Η «ΜΗ ΔΙΚΗ» ΣΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ

 

Ποιος φοβάται (ακόμα) τη 17 Νοέμβρη;
 

Η 'δίκη των δικών' στο Εφετείο της 17Ν έχει μεταβληθεί σε ένα απλό «ριμέικ» της πρώτης δίκης. Τα μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να την αποκλείσουν από τη θεματολογία τους αφήνοντας την ακροαματική διαδικασία στην 'τύχη' της. Εκτός από μία και μόνη συνεδρίαση.

 

Δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα από τη δήλωση του κ. Πολύδωρα ότι ο φάκελος της τρομοκρατίας παραμένει ανοιχτός και συνέβη η περίεργη έκρηξη στο Λυκαβηττό. Τα μέσα ενημέρωσης θυμήθηκαν στιγμιαία το προσφιλές τους θέμα της περιόδου 2002-03. Αυτή η ξαφνική δημοσιότητα έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με το ειδησεογραφικό σκοτάδι που έχει σκεπάσει τη δίκη σε δεύτερο βαθμό των κατηγορουμένων για την υπόθεση της 17Ν. Συμπληρώθηκαν ήδη έξι μήνες από την έναρξη της δίκης στον Κορυδαλλό και κανείς δεν φαίνεται να ασχολείται με την υπόθεση. Η απαγόρευση της τηλεοπτικής κάμερας αλλά και η 'εξασφάλιση' από το πρώτο δικαστήριο μεγάλων ποινών για τους κατηγορούμενους απέσυραν το θέμα ακόμα και από τα 'ψιλά' των ειδήσεων. Μόνη, σχεδόν, η «Ε» επιμένει να ενημερώνει το κοινό για την καθημερινή εξέλιξη της δίκης στο εφετείο.

Τρεις φάσεις χαρακτήρισαν το ενδιαφέρον των ΜΜΕ για την υπόθεση. Πρώτη η φάση των συλλήψεων, τον Ιούνιο του 2002, όπου η τρομοκρατία ήταν το μοναδικό θέμα στα ΜΜΕ. Τότε που τόσο οι καταθέσεις των συλληφθέντων, η στοχοποίηση «υπόπτων», όσο και το νεοεμφανιζόμενο είδος «μαρτύρων αναγνώρισης» παρέλασαν στα ΜΜΕ πριν ακόμα σχηματιστεί η δικογραφία. Τότε που τα τζιπ της αντιτρομοκρατικής, τα αλεξίσφαιρα και οι κουκούλες ήταν τα απαραίτητα αξεσουάρ για να οδηγούνται οι ύποπτοι στους ανακριτές. Τότε που κανένας φυσικά δεν ενοχλήθηκε από την απόλυτη ακύρωση του τεκμηρίου αθωότητας και τη διαρροή μυστικών ανακρίσεων στα κανάλια. Τότε που επιστρατεύτηκαν οι ευφάνταστες και πρόθυμες πένες δημοσιογράφων για να σταθεροποιήσουν τις ενοχές και να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη και το δικαστήριο για το ζητούμενο αποτέλεσμα. Στη δεύτερη φάση σημειώθηκε διαρκώς μειούμενη έκταση του θέματος στα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της πρώτης δίκης. Η ενημέρωση τότε πέρασε από τα κανάλια στις εφημερίδες. Κάτι σαν μια από τις φυσικές λειτουργίες ενός οργανισμού. Είχε μείνει μόνο το 'σκούπισμα’. Ακολουθεί, τέλος, η σημερινή τρίτη φάση, της απόλυτης σιωπής. Μιας σιωπή που διαταράχτηκε μέχρι τώρα δύο και μόνο ημέρες, στις αρχές Απριλίου. Οταν συζητήθηκε η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.

Το ξύπνημα των ΜΜΕ

Η άφιξη και μόνο της υπουργού Εξωτερικών στο δικαστήριο ήταν η αφορμή να στραφούν οι κάμερες στον Κορυδαλλό. Συντάκτες και δημοσιογράφοι εμφανίστηκαν αυτή τη μία και μοναδική φορά για να καταγράψουν την εξέλιξη της δίκης, κυρίως όμως για να επιπλήξουν τους 'ανεκτικούς' εφέτες, υπενθυμίζοντάς τους με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι τα όρια της δικανικής κρίσης στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτα καθορισμένα. Με εκτενή δημοσιεύματα απαίτησαν από τους δικαστές να περιορίσουν τους συνηγόρους υπεράσπισης στον τρόπο που αγορεύουν και εξετάζουν τους μάρτυρες.

