ΜΝΗΜΗ ΠΙΕΡ ΒΙΝΤΑΛ-ΝΑΚΕ (1930-2006)

 

Προδότης κάθε δόγματος
 

Σε ηλικία 76 ετών πέθανε, πρόσφατα, ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ, ο ελληνιστής που, συνδυάζοντας το επάγγελμα του ιστορικού με την εγρήγορση ενός ενεργού πολίτη, αποκάλυψε τα εγκλήματα του γαλλικού στρατού στην Αλγερία και συνέτριψε τα επιχειρήματα των «αρνητών» του Ολοκαυτώματος.

 

Ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ γεννήθηκε το 1930 στο Παρίσι. Η οικογένειά του, γαλλοεβραϊκής καταγωγής, δεν διατηρούσε σχέσεις με τη θρησκεία, καθώς αντλούσε τις βασικές αναφορές της από τις παραδόσεις της Γαλλικής Επανάστασης.

Η εβραϊκότητα της οικογένειας Βιντάλ-Νακέ θα προέκυπτε, ωστόσο, με τον πλέον τραγικό τρόπο την εποχή του Β' Παγκόσμιου Πολέμου: στα 1944, όταν ο Πιερ ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών, η Γκεστάπο συνέλαβε τους γονείς του στη Μασσαλία για να τους στείλει στο Αουσβιτς, από όπου δεν θα επέστρεφαν ποτέ.

«Κατά κάποιον τρόπο είμαι προϊόν του Αουσβιτς», δήλωνε αργότερα ο ιστορικός, θέλοντας να κάνει σαφές το βαθύτερο κίνητρο που τον οδήγησε να αγωνιστεί τόσο παθιασμένα -και τόσο αποτελεσματικά- προκειμένου να ξηλώσει έναν προς έναν τους μύθους πάνω στους οποίους βασίστηκε το σαθρό ιστορικό κατασκεύασμα των «αρνητών» του Ολοκαυτώματος.

Και εξηγούσε: «Είμαι προϊόν του Ολοκαυτώματος, επειδή οι γονείς μου μεταφέρθηκαν στο Αουσβιτς και δεν γύρισαν. Απ' ό,τι μπορώ να ξέρω, η μητέρα μου οδηγήθηκε αμέσως σε θάλαμο αερίων, ενώ ο πατέρας μου φαίνεται να επέζησε μερικούς μήνες, μόνο που ποτέ δεν συνάντησα κάποιον που να τον είδε εκεί».

Υποθήκες

Προϊόν του Αουσβιτς, αλλά ταυτόχρονα βαθιά επηρεασμένος από την υπόθεση Ντρέιφους την οποία του είχε διηγηθεί αναλυτικά ο δικηγόρος πατέρας του στις αρχές του πολέμου:

«Ολη μου η ζωή σημαδεύτηκε από την αφήγηση του πατέρα μου για την υπόθεση Ντρέιφους», σημείωνε. «Χάρη σ' αυτή διαμορφώθηκαν οι θέσεις μου για την πολιτική, αλλά και για την ηθική και την ιστορία».

Μαζί με την υπόθεση Ντρέιφους, καταλυτική υπήρξε για τον έφηβο Πιερ μια αποστροφή του Σατομπριάν, σύμφωνα με την οποία σε καιρούς χαλεπούς ο ιστορικός αναλαμβάνει το ρόλο του εκδικητή των λαών, φράση κληροδοτημένη κι αυτή από τον δολοφονημένο πατέρα. Χρόνια αργότερα, ο Βιντάλ-Νακέ την ανακαλούσε ως έναν ακόμη από τους υπόγειους εκείνους λόγους που τον οδήγησαν να ασχοληθεί με την ιστορία, έσπευδε πάντως να συμπληρώσει πως δεν τον αντιπροσώπευε πια: τον απωθούσε η υπόρρητη μεγαλομανία της.

Στα 1951 ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ αποφασίζει να αφιερωθεί στη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας. Είναι προφανές πως η αποτίμηση του έργου του, ενός έργου που προκάλεσε τριγμούς στις τετριμμένες προσεγγίσεις της ελληνικής αρχαιότητας, προτείνοντας νέα μεθοδολογικά εργαλεία και διευρύνοντας το ερευνητικό πεδίο των κουρασμένων ήδη τότε «κλασικών σπουδών», υπερβαίνει κατά πολύ τις προθέσεις του σημερινού σημειώματος.

