική Εκθεση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ελλάδα:

«Ο νόμος απαγορεύει τη σεξουαλική παρενόχληση. Συνδικαλιστικές οργανώσεις ανέφεραν ότι οι μηνύσεις για σεξουαλική παρενόχληση ήταν πολύ σπάνιες, και μόνο τέσσερις γυναίκες κατέθεσαν τέτοιες μηνύσεις μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια. Και στις τέσσερις περιπτώσεις τα δικαστήρια ανεφέρθη ότι επέβαλαν πολύ επιεικείς ποινές. Το Τμήμα Γυναικείων Υποθέσεων της ΓΣΕΕ ανέφερε ότι η σεξουαλική παρενόχληση αποτέλεσε διαδεδομένο φαινόμενο, αλλά οι γυναίκες απεθαρρύνοντο από το να καταγγείλουν το γεγονός από μέλη της οικογένειας και συναδέλφους, επειδή πίστευαν ότι ενδέχεται να στιγματισθούν κοινωνικά» (Human Rights Practices Report, Greece 2004).



Περιπέτειες ενός ορισμού


Ο όρος σεξουαλική παρενόχληση (όχι ιδιαίτερα εύστοχη μετάφραση του σαφώς εντονότερου αγγλικού sexual harassment) είναι σχετικά πρόσφατος, το κοινωνικό ωστόσο πρόβλημα που ήρθε να κατονομάσει έχει τη σεβάσμια ηλικία της μισθωτής (και όχι μόνο) γυναικείας εργασίας.

Πρώτη φορά η έννοια χρησιμοποιήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα της δεκαετίας του '70 και έκτοτε ξεκίνησε μια έντονη συζήτηση για έναν ακριβή προσδιορισμό των περιεχομένων της, που συνεχίζεται ώς τις ημέρες μας. Κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών που μεσολάβησαν προτάθηκαν διάφοροι ορισμοί, ενώ η διαμάχη για το τι είναι και τι δεν είναι σεξουαλική παρενόχληση πήρε συχνά εκρηκτικές διαστάσεις.

Είναι προφανές ότι η σημερινή εποχή απέχει πολύ από το κλίμα μέσα στο οποίο εκδόθηκε το προδρομικό βιβλίο της Κάθριν ΜακΚίνον «Η σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος των εργαζόμενων γυναικών» (1979) που υπήρξε μία από τις πρώτες συνεκτικές φεμινιστικές παρεμβάσεις για το ζήτημα. Αλλά πολλά έχουν αλλάξει και από το 1991, όταν η καθηγήτρια Ανίτα Χιλ κατήγγειλε δημόσια τον υποψήφιο για το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ Κλάρενς Τόμας, μετατρέποντας μια υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Στα χρόνια αυτά (1975-1995) έσπασε σταδιακά η σιωπή που κάλυπτε τις υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα θεωρήθηκε μορφή διάκρισης βασισμένης στο φύλο και συσχετίστηκε με την άνιση κατανομή της εξουσίας, έμφυλη και κοινωνική, στους εργασιακούς χώρους και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Σήμερα, η σεξουαλική παρενόχληση ρυθμίζεται πλέον νομοθετικά σε πολλές χώρες, ποικίλλουν ωστόσο τόσο η στοιχειοθέτηση του αδικήματος όσο και η βαρύτητα των κυρώσεων τις οποίες σε κάθε περίπτωση επισύρει. Διευρυμένοι εμφανίζονται πάντως οι σύγχρονοι ορισμοί της σε σχέση με τους παλαιότερους, ενώ έχει γίνει πλέον σαφές ότι, ως κοινωνικό πρόβλημα, το συγκεκριμένο αδίκημα έχει την ιστορικότητά του: τα περιεχόμενά του, οπότε και η νομική τους αποτύπωση, δεν παραμένουν σταθερά στο πέρασμα του χρόνου και ποικίλλουν σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Από την άποψη αυτή, ο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης.