- Με κύριο τίτλο «Δικάζονται τα θύματα της 17Ν» και υπέρτιτλο «εκφυλίζεται επικίνδυνα η διαδικασία στη δίκη της τρομοκρατίας» κυκλοφορεί στις 20/4/2006 ο 'Ελεύθερος Τύπος’: «στα χέρια των κατηγορουμένων ολισθαίνει η διαδικασία. […] Ο πρόεδρος περιορίστηκε να πει στον Κουφοντίνα σας παρακαλώ […] η στάση ορισμένων εκ των συνηγόρων της υπερασπίσεως οι οποίοι φέρονται τόσο ταυτοποιημένοι με τη γραμμή των πελατών τους». Ολο το δημοσίευμα επικρίνει τον πρόεδρο και τους εφέτες (εξαιρώντας μόνο την εισαγγελέα) για τη χαλαρή και ανεκτική τους στάση απέναντι στους καταδικασμένους. Παραλείπει βέβαια να αναφέρει ότι ούτε ένα από τα αιτήματα της υπεράσπισης δεν έχει γίνει δεκτό, πλην κάποιων καθαρά διαδικαστικών θεμάτων.

- Γράφει στο 'Βήμα’ (13/4/06) ο Ι. Πρετεντέρης: «Ανθρωποι που όπως είπε χθες η Ντόρα Μπακογιάννη εννοώντας κυρίως το Γιωτόπουλο 'δεν έχουν κάνει τίποτα παρά μόνο να πίνουν καφέ στο Παρίσι […] μετά να κάνουν τον κριτή των πάντων και να δολοφονούν’. Χρειάστηκε η χθεσινή κατάθεση της Ντόρας για να τους ξαναφέρει λίγο στο προσκήνιο. Πριν από μερικές μέρες ήταν ο Βαρδής Βαρδινογιάννης που καταθέτοντας έκανε ρόμπα τον αγωνιστή Κουφοντίνα. 'Ποιος έδωσε το δικαίωμα σε αυτόν τον αλήτη να μου απευθύνει το λόγο;' ρώτησε το δικαστήριο, όταν ο επίδοξος δολοφόνος του, πήγε να του κάνει το μάγκα». Η ελληνική νομοθεσία βέβαια δίνει το δικαίωμα στους δικαστές, στους συνηγόρους αλλά και στον κατηγορούμενο να ρωτούν τους μάρτυρες ελέγχοντας την αξιοπιστία τους. Ποιον έκανε ρόμπα λοιπόν ο κ. Βαρδινογιάννης, όταν απαγόρεψε τις ερωτήσεις του κατηγορουμένου;

- Ανάλογοι προβληματισμοί και υποδείξεις προς τη δικαιοσύνη φιλοξενούνται και στα 'Νέα’ (14/4/06): «ούτε σε επιχειρησιακό αλλά ούτε και σε πολιτικό επίπεδο ασχολείται η κυβέρνηση Καραμανλή με την τρομοκρατία. Αυτή η αίσθηση κενού έχει επηρεάσει πιθανώς και την ατμόσφαιρα στην κατ’ έφεση δίκη της 17Ν. Εκεί ορισμένοι παρατηρητές (sic) έχουν την εντύπωση 'ότι η έδρα έχει χάσει τον έλεγχο’. Το λένε διότι ορισμένοι δικηγόροι υπεράσπισης έχουν αφεθεί ανενόχλητοι να αμφισβητούν την αξιοπιστία κρίσιμων μαρτύρων με τρόπο που λαμβάνει συχνά χαρακτήρα προσωπικής επίθεσης προς τους καταθέτοντες. Τούτο μάλιστα τείνει να καταστεί πρακτική».

- Με τίτλο «Είναι αυτό δίκαιη δίκη;» ο Μ. Κοττάκης στην 'Απογευματινή’ (14/4/06) γράφει μεταξύ άλλων: «Με λύπη μαθαίνω ότι ορισμένοι παράγοντες στη δίκη 17Ν έχουν αρχίσει να εκτρέπονται δυστυχώς με την ανοχή του προέδρου της έδρας. Διατυπώνουν απειλές κατά των μαρτύρων προκειμένου να κάμψουν το φρόνημά τους και να αλλάξουν το περιεχόμενο των καταθέσεών τους».