Θα σταθούμε, ωστόσο, στην εξήγηση που έδινε ο ίδιος για την επιλογή του: «Γιατί διάλεξα την Ελλάδα, και, κατά κάποιον τρόπο, την ελληνική φιλοσοφία;», αναρωτιόταν στα 1998. «Αρχικά είχα σκεφτεί να ετοιμάσω μια διατριβή για τον πόλεμο της Ισπανίας. Υστερα όμως συλλογίστηκα ότι το θέμα αυτό ταίριαζε τόσο πολύ με τον πολιτικό μου προσανατολισμό που υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορώ να πάρω την απαραίτητη απόσταση».

Αντίθετα, η ελληνική αρχαιότητα τού επέτρεπε να μελετήσει έναν κόσμο μακρινό από τις πολιτικές αναζητήσεις του χωρίς, να του απαγορεύει να ασχοληθεί με αυτές - το αντίθετο, μάλιστα. Στην απόφασή του να στραφεί στην αρχαιότητα λειτούργησε και κάτι βαθύτερο, εξομολογήθηκε κάποτε στον Ρεζίς Ντεμπρέ: «Επιλέγοντας την αρχαία ελληνική ιστορία, επέλεγα να αντλήσω ερείσματα από το παρελθόν. Οχι πως επιθυμούσα να αποποιηθώ τη δυνατότητα παρέμβασής μου στο παρόν, αλλά ήθελα να διαθέτω ένα φόντο που να σχετικοποιεί λίγο τα φλέγοντα ζητήματα της στιγμής».

Ο ιστορικός ως πολίτης

*Ανανεωτής των κλασικών σπουδών, ταυτόχρονα όμως εισηγητής στην πράξη μιας ειδικής σχέσης του ιστορικού με τα μείζονα προβλήματα του καιρού του, ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ διατύπωσε επανειλημμένα τις θέσεις του για το επάγγελμά του, απαντώντας σε εκείνους -και υπήρξαν πολλοί και διάφοροι- που κατά καιρούς θεώρησαν ύποπτες τις συνάφειες της επιστημονικής του παραγωγής με τις δημόσιες πολιτικές τοποθετήσεις του.

«Ο ιστορικός πρέπει να συμμετέχει στη ζωή της πόλης», υποστήριζε. «Προτού σταλεί στο Αουσβιτς, ο πατέρας μου βασανίστηκε από την Γκεστάπο στη Μασσαλία. Η ιδέα ότι τα ίδια βασανιστήρια μπορεί να εφαρμόζονται στην Ινδοκίνα και στη Μαδαγασκάρη, μετά στην Αλγερία από γάλλους αξιωματικούς ή αστυνομικούς, μού προκάλεσε φρίκη. Η πράξη μου δεν είχε άλλη πηγή από αυτή την απόλυτη φρίκη».

«Ο ιστορικός, αυτός ο κατ' εξοχήν ελεύθερος άνθρωπος, δεν τεμαχίζεται», σημείωνε αλλού. «Ακόμη και στην κορύφωση μιας διαμάχης δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να παραμείνει ιστορικός, με άλλα λόγια προδότης όλων των δογμάτων - θεολογικών, ιδεολογικών, δήθεν επιστημονικών. Αυτό σημαίνει ότι παλεύει τόσο με τις ίδιες του τις προκαταλήψεις, αυτές που αποτελούν μέρος της σκευής του, όσο και με τις πιο ευδιάκριτες προκαταλήψεις των άλλων. [...] Σε κάθε περίπτωση δεν γνωρίζω κανέναν ιστορικό [...] που να μην αναφέρεται σε κάποιο σύστημα αξιών. [...] Κάθε ένας από εμάς συνθέτει τη σημερινή του κρίση βασιζόμενος προφανώς στις αξίες του αλλά και στο παρελθόν του, τη μνήμη του, την προσωπική του ιστορία, καθώς και στα βιβλία ή τα έργα τα οποία συνιστούν την καθημερινή του τροφή». (Από τον «Πρόλογο» του 2ου τόμου του «Les Juifs, la memoire et le present», σ. 10-13).