Οπως και να έχει, οι σύγχρονες προσεγγίσεις του προβλήματος δέχονται τα τελευταία χρόνια μια σκληρή πολεμική, κατά κύριο λόγο στις Ηνωμένες Πολιτείες: η ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης κρίνεται ως ιδιαίτερα αυστηρή, προϊόν του κλίματος της πολιτικής ορθότητας, η αύξηση των καταγγελιών εκλαμβάνεται ως πλασματική και οι αποζημιώσεις στις οποίες υποχρεώνονται οι ένοχοι σχολιάζονται ως υπερβολικές. Στο στόχαστρο βρίσκεται κυρίως η «ανεξέλεγκτη διεύρυνση» του ορισμού της σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία για κάποιους οδηγεί σε ποινικοποίηση του ερωτικού παιχνιδιού και θέτει εμπόδια στην ελευθερία του λόγου. Ορισμένοι ισχυρίζονται ακόμη ότι η όλη αντιμετώπιση του ζητήματος βοηθά στη διατήρηση αρχαϊκών στερεοτύπων για τις γυναίκες, τις οποίες τόσο η νομοθεσία όσο και οι πολιτικές κρατικών και μη οργανώσεων συνεχίζουν να θυματοποιούν, παρουσιάζοντάς τες ως όντα ασεξουαλικά και ευάλωτα.

Μολαταύτα, η εικόνα που προκύπτει από πρόσφατα δεδομένα μαρτυρεί ότι η σεξουαλική παρενόχληση παραμένει ένα πρόβλημα το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο ποσοστό εργαζόμενων γυναικών (40%-60%) με σοβαρές επιπτώσεις στη σχέση τους με το εργασιακό τους περιβάλλον. Ταυτόχρονα, αποδεικνύεται ότι δεν έχει ανατραπεί η μυθολογία που συνόδευσε εξαρχής τις διαδικασίες ποινικοποίησης του συγκεκριμένου αδικήματος: ότι δήθεν οι γυναίκες, με την εμφάνιση ή τη συμπεριφορά τους, προκαλούν οι ίδιες την παρενόχλησή τους ή ότι σε πολλές περιπτώσεις καταγγέλλουν φανταστικές υποθέσεις προκειμένου να εκδικηθούν προϊσταμένους ή συναδέλφους τους και να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη. Αντιθέτως, σχετικές μελέτες υποδεικνύουν ότι τα θύματα της παρενόχλησης ανήκουν σε πολύ διαφορετικές κατηγορίες, καθώς και ότι σε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό είναι γυναίκες.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανδρών που καταγγέλλουν ότι υπέστησαν σεξουαλική παρενόχληση στη δουλειά τους παρουσιάζει αυξητική τάση. Αποσιωπάται, ωστόσο, ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις ο καταγγελλόμενος είναι συχνά κι αυτός άνδρας.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Catharine MacKinnon
«Sexual Harassment of Working Women»
(Yale University Press, New Haven 1979)
Η προδρομική μελέτη της αμερικανίδας φεμινίστριας νομικού, η οποία από το 1975 αγωνίστηκε για να υπαχθεί η σεξουαλική παρενόχληση στις διακρίσεις λόγω φύλου.

R. Amy Elman
«Feminisme et recours en justice: le harcelement sexuel en Suede et aux Etats-Unis»
(«Nouvelles Questions Feministes» 18/2 Μάιος 1997, σ. 5-34).
Σύγκριση των πολιτικών που ακολουθήθηκαν ως προς την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης στη Σουηδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θ. Παπαθεοδώρου, Β. Καρύδης, Σ. Βιδάλη
«Η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία. Πρόταση ποινικοποίησης της συμπεριφοράς στην Ελλάδα»
(Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, Ιούνιος 2001)
Η εγκληματολογική διάσταση του φαινομένου, οι σχετικές νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις και πρόταση ποινικοποίησής του.

Β. Αρτινοπούλου, Θ. Παπαθεοδώρου
«Η σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας»
(Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, 2004)
Επιδημιολογική έρευνα που καταγράφει τη σεξουαλική παρενόχληση στην Ελλάδα. (Και οι δύο μελέτες στο www.kethi.gr).

Αρθρα των Μ. Στρατηγάκη - Α. Γούλιαρου, Ε. Πατρικίου, Ι. Καμτσίδου, Θ. Παπαθεοδώρου στα «Ενθέματα» της «Κυριακάτικης Αυγής» (17/9, 24/9 και 1/10/06):
Ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη σεξουαλική παρενόχληση με αφορμή τον πρόσφατο νόμο.



ΔΕΙΤΕ
 

«Ανιση Μάχη» (2005) της Νίκι Κάρο. Τη δεκαετία του '80, εργάτριες σπρωγμένες από την ανεργία δουλεύουν σε ορυχείο όπου αντιμετωπίζουν σεξουαλική παρενόχληση από τους συναδέλφους τους. Ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.

 

 

Ελευθεροτυπία, 22/10/2006

 

www.iospress.gr