Με την ευκολία και τον αέρα του επαΐοντα δημοσιογράφοι και ΜΜΕ που μόνο μία μέρα έκαναν τον κόπο να παρακολουθήσουν τη δίκη έβγαλαν το παράξενα ομοιόμορφο συμπέρασμα: Φταίνε οι δικηγόροι αλλά ιδίως η έδρα που τους αφήνει τόσο αμολυτούς.

Μπροστά στην ισχυρή προσωπικότητα της υπουργού σπεύδουν ορισμένοι να αποδειχτούν βασιλικότεροι του βασιλέως, ακόμα κι αν η ίδια η υπουργός τήρησε διαφορετική στάση στο δικαστήριο, ήταν πολύ ήρεμη και δεν φάνηκε να θεωρεί ότι εκτρέπονται οι δικηγόροι. Το χειρότερο όμως είναι ότι από τη μέρα εκείνη πράγματι άλλαξε άρδην η στάση των δικαστών και περιορίστηκε εμφανώς η ήδη καχεκτική 'ανοχή’ του προέδρου. Τελικά, δεν είναι σαφές. Θέλουν ή όχι τα ΜΜΕ και οι θεσμικοί παράγοντες μια δίκαιη δίκη ανεξάρτητα με τα ποινικά αδικήματα και την απέχθεια που προκαλούν; Αν ναι, τότε προς τι οι παραινέσεις και οι απειλές στους δικαστές, τη στιγμή που ούτως ή άλλως οι ειδικοί νόμοι έχουν προβλέψει βαριές καταδίκες; Τι είναι εκείνο που φοβίζει τόσο πολύ και, ενώ οι ίδιοι παράγοντες και τα ίδια ΜΜΕ διαμαρτύρονται σε άλλες υποθέσεις κατάργησης του τεκμηρίου αθωότητας, στην περίπτωση αυτή κλείνουν τα μάτια; Ακόμα και οι αρμόδιοι υπουργοί και δικαστές κονταίνουν και φαρδαίνουν τις απόψεις τους ανάλογα με τους κατηγορούμενους. «Πρόκειται για νομικό παράδοξο. Πώς μπορεί να υπάρχει ηθική αυτουργία χωρίς φυσική αυτουργία;» αναρωτιέται ο κ. Πολύδωρας για την υπόθεση των Πακιστανών και των ευθυνών στελεχών της ΕΥΠ (ΑΝΤ1 12/5/06). Αντίθετη γνώμη είχε όμως ο πρόεδρος της πρώτης δίκης κ. Μαργαρίτης τη στιγμή που αποφαινόταν για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο: «Περαιτέρω, είναι νοητή ηθική αυτουργία και επί άγνωστου φυσικού αυτουργού, εφόσον υπάρχουν περιστατικά που συνδέουν το άγνωστο πρόσωπο του αυτουργού με τον ηθικό αυτουργό» (Απόφαση, Επίσημα Πρακτικά, σελ. 183). Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει!

Τεκμήριο ενοχής;

Οι θεσμοί της δικαιοσύνης μοιάζουν να αποδυναμώνονται στην Ελλάδα. Τα αμετάκλητα βουλεύματα, η επιλεκτική χρήση ενόρκων, ο διορισμός δικαστηρίων, οι αμέτρητες προφυλακίσεις και η εκ των προτέρων καταδίκη των υπόπτων από τα ΜΜΕ είναι πλέον συνηθισμένες πρακτικές. Αυτό που κρίνεται τώρα, ανεξάρτητα από τις εξοντωτικές ποινές που ούτως ή άλλως θα πάρουν οι κατηγορούμενοι, είναι ο θεσμός του Εφετείου. Της δίκης σε δεύτερο βαθμό που υποτίθεται ότι, βασισμένη στην απαραβίαστη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, ξαναδικάζει εξαρχής έναν καταδικασμένο για να δώσει τόσο στον ίδιο όσο και στην ελληνική δικαιοσύνη μια δεύτερη ευκαιρία και να αποφευχθεί κατά κύριο λόγο η φυλάκιση ενός αθώου. Μια βόλτα στον Κορυδαλλό και στην αγωνία των δικαστών να μην ξεφύγουν από την απόφαση Μαργαρίτη θα επιβεβαιώσει αυτή την ανησυχία και στον πλέον δύσπιστο. Τα περιθώρια ακόμα και για όποιον δικαστή θέλει να δικάσει από το μηδέν είναι τόσο στενά όσο και το προαύλιο των καταδικασμένων της 17Ν. «Δίκη πρακτικών και όχι ουσίας» την χαρακτήρισαν επανειλημμένα οι συνήγοροι υπεράσπισης, διαπιστώνοντας συχνά ότι οι ερωτήσεις του δικαστηρίου στους μάρτυρες υποβάλλονται αποκλειστικά σύμφωνα με τα πρακτικά της πρώτης δίκης. «Είναι σαν να δικάζονται οι κατηγορούμενοι από 6 εισαγγελείς κι όχι από 5 δικαστές και έναν μόνο εισαγγελέα» παρατήρησε συνήγορος υπεράσπισης.