*Συνεκτική με τις απόψεις αυτές υπήρξε η θέση του Βιντάλ-Νακέ για την ιστορία: «Η ιστορία δεν είναι θρησκεία», υποστήριζε, εξηγώντας γιατί απέφευγε να γράφει τη λέξη με κεφαλαίο γιώτα: το κεφαλαίο παραπέμπει σε συνδηλώσεις ουσιοκρατικές, σε αντιλήψεις για την ύπαρξη μιας μοναδικής, μη αμφισβητήσιμης, εκδοχής για τα παρελθόντα.

*Αν και θεωρήθηκε ένας κατ' εξοχήν «στρατευμένος» διανοούμενος της αριστεράς, ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ φρόντισε σε πολλές περιστάσεις να ξεκαθαρίσει ότι η αντίληψή του για το τι σημαίνει στράτευση τον οδήγησε να μην ενταχθεί σε κάποιο κόμμα, με εξαίρεση μια παλιά συμπάθειά του για την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» και το σύντομο πέρασμά του από το PSU, στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος: «Ας πούμε ότι είμαι ένας κεντρώος της άκρας αριστεράς», δήλωνε με μια δόση αυτοσαρκασμού στη συζήτησή του με τον Ρεζίς Ντεμπρέ. «Για να το πω αλλιώς, σε αντίθεση με την πλειονότητα των διανοουμένων της γενιάς μου, ουδέποτε υπήρξα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Γράφεται συχνά πως υπήρξα κάποτε κομμουνιστής, αλλά είναι λάθος».

Η πολιτική της ιστορίας

Για την αναζήτηση της αλήθειας ως ενιαίο νήμα που διατρέχει τη συνολική αγωνία του Βιντάλ-Νακέ, αγωνία πρωτίστως πολιτική, και γι' αυτό ιστορική, μίλησε πρόσφατα, αποχαιρετώντας τον, ο Σπύρος Ασδραχάς. Πρόκειται για την αλήθεια του ιστορικού, εξήγησε, ταυτόσημη στην περίπτωση του γάλλου διανοουμένου με την αλήθεια του πολίτη («Αυγή», 6.8.2006).

Η παθιασμένη στράτευση του Βιντάλ-Νακέ στις (πολιτικές) υποθέσεις που θεώρησε (και ιστορικά) δίκαιες αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Και δεν ήταν λίγες οι υποθέσεις αυτές. Ξεχωρίζουν, ανάμεσά τους, η αποκάλυψη των εγκλημάτων του γαλλικού στρατού στον πόλεμο της Αλγερίας και η κριτική των θέσεων των «αρνητών» του Ολοκαυτώματος:

*Η ενασχόληση του Βιντάλ-Νακέ με τα βασανιστήρια χρονολογείται από το 1957, όταν άρχισε να συλλέγει στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο γαλλικός στρατός επιδιδόταν συστηματικά σε βασανισμούς και δολοφονίες κρατουμένων στην Αλγερία.

Την ίδια χρονιά συγκροτεί με άλλους διανοούμενους την Επιτροπή Οντέν, από το όνομα του Μορίς Οντέν, κομμουνιστή καθηγητή μαθηματικών στο Αλγέρι που συνελήφθη στις 11 Ιουνίου του 1957 και κατά την επίσημη εκδοχή των γαλλικών αρχών «δραπέτευσε», ενώ στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε από γάλλους στρατιωτικούς. Ενα χρόνο αργότερα δημοσιεύει το φάκελο «Υπόθεση Οντέν» («L'Affaire Audin»), το πρώτο από τα βιβλία του με θέμα τον πόλεμο της Αλγερίας, και υπογράφει το «Μανιφέστο των 121» που κατήγγελλε τον πόλεμο της Αλγερίας και καλούσε τους Γάλλους σε ανυπακοή.

Προδοτική για πολλούς η στάση του, έμελλε σύντομα να του στοιχίσει τη θέση του στη δημόσια εκπαίδευση. Για τον ίδιο, ωστόσο, συνιστούσε αυτονόητη εκδήλωση πατριωτισμού, ηθική υποχρέωση που απέρρεε από την παλιά εκείνη περιπέτεια του Ντρέιφους αλλά και από την τραγική ιστορία των δολοφονημένων γονιών του.