Εάν η τεκμηρίωση του αμετάκλητου βουλεύματος ήταν εν πολλοίς το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης, η βασική επιδίωξη του εφετείου φαίνεται να είναι η θεμελίωση της πρωτόδικης απόφασης. Η δικαστική αίθουσα του Κορυδαλλού παραμένει άδεια. Οσο για την κατ’ ευφημισμό αίθουσα τύπου, πέρα από 2-3 δημοσιογράφους, κατακλύζεται καθημερινά από 30 με 40 όργανα της αντιτρομοκρατικής που δουλεύουν στα κομπιούτερ και κανένας πλέον δεν διαμαρτύρεται, θεωρώντας το απολύτως φυσικό. Η δύναμη της συνήθειας. Γύρω στους 50 αστυνομικούς με ή χωρίς στολή απασχολούνται καθημερινά στην άδεια αίθουσα του Κορυδαλλού. Τα μέλη του δικαστηρίου, με εξαίρεση την εισαγγελέα, που χαίρεται και πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί μόλις ένας μάρτυρας επαναλάβει κάποια 'αναγνώριση’, είναι όλοι πολύ χαμηλών τόνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε τα ονόματά τους δεν είναι ακόμα γνωστά. Οι 10-15 περίπου όψιμοι μάρτυρες που είχαν επιφορτιστεί στην πρώτη δίκη με το καθήκον των αναγνωρίσεων ώστε να μην αρκεστεί το δικαστήριο μόνο στις ομολογίες συγκατηγορουμένων -κάτι που απαγορεύεται από τον ποινικό κώδικα- με το ζόρι φτάνουν τώρα στην έδρα. Μειώνουν κάπως και τα ποσοστά αναγνώρισης είτε διότι δεν τους πιέζει πλέον κανείς είτε γιατί δεν νιώθουν την ανάγκη μόνοι αυτοί να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Ούτε στα κανάλια τους καλούν πια ούτε τίποτα. Καθημερινές οι διαμαρτυρίες των συνηγόρων στον τρόπο που τους εξετάζει η έδρα. Ο στόχος των ερωτήσεων της έδρας αποδεικνύεται ότι είναι απλώς να επιβεβαιώσει τα πρακτικά της πρώτης δίκης και όχι να ελέγξει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η 'δίκη των δικών' στο δεύτερο βαθμό της έχει μετατραπεί σε κάτι σαν αναγκαίο κακό. Εκτός από την ατμόσφαιρα στην εκδίκαση της υπόθεσης Μπακογιάννη.


Μια ξεχωριστή μέρα

Η άφιξη της κυρίας Μπακογιάννη στον Κορυδαλλό ήταν πολύ εντυπωσιακή. Πάνω από 30 φίλοι και συγγενείς της υπουργού την περίμεναν και πάνω από 40 κρυφοί και φανεροί αστυνομικοί καθώς και οι προσωπικοί της φρουροί διασκορπίστηκαν γύρω της μάλλον στο πλαίσιο της ελληνικής υπερβολής και λιγότερο εξ αιτίας των πραγματικών κινδύνων που θα μπορούσαν να απειλήσουν της ασφάλειά της. Ολοι οι δημοσιογράφοι και τα κανάλια ήταν εκεί για να καλύψουν τη διαδικασία. Και όλοι φυσικά αποχώρησαν μόλις η υπουργός ολοκλήρωσε την κατάθεσή της. Το ακροατήριο με ζωηρές επιδοκιμασίες και αποδοκιμασίες συνόδευσε τη διαδικασία ανεβάζοντας το θερμόμετρο μέσα στην αίθουσα, η έδρα όμως παρέμεινε πολύ διαλλακτική και με μεγάλη κατανόηση απέναντι στους συγγενείς και φίλους της υπουργού. Και δικαίως, θα συμπλήρωνε κανείς, τον άνθρωπό τους έχουνε χάσει. Πάντως στην πρώτη δίκη δεν υπήρχε αντίστοιχο κλίμα στο ακροατήριο.