Ετσι, η αποκάλυψη τόσο των ίδιων των βασανιστηρίων όπου γης όσο και των μηχανισμών συγκάλυψής τους από δημοκρατικά, κατά τα λοιπά, καθεστώτα υπήρξε για τον Βιντάλ-Νακέ έμμονη ιδέα, κίνητρο και στόχος πολλών μεταγενέστερων τοποθετήσεών του.

Δολοφονία της μνήμης

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του Βιντάλ-Νακέ κατέχει η πολεμική του κατά των ιστορικών που, διεκδικώντας τον τίτλο του «αναθεωρητή» («αναθεωρητική σέχτα», συνήθιζε να τους αποκαλεί), επιχείρησαν να εμφανίσουν την αμιγώς πολιτική άρνηση του Ολοκαυτώματος ως καινοτόμο ανανέωση της σύγχρονης ιστοριογραφίας.

*Το βασικό σώμα των σχετικών εργασιών του ολοκληρώθηκε κατά τη δεκαετία του '80, το πρόβλημα ωστόσο συνέχισε να τον απασχολεί ώς το τέλος της ζωής του. Και τούτο γιατί η αμφισβήτηση της γενοκτονίας των Εβραίων από το χιτλερικό καθεστώς αντιμετωπίστηκε εξ αρχής από τον Βιντάλ-Νακέ ως ένα φαινόμενο πολυδιάστατο, που τον εγκαλούσε να πάρει σαφή θέση σε πλήθος καίριων ζητημάτων, με άλλα λόγια να μην περιοριστεί στην ιστορικά τεκμηριωμένη απόρριψη των ανυπόστατων «αναθεωρητικών» επιχειρημάτων.

*Ετσι, η αριστοτεχνική αποδόμηση του λόγου των αρνητών του Ολοκαυτώματος συνοδεύτηκε ή/και προέκυψε από σειρά τοποθετήσεων του ιστορικού για θέματα όπως οι καθόλου αυτονόητες σχέσεις ιστορίας, μαρτυρίας και μνήμης, οι λόγοι που καθιστούν αδύνατο τον διάλογο με τους «αναθεωρητές», τα ρευστά περιεχόμενα της σύγχρονης εβραϊκής ταυτότητας κ.ο.κ.

«Η μνήμη δεν ταυτίζεται με το παρελθόν», σημείωνε χαρακτηριστικά στα 1981. «Η μνήμη αποτελεί βίωμα του παρόντος, κάποτε και της αγωνίας του μέλλοντος, όπως βίωμα του παρόντος συνιστά και η σχέση του ιστορικού με το παρελθόν». Αυτοπροσδιοριζόταν Εβραίος, φρόντιζε ωστόσο να διευκρινίσει ότι η λέξη αυτή έχει ενδυθεί άπειρες έννοιες, τόσο θεμιτές όσο και παράλογες: «Μοιάζει παράδοξο», γράφει προλογίζοντας το βιβλίο του «Οι Εβραίοι, η μνήμη και το παρόν», «αλλά είμαι πρόθυμος να ομολογήσω ότι δεν γράφω αυτές τις σελίδες επειδή είμαι Εβραίος, αλλά το αντίθετο: επειδή έγραψα τούτο το βιβλίο έγινα Εβραίος, Εβραίος από επιλογή, αν θέλετε, ή Εβραίος από σκέψη».

Οι σημαντικότερες εργασίες του κατά των αρνητών του Ολοκαυτώματος, συγκεντρωμένες στον τόμο με τίτλο «Οι δολοφόνοι της μνήμης» («Les assassins de la memoire», 1987), συμπληρώνονται με τις κοινές με άλλους συναδέλφους του παρεμβάσεις του Βιντάλ-Νακέ για το ίδιο θέμα.

Από τις συλλογικές αυτές πρωτοβουλίες ξεχωρίζουμε την προδρομική διακήρυξη 34 γάλλων ιστορικών με τίτλο «Η χιτλερική πολιτική της εξόντωσης» που συνέταξε με τον Λεόν Πολιακόφ (1979), η οποία αποτελεί μια τεκμηριωμένη όσο και οργισμένη απόρριψη των «αναθεωρητικών» θέσεων. Το κείμενο θεωρήθηκε από τους «αναθεωρητικούς» κύκλους «ταφόπλακα της ιστορικής έρευνας» και προάγγελος της νομοθεσίας που ποινικοποιούσε την άρνηση του Ολοκαυτώματος. Εκτός αυτού, ο ίδιος ο Βιντάλ-Νακέ κατηγορήθηκε επανειλημμένα για μια αποστροφή της διακήρυξης, σύμφωνα με την οποία δεν έχει νόημα να αναρωτιέται κανείς για το πώς υπήρξε τεχνικά δυνατή η γενοκτονία, εφόσον πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που, εφόσον συνέβη, υπήρξε τεχνικά δυνατό.

*Είναι αλήθεια ότι ο Βιντάλ-Νακέ έκρινε αργότερα, το 1992, απόλυτη την αρχική αυτή αντίδρασή του προς μια συζήτηση επικεντρωμένη στις «τεχνικές» πλευρές του Ολοκαυτώματος, υπήρξε ωστόσο σταθερός ως προς την απόρριψη κάθε νομοθεσίας που να ποινικοποιεί και την πλέον απεχθή ιστορική ή/και πολιτική άποψη.

Ετσι, αντιτάχθηκε μέχρι τέλους σε ένα πλέγμα νόμων που, για διάφορους λόγους και από διαφορετικές πηγές, έρχονταν να περιορίσουν κατά τη γνώμη του την ελευθερία της έκφρασης στη Γαλλία: ανάμεσά τους ο νόμος Γκεσό (1990) που καθιστά τον «αναθεωρητισμό» ποινικό αδίκημα, συγκεκριμένα άρθρα του νόμου Τομπιρά (2001) (άρθρο σχετικό με τη διδασκαλία της ιστορίας της δουλείας) και του νόμου για τη γενοκτονία των Αρμενίων (2001), καθώς και το πολυσυζητημένο στη Γαλλία άρθρο ενός νόμου (2005) που επέβαλλε τη διδασκαλία στα σχολεία και των «θετικών» όψεων της γαλλικής αποικιοκρατίας (βλ. την έκκληση «Ελευθερία για την Ιστορία», «Λιμπερασιόν», 13.12.2005).

Στρατεύσεις

«Στην Ιαπωνία, ένας νόμος ορίζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας της ιστορίας και τα σχολικά εγχειρίδια ελαχιστοποιούν τα εγκλήματα του ιαπωνικού στρατού», δήλωνε τον Απρίλιο του 2005. «Αν η Γαλλία θέλει να μιμηθεί την Ιαπωνία, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο». Και εξηγούσε ότι σιχαίνεται τους «αρνητές» και ότι, προφανώς, δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία για τον εγκληματικό χαρακτήρα της δουλείας. Εκείνο που τον ενοχλούσε ήταν η εναπόθεση ή, καλύτερα, η εγκατάλειψη της ιστορικής αλήθειας στα χέρια του κράτους.

*Μπορεί να δήλωνε «προϊόν του Αουσβιτς» και να αφιερώθηκε με τη μεγαλύτερη συνέπεια στην επιστημονική και πολιτική απο-νομιμοποίηση των «αρνητών» του, ωστόσο ο Βιντάλ-Νακέ δεν δίστασε να καταδικάσει τη συστηματική χρήση του Ολοκαυτώματος από το κράτος του Ισραήλ, το οποίο βρέθηκε πολύ συχνά στο στόχαστρό του. Η καταγγελία της χρήσης των βασανιστηρίων από τις ισραηλινές αρχές υπήρξε επίσης μια μόνιμη έγνοια του. Θιασώτης μιας ειρηνευτικής διαδικασίας βασισμένης στην αποδοχή των παλαιστινιακών δικαίων από την πλευρά του Ισραήλ, θέλησε να λειτουργήσει κατά κάποιον τρόπο ως «ενδιάμεσος» μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών. Και ταυτόχρονα προσπάθησε να αναδείξει τα πολλά και διαφορετικά ρεύματα που περικλείει η εβραϊκή διασπορά, γεγονός που συσκοτίζουν όσοι την προσλαμβάνουν συλλήβδην ως άβουλο εξάρτημα της ισραηλινής πολιτικής.

Στη συγκεκριμένη θεματική η προσπάθειά του υπήρξε πάντοτε να συνδυάζει τις ατομικές του επεξεργασίες με συλλογικές κινητοποιήσεις (Βλ. χαρακτηριστικά το κείμενο «Μια άλλη εβραϊκή φωνή» που υπέγραψε με άλλους διανοούμενους τον Ιούλιο του 2003, καθώς και τη διαμαρτυρία «Αρκετά!» για την πρόσφατη εισβολή στον Λίβανο που δημοσιεύτηκε όταν ο ίδιος βρισκόταν πια σε κώμα).