Θα αρκούσε όμως η παρακολούθηση και μόνο αυτής της υπόθεσης για να καταλάβει κανείς τι πραγματικά συμβαίνει με τη δίκη του Κορυδαλλού.

* Πώς το βούλευμα χάραξε την απόφαση στην πρώτη δίκη και πώς αυτή η απόφαση χάραξε το μονόδρομο του Εφετείου.

Πρωτόδικα ο εισαγγελέας Λάμπρου άρχισε να ρωτά την κυρία Μπακογιάννη ως εξής :

Εισαγγελέας: Κυρία Μπακογιάννη, εδώ το βούλευμα λέει ότι η εντολή για θανάτωση δόθηκε από τον κ. Γιωτόπουλο. Αυτό το ξέρετε;

Ντ. Μπακογιάννη: Το πληροφορήθηκα και εγώ όπως το πληροφορήθηκαν όλοι. Θέλω εδώ να πω ότι η εντολή για θανάτωση του Παύλου Μπακογιάννη δεν μπορεί να ήταν μια εύκολη απόφαση. Πιστεύω λοιπόν από κάποιον συγκεκριμένο δόθηκε ή ενδεχομένως από κάποιους δόθηκε και επάρθη. Ηταν μείζονος σημασίας πράξη, κύριε Πρόεδρε, η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη. Εμένα αίσθησή μου είναι από τις πληροφορίες ότι πρέπει να υπήρχε και ένας πέμπτος στον τόπο του εγκλήματος.

Πολλές φορές στη διάρκεια της πρώτης δίκης επιστρατεύτηκαν οι αισθήσεις για να ταυτοποιήσουν κατηγορούμενους με πράξεις. Στις διαμαρτυρίες των συνηγόρων βέβαια ο τότε πρόεδρος Μαργαρίτης έδινε πάντα καθησυχαστικές απαντήσεις:

Κ. Χρυσικόπουλος (συνήγορος Γιωτόπουλου): Το τι λέει το βούλευμα θα κριθεί από το Δικαστήριό σας και όλα τα στοιχεία θα κριθούν από το Δικαστήριό σας.

Μ. Μαργαρίτης (πρόεδρος): Ασφαλώς, αλλιώς δεν θα κάναμε τη διαδικασία αυτή. Θα σας στέλναμε την απόφαση στον Κορυδαλλό.

Στο Εφετείο δεν μπήκαν καν στον κόπο να αναφέρουν το όνομα Γιωτόπουλος πέρα από έναν υπαινιγμό της κυρίας Μπακογιάννη για το Παρίσι και τους θαμώνες των καφέ. Θεωρήθηκε απολύτως δεδομένη η ενοχή του και κανείς δεν προβληματίστηκε.

Οσο για τους μάρτυρες, όταν κάποιος αποκλίνει από την κατάθεσή του στην πρώτη δίκη, σπεύδει ο πρόεδρος και η εισαγγελέας και του διαβάζουν όσα είχε πει, έτσι ώστε να ...«λέει τα ίδια». Μάταια διαμαρτύρονται οι συνήγοροι υπεράσπισης ότι έτσι δεν ελέγχεται η αξιοπιστία. Το Εφετείο είναι ένα απλό ριμέικ.

* Ο "μάρτυρας αναγνώρισης"

Πολλοί θα θυμούνται στην πρώτη δίκη τα εκτενή δημοσιεύματα για την επεισοδιακή κατάθεση του μάρτυρα Μπερετάνου που τα θυμήθηκε όλα στο δικαστήριο, ενώ μέχρι τότε δεν γνώριζε τίποτα. Αξίζει εδώ να θυμίσουμε τη μία αλλά γεμάτη νόημα ερώτηση του εφέτη και σημερινού αεροπαγίτη κ. Ζαίρη στο μάρτυρα κατά την πρώτη δίκη :

Ζαϊρης: Η χροιά της φωνής του είχε κάτι το χαρακτηριστικό που να σας κάνει εντύπωση μετά από τόσο χρονικό διάστημα και με δεδομένο το γεγονός ότι τον ακούσατε από την τηλεόραση, που υπάρχει όσο να είναι μια αλλοίωση της φωνής;

Μάρτυρας: Ναι, ήταν μια φωνή διαπεραστική και όπως λέμε εμείς στην πατρίδα μας, «τσιριχτή›. Συγνώμη γι’ αυτή την έκφραση, αλλά δεν μπορώ να την αποδώσω καλύτερα, ακούγοντάς τον.

Και, όμως, σ’ αυτή την κατάθεση στηρίχτηκε ο κ. Μαργαρίτης για να «διασταυρώσει» τις ομολογίες των κατηγορουμένων. «.. Σχετικά με την ενοχή του Κωστάρη, θα πρέπει να τονισθούν ιδίως οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις που περιγράφουν ως άνω τα περιστατικά στις απολογίες των Τζωρτζάτου, Σάββα και Χριστοδουλου Ξηρών που αναγνώσθηκαν. Σύμφωνη με τα περιγραφόμενα από τους δράστες γεγονότα είναι και η περιγραφή του μάρτυρα Μπερετάνου, ο οποίος βρισκόταν κοντά στον τόπο του συμβάντος και αναγνώρισε τον Κωστάρη ως έναν από τους πιθανούς δράστες στο ακροατήριο».

Τόσο το διαβιβαστικό της ασφάλειας όσο και οι καταθέσεις των Φραγκούλη, Τσαγγάρη, Μπασδέκη, Μανάτου, Κωστόπουλου, Πολύζου, Γόντικα, Βλαϊδη, Χατζηγιάννη, Πιάπη, Λέκκα, Αγγελοπούλου, Τσαμπαρλάκη, Μυλωνά και Τσίκλου (όλοι αυτόπτες που ο ένας επιβεβαιώνει και την παρουσία του άλλου) που δόθηκαν και αμέσως μετά το συμβάν αγνοήθηκαν πλήρως. Επιλέχτηκε μόνο ο κ. Μπερετάνος που ποτέ δεν είχε δώσει κατάθεση και μόνο μετά την έκρηξη του 2002 θυμήθηκε να τεθεί στη διάθεση του ανακριτή με φρεσκαρισμένη τη μνήμη του και απαλλαγμένος, όπως είπε, από το φόβο της 17Ν.

Ολοι θυμούνται ότι στο πρωτόδικο δικαστήριο, όταν κλήθηκε να αναγνωρίσει τον Κωστάρη, εκείνος έδειξε τον Καρατσώλη, με αποτέλεσμα να γίνει φασαρία στο δικαστήριο μέχρι που ακούστηκε η φωνή του προέδρου να λέει «μα αυτά τα δύο παιδιά μοιάζουν». Απ’ ό,τι φάνηκε εδώ δεν συνεκτιμήθηκαν όλα όπως υποσχόταν ο πρόεδρος, αλλά μόνο το 'τεντωμένο δάχτυλο’ του Μπερετάνου που έδειξε τον Καρατσώλη.

Τελικά, μόνο η εκδίκαση της υπόθεσης Μπακογιάννη στο Εφετείο έδωσε μια ευκαιρία για λιγοστές πολιτικές αναφορές, τόσο από την πλευρά της κυρίας Μπακογιάννη όσο και από την πλευρά του κατηγορούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα. Αλλά οι λέξεις χούντα, εμφύλιος και αντιστασιακός αγώνας που χρησιμοποίησε η υπουργός για να ξετυλίξει την προσωπικότητα του Μπακογιάννη φάνηκαν εντελώς αδιάφορες στα ΜΜΕ. Δεν μπήκε κανείς στον κόπο να γράψει κάτι για τον Μπακογιάννη. Ολη η πρεμούρα ήταν να επιπλήξουν τους δικαστές και να ενοχοποιήσουν τους συνηγόρους.

Ισως ενδεικτική για τη λήθη που έχει σκεπάσει τη σύγχρονη πολιτική ιστορία μας ήταν η δυσάρεστη έκπληξη που επιφύλαξε η κατάθεση της κόρης του Μπακογιάννη. Οταν ρωτήθηκε κατά πόσον οι γιορτές μίσους που θεσπίζει η υπουργός παιδείας με την 'ημέρα κατά της τρομοκρατίας’ οδηγούν σε επικίνδυνους δρόμους εκείνη το αρνήθηκε:

Ι. Κούρτοβικ: Πώς σας φαίνεται η ιδέα να καλείτε τα παιδιά ενός σχολείου να τιμήσουν βασανιστές σαν τον Μάλλιο και τον Μπάμπαλη;

Α. Μπακογιάννη: Καλούνται τα παιδιά ενός σχολείου να καταδικάσουν την τρομοκρατία και να τιμήσουν τα θύματά της. Οποια και να είναι.