*Από τους βασικούς συντελεστές της γαλλικής Επιτροπής για το Βιετνάμ, ο Βιντάλ-Νακέ ενίσχυσε τον αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας στην Ελλάδα, παρακολούθησε από κοντά τον Μάη του '68, ενώ το Φεβρουάριο του 1971 υπέγραψε με τον Μισέλ Φουκό το μανιφέστο της Ομάδας Πληροφόρησης για τις Φυλακές.

Παρών στα κρίσιμα ζητήματα της εποχής του, πολιτικά και κοινωνικά, δεν δίσταζε να σχολιάζει τις εξελίξεις με τρόπο που τον διαφοροποιούσε από τους πολλούς εκείνους συναδέλφους του οι οποίοι αποδείχθηκαν πρόθυμοι απολογητές των κυβερνητικών επιλογών σε κομβικά θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.

*Σημαντικές υπήρξαν από την άποψη αυτή οι παρεμβάσεις του για τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. «Θεωρώ κατ' αρχάς τον Μιλόσεβιτς εγκληματία», δήλωνε το 1999. «Και πιστεύω πως φέρει βαρύτατη ευθύνη για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, γεγονός κατά τη γνώμη μου ολέθριο. Εχω ακόμη την άποψη ότι οι Κοσοβάροι έχουν λόγους να εξεγείρονται. Αυτό, ωστόσο, δικαιολογεί τον πόλεμο που ξέσπασε; Σε καμία περίπτωση. Γιατί ο πόλεμος αυτός θα προσθέσει πόλεμο στον πόλεμο» («Ιμανιτέ», 27.3.1999).

*Το Νοέμβριο του 2002 συνυπογράφει την έκκληση «Οχι στο όνομά μας!», «κατά ενός πολέμου που δεν πρόκειται παρά να αυξήσει τα βάσανα του εξουθενωμένου ιρακινού λαού και να θέσει στον μεγαλύτερο κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη». Το 2003 προλογίζει το βιβλίο «Γενοκτονία στο Ιράκ» με θέμα τη δολοφονία χιλιάδων Κούρδων από το καθεστώς του Σαντάμ.

Στο κείμενό του διευκρινίζει ότι δεν συμμερίζεται την ορολογία του τίτλου, χαρακτηρίζει ωστόσο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας τη δολοφονία τόσων ανθρώπων από τα αέρια του Χουσέιν. Για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μίλησε εξάλλου στην περίπτωση της Αλγερίας, του Βιεντνάμ, της Καμπότζης, των γκουλάγκ κ.ο.κ.

*Η υπόθεση της «17 Νοέμβρη» τον οδηγεί να ασχοληθεί και πάλι με την Ελλάδα: συνυπογράφει κείμενο στο οποίο εκφράζονταν ανησυχίες για το κυνήγι μαγισσών που ακολούθησε τις πρώτες συλλήψεις και στο οποίο διατυπωνόταν το αίτημα για άμεση απελευθέρωση του Θεολόγου Ψαραδέλλη και του Γιάννη Σερίφη.

*Εξίσου ενδεικτική, μια από τις τελευταίες τοποθετήσεις του αφορά την καταγγελία των γαλλικών αρχών για τον αποκλεισμό από το σχολείο των παιδιών των μεταναστών χωρίς χαρτιά («Θα τα πάρουμε εμείς υπό την προστασία μας!», Απρίλιος 2006).

Κατόπιν αυτών, είναι λογικό που κάποιοι υποδέχθηκαν με ανακούφιση την είδηση του θανάτου του. Στις νεκρολογίες του που διαβάσαμε σε νεοφασιστικές ιστοσελίδες, ο Βιντάλ-Νακέ αναφέρεται ως αγιατολάχ της ιστορίας, συγγραφέας φανταστικών μυθιστορημάτων, προδότης της πατρίδας του, τροτσκιστής, πράκτορας των Αλγερινών και των Ισραηλινών, εχθρός του στρατεύματος, πιόνι στα χέρια των μεταναστών. Χαρακτηρισμοί μίσους, που για τον ίδιο, από εκεί που εκπορεύονται, είμαστε βέβαιοι πως θα αποτελούσαν τίτλο τιμής...



Η Ελλάδα του ιστορικού

Το σύντομο απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από τον δεύτερο τόμο των ανέκδοτων στην Ελλάδα «Αναμνήσεων» του Πιερ Βιντάλ-Νακέ (σ. 310-314):

«Μεταξύ 1952 και 1996 επισκεφθήκαμε καμιά εικοσαριά φορές την Ελλάδα, με μεγάλες ωστόσο διακοπές, μεταξύ 1952 και 1960 και μεταξύ 1966 και 1973. Επιχειρήσαμε να αποφύγουμε τους δύο μεγάλους σκοπέλους στους οποίους προσκρούουν οι "καλλιεργημένοι" ταξιδιώτες. Δεν ονειρευτήκαμε την Ελλάδα ως αχανές μουσείο [...]. Και δεν είδαμε σε κάθε σημερινό Ελληνα έναν απόγονο του Περικλή ή του Σοφοκλή. Οχι πως ο πειρασμός δεν είναι μεγάλος. Πώς να μην ευχηθείς σ' ένα κοριτσάκι που ακούει στο όνομα Αφροδίτη να γίνει μια ωραία γυναίκα; Στη "Μεσόγειο", ο Φερνάν Μπροντέλ πίστευε πως συνάντησε άπειρες φορές τον Οδυσσέα στο πρόσωπο ενός ταβλαδόρου [...] Ο μοναδικός Οδυσσέας που συγκρατώ στη μνήμη μου είναι ο οδηγός ενός μικρού λεωφορείου ο οποίος στη Φολέγανδρο, στις Κυκλάδες, μικρό νησί που χρησίμευε ως τόπος εξορίας, εκτελούσε το δρομολόγιο μεταξύ του λιμανιού και της "πρωτεύουσας" που ονομάζεται, όπως αναμενόταν, Χώρα. [...]

Είναι προφανές ότι η Ελλάδα άλλαξε από το ένα ταξίδι στο άλλο. Τα Μάλια, ο έρημος εκείνος τόπος που ανέσκαπτε ο Henri Van Effenterre στα 1963, δέκα χρόνια αργότερα ήταν ένας δρόμος περιστοιχισμένος από φρικαλέα μαγαζιά. Τι νόημα έχει να θλιβόμαστε για "τον κόσμο που χάσαμε", όπως λέει ένας βρετανός ιστορικός μιλώντας για την παλιά αγροτική κουλτούρα της Ευρώπης; Μόνο που, στο πεδίο της αισθητικής, η Ελλάδα που θυμούνται οι ταξιδιώτες του πρώτου μισού τού αιώνα, ο Χένρι Μίλερ στον "Κολοσσό του Αμαρουσίου", αλλά κι εμείς οι ίδιοι που την είδαμε το 1952, ήταν απείρως πιο γοητευτική από την Ελλάδα του σήμερα. Αλλά με ποιο δικαίωμα θα μπορούσαμε να την κατηγορήσουμε; [...]

Εδώ και πολύ καιρό, η Αθήνα έπαψε να αποτελεί τον κύριο στόχο των ταξιδιών μας. Κυριευμένη από ένα μόνιμο σύννεφο, το νέφος, αντίστοιχο του οποίου συναντήσαμε μόνο στο Λος Αντζελες, η Αθήνα είναι ασφαλώς ένας τόπος γεμάτος μοναδικούς θησαυρούς, αλλά και μια πόλη αποπνικτική, όπου το καλοκαίρι αναπνέεις μετά βίας. Η Θεσσαλονίκη, τόσο κοντινή από ορισμένες απόψεις στη Μασσαλία, πλούσια σε βυζαντινά μοναστήρια και με το χρυσάφι του τάφου του Φιλίππου του Μακεδόνα, φτωχή σε εβραϊκές μνήμες παρά τους πέντε σχεδόν αιώνες ιστορίας, μου λέει πολύ περισσότερα από την Αθήνα. Λευκάδα, Σαμοθράκη, Κέρκυρα, Σάμος, Πάρος, Νάξος, Ιθάκη, Θάσος: κάθε ένα από τα νησιά αυτά που ο ποιητής Ελύτης απαριθμεί σε ένα κείμενο μελοποιημένο από τον Θεοδωράκη αποτελεί από παλιά, ή από πιο πρόσφατα, μέρος του παρελθόντος μου. [...]