Πώς είναι δυνατόν να θυμάται κανείς τον αντιστασιακό Παύλο Μπακογιάννη δίπλα στους βασανιστές των αντιστασιακών; Και ποιος κερδίζει απ’ αυτή την εξίσωση; Πάντως όχι η δημοκρατία.
 

 


Πισώπλατη δημοσιογραφία

Δύο δημοσιεύματα στο ίδιο φύλλο μιας εφημερίδας:

«Προτού μας αδειάσουν τη γωνιά οι ασκούμενοι στον επαναστατικό τουρισμό φίλοι του Αλέκου Αλαβάνου, δώδεκα από αυτούς πήγαν στην αίθουσα όπου δικάζονται οι δολοφόνοι της 17Ν. Ετσι πληροφορηθήκαμε ότι ένα στοιχείο του 'άλλου κόσμου που είναι εφικτός’ θα είναι η ελευθερία να λύνει κανείς τις πολιτικές διαφορές του πυροβολώντας τον άλλον εν ψυχρώ και πισώπλατα» (Πανδώρα, 'Το Βήμα', 11/5/2006).

«Δεν υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα, συνεπώς δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη δραστηριοποίησης των σχετικών κινήσεων αλληλεγγύης. Τα μέλη της 17Ν δεν καταδικάστηκαν ούτε για την ιδεολογία τους ούτε για τις απόψεις τους αλλά για φόνους ανυποψίαστων ανθρώπων, για ληστείες. Αν ψάχνουν για πολιτικούς κρατούμενους, γεμάτος είναι ο πλανήτης. Στον Κορυδαλλό όμως δεν κατάλαβα γιατί πήγαν. Ούτε ποιος τους κουβάλησε χωρίς να τους εξηγήσει ότι η χώρα που τους φιλοξένησε είναι μια σύγχρονη δημοκρατία όπου αν υπήρχαν πολιτικοί κρατούμενοι και δίκες σκοπιμότητας δεν θα περιμέναμε κάτι τουρίστες ακτιβιστές για να διαμαρτυρηθούμε» (Ι. Πρετεντέρης, 'Το Βήμα', 11/5/2006).

Να λοιπόν που η εθνική δημοσιογραφία καταδέχτηκε να αναφερθεί στη δίκη για τη 17Ν που συνεχίζεται στον Κορυδαλλό. Αυτή τη φορά πήρε η μπάλα και τον ΣΥΝ, με το συλλογισμό ότι εφόσον συμμετείχε στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ και εφόσον οι επισκέπτες του Κορυδαλλού συμμετείχαν κι αυτοί στο Φόρουμ, άρα ο ΣΥΝ στηρίζει τη 17Ν!

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αρθρογράφοι προτάσσουν τα στήθη τους, στην περίπτωση κατά την οποία θα υπήρχαν στην Ελλάδα πολιτικοί κρατούμενοι. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, μας λέει ο κ. Πρετεντέρης, δεν θα αφηνόταν στα χέρια τουριστών αλλά στα στιβαρά ελληνικά ανακλαστικά.

Αλλά πότε λειτούργησαν αυτά τα ανακλαστικά; Και πόσοι απ' αυτούς τους εγχώριους και μη "τουρίστες ακτιβιστές" διαμαρτυρήθηκαν τόσα χρόνια για τις συχνές διώξεις ατόμων που καταγράφηκαν στη σύγχρονη πολιτική ιστορία ως "συνήθεις ύποπτοι"

Θα μας επιτρέψουν όσοι σκίζουν τα ρούχα τους ανατριχιάζοντας με την άποψη έγκριτων πολιτικών, νομικών και διεθνών οργανώσεων (όπως η Διεθνής Αμνηστία) ότι οι κρατούμενοι της 17Ν είναι πολιτικοί κρατούμενοι, να τους υπενθυμίσουμε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι τα αδικήματα θα παρέμεναν ατιμώρητα. Αν όμως η δίκη δεν είναι δίκαιη και σύμφωνη με τον ποινικό κώδικα, αυτό θα υπονόμευε τη 'σύγχρονη δημοκρατία’. Αλλά και οι συνθήκες κράτησης αυτών των κατηγορουμένων είναι ειδικές και δεν προβλέπονται από κανένα νόμο, πράγμα που εξηγεί και τους βασικούς λόγους της επίσκεψης και της αλληλεγγύης εκ μέρους πολλών οργανώσεων. Πρόσφατο παράδειγμα, η άρνηση σε κρατούμενο να έχει το δικαίωμα που προβλέπεται και που χορηγείται σε κάθε επικίνδυνο φονιά, ληστή, βιαστή να συμπαρασταθεί στη σύντροφό του που έκανε μια κρίσιμη για τη ζωή της επέμβαση. Ακόμα χειρότερο, η άρνηση αποφυλάκισης σε κρατούμενο που είναι κουφός, τυφλός και δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί.