Εχουμε έλληνες φίλους που συγκαταλέγονται στους πιο αγαπημένους μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι τους εγκρίναμε σε όλα. Μπορεί να θαύμασα την αντίσταση κατά των συνταγματαρχών, ένιωσα όμως απέχθεια για την έκρηξη του εθνικισμού, όταν η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της με το όνομα αυτό που "σφετερίστηκε" το 1991.

Τη στιγμή που η Αθήνα κατηγορούσε τα Σκόπια ότι αυτοπροσδιορίζονται πρωτεύουσα της Μακεδονίας, παρατήρησα σε μια αντιπολιτευτική ελληνική εφημερίδα ότι κατά τον ίδιο τρόπο οι κάτοικοι της Φραγκονίας, δηλαδή της χώρας των Φράγκων, θα νομιμοποιούνταν να διαμαρτυρηθούν ότι η δική μας "Gaule" (Γαλατία, Γαλλία), όπως την αποκαλούν πάντοτε οι Ελληνες, πήρε το όνομα Γαλλία (France). Είναι προφανές ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας έχουν ελάχιστη σχέση με τον Μεγάλο Αλέξανδρο, μαθητή του Αριστοτέλη, είμαστε όμως βέβαιοι ότι η γαλλική μοναρχία ξεκινά με τον Κλοβίς, αυτόν τον Γερμανό (Germain);

Οπως και να έχει, ουδέποτε κατάφερα έλληνες φίλους να μας συνοδεύσουν στην Τουρκία. Θα ήθελα να έχω τη βεβαιότητα ότι υπάρχει μια έδρα τουρκικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και γνωρίζω πως, εδώ και κάποια χρόνια, δεν υφίσταται έδρα ιστορίας της Βυζαντικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς περνάς τα σύνορα, τα σημάδια των εθνικισμών αντιστρέφονται και ο εχθρός γίνεται φίλος, αλλά η ιδεολογία παραμένει κατά βάθος ταυτόσημη».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Επιλογή έργων του γάλλου ιστορικού, από τα οποία κυρίως αντλήθηκαν οι πληροφορίες για το σημερινό αφιέρωμα:

Pierre Vidal-Naquet
«Les crimes de l'armee francaise. Algerie 1954-1962»
(Editions La Decouverte, Παρίσι 2001)
Ο φάκελος με τα ντοκουμέντα που συγκέντρωσε ο Βιντάλ-Νακέ για τα εγκλήματα του γαλλικού στρατού κατά τον πόλεμο της Αλγερίας. Στην επανέκδοση περιλαμβάνεται νέα εισαγωγή τού συγγραφέα.

«Les assassins de la memoire. 'Un Eichmann de papier' et autres essais sur le revisionnisme» (Editions La Decouverte, Παρίσι 1987)
Το βασικό σώμα των δοκιμίων του Βιντάλ-Νακέ, με τα οποία κατέρριψε τα ψευδοεπιστημονικά επιχειρήματα των «αρνητών» του Ολοκαυτώματος.

«Les juifs, la memoire et le present» (Editions La Decouverte, 2 τόμοι, Παρίσι 1991)
Συλλογή κειμένων για το «εβραϊκό ζήτημα»: ιστορία, μνήμη και πολιτική.
 

«Memoires» (Editions du Seuil, 2 τόμοι, Παρίσι 1998)
Οι αναμνήσεις του ιστορικού. Ο πρώτος τόμος αφορά κατά κύριο λόγο τον πόλεμο της Αλγερίας, ενώ στον δεύτερο περιλαμβάνονται πυκνές αναφορές στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη σχέση του συγγραφέα τόσο με την ελληνική αρχαιότητα όσο και με τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας.



ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

http://fr.wikipedia.org/wiki/Pierre_Vidal-Naquet
Η βασική εργογραφία του γάλλου ιστορικού. Συνδέσεις με δικτυακούς τόπους όπου μπορεί κανείς να διαβάσει σημαντικά άρθρα του, καθώς και ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις του.


 

 

Ελευθεροτυπία, 24/9/2006

 

www.iospress.gr