Οσο περισσότερο αμφισβητούνται τα πολιτικά κίνητρα των κατηγορουμένων τόσο περισσότερο πολιτικές σκοπιμότητες τους διαχωρίζουν από τους άλλους κρατούμενους. Η απόλυτη διαφωνία όλων όσοι κράτησαν μεγάλη απόσταση από τις πρακτικές της 17Ν είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την τρομοϋστερία και την εκδικητική μανία όχι των θυμάτων (που είναι ως ένα βαθμό κατανοητή) αλλά των τιμητών. Ομως τόσο η ίση ποινική μεταχείριση όσο και η δίκαιη δίκη είναι καθήκον αυτής της σύγχρονης δημοκρατίας. Να μην ξεχνάμε ότι από υπερπατριωτισμό, εθνικοφροσύνη και απέχθεια για τα αριστερά ή αναρχικά μιάσματα ξεκινούσαν πάντοτε όλα στην Ελλάδα. Λίγη δε σημασία είχε και έχει αν οι εκτελέσεις γινόντουσαν πισώπλατα ή μπροστά στα αποσπάσματα, με τρίκυκλα ή με χασαπομάχαιρα.
 


ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ

www.enet.gr
Ο δικτυακός τόπος της «Ε» περιλαμβάνει τα πρακτικά της δίκης.

Μέσα από τα πρακτικά σταχυολογούμε λίγα από τα χαρακτηριστικά με βάση τα οποία οι μάρτυρες "αναγνωρίζουν" κατηγορουμένους.

-Εγώ λέω ότι τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που είδα μοιάζουν. Δηλαδή είχε γκριζωπά μαλλιά. Τώρα έχει άσπρα που τον είδα εδώ, τα μαλλιά του ήταν αυτό το στυλ το φουντωτό εκείνο που είδα εγώ, τις πλάτες του. Πρόσωπο φωτεινό, αυτά περιέγραψα. (14/2/2006)

-Οχι, θεωρώ τα χαρακτηριστικά όπως ήταν το ανάστημά του, δηλαδή όπως τον είδα στην τηλεόραση, χωρίς βέβαια να τον έχω δει ποτέ από κοντά, αφορά τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο τον Σάββα τον Ξηρό. (22/2/2006)

-Τον είδε η γυναίκα μου και μου είπε "αυτός είναι αυτός που μου είχες περιγράψει ότι τον συνάντησες εκεί". Τόσο σαφής και καθαρή ήτανε η περιγραφή μου. Δεν ξεχνάω. Καμία αμφιβολία. Καμία αμφιβολία, παρότι είχε αλλάξει, είχε χοντρύνει λιγάκι, είχε αδυνατίσει κι όλα αυτά, αυξομειούται, δεν ξέρω τι κάνει. Αυτό που μου έμεινε ήτανε η άσπρη φάτσα του η μωρουδιάστικη και τα μαύρα μαλλιά. (8/3/20060)

-Είπατε ότι τον κύριο Γιωτόπουλο τον αναγνωρίσατε διότι σας θύμιζε το θείο σας και τον κύριο Σάββα Ξηρό λόγω της ομορφιάς του. (30/3/2006)

-Είπα απ’ την αρχή ότι ήταν αδύνατος, ψηλός, έχω δηλώσει και κάποιες ηλικίες εκείνη την εποχή. Τώρα απ’ όταν έδωσα την κατάθεση πέρασαν πάλι χρόνια. Είχα πει τότε ότι ήταν 30άρης, δε θυμάμαι την ηλικία, 28, 30, 32, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, αλλά φαινόταν λίγο ταλαιπωρημένος στο πρόσωπο, όχι ότι δεν ήταν νεαρός, ήταν αξύριστος, πρέπει να ήταν καμια-δυο μέρες, είχε ζέστη, απ’ τον ιδρώτα. Φυσικά και έμοιαζε στο Βασίλη Ξηρό η φιγούρα αυτή.(18/5/2006)

 

 

(Ελευθεροτυπία, 4/6/2006)

 

www.iospress.gr