ΜΝΗΜΗ ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

 

Η τελευταία μάχη του Στέλιου
 

Η κρίση που ξέσπασε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης φέρει το βάρος μιας τραγικής απώλειας. Για τον θάνατο του καθηγητή Στ. Αλεξανδρόπουλου γράφτηκαν πολλά. Σήμερα δίνουμε τον λόγο στις σημειώσεις του. Γιατί η προσπάθειά του να υπερασπιστεί τον δημόσιο και τον ακέραιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου έχει τη σφραγίδα μιας προσωπικής πορείας, που δεν πρέπει κι αυτή να χαθεί...

 

Ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος, καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, πέθανε στις 3 Μαΐου στο γραφείο του, σε συνθήκες αφόρητης πίεσης. Ο καθηγητής αντιμετώπιζε πειθαρχική δίωξη, επειδή διανοήθηκε να ασκήσει το αυτονόητο για το δημόσιο πανεπιστήμιο δικαίωμα κριτικής και ελέγχου.

Ο αιφνίδιος θάνατός του έφερε στο φως την κρίση που σοβούσε στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και, όπως είναι γνωστό στους αναγνώστες της «Ε» και της «Κ.Ε.» από σειρά δημοσιευμάτων της Α. Στεργίου και του Δ. Νανούρη, οι εξελίξεις υπήρξαν έκτοτε πυκνές.

Είναι βέβαιο ότι οι παραιτήσεις (Κ. Λάβδας, Δ. Κοτρόγιαννος και Μ. Μενδρινού), καθώς και η απόφαση της Συγκλήτου να αναθέσει σε επιτροπή πανεπιστημιακών τη διερεύνηση της υπόθεσης, όσο εκτονωτικά κι αν λειτουργούν, δεν διασφαλίζουν εκ προοιμίου την αποτελεσματική αντιμετώπιση των σοβαρών δυσλειτουργιών που εντόπισε ο καθηγητής Στέλιος Αλεξανδρόπουλος.

Εκκρεμεί ούτως ή άλλως η ρητή αποκατάστασή του, οπότε και η ανάληψη των ευθυνών για την παραπομπή του από εκείνους που μετέτρεψαν την άσκηση ενός δικαιώματος σε πειθαρχικό παράπτωμα.

Πιστεύοντας, μαζί με τον Στέλιο Αλεξανδρόπουλο, ότι η μνήμη συνιστά προϋπόθεση της κριτικής στάσης, σε όσα ακολουθούν θα πιάσουμε το νήμα της υπόθεσης από την αρχή, ανατρέχοντας στους σημαντικότερους σταθμούς της. Και θα βασιστούμε στα λόγια του ίδιου. Λόγια που δεν «ακούστηκαν» τότε που έπρεπε και από εκείνους που όφειλαν να τα αφουγκραστούν.

Το χρονικό της δίωξης

18 Ιουλίου 2005: με επιστολή που απευθύνει στα μέλη της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, ο επί πτυχίω φοιτητής Κ. Ρητινιώτης διαμαρτύρεται για τον αποκλεισμό του από το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) του τμήματος. Ο φοιτητής υποστηρίζει ότι, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί για την προεπιλογή των υποψηφίων, το όνομά του έπρεπε να βρίσκεται τουλάχιστον μεταξύ εκείνων που επελέγησαν για τη διαδικασία της συνέντευξης, η οποία αποτελεί το δεύτερο στάδιο επιλογής των φοιτητών του μεταπτυχιακού.

22 Ιουλίου 2005: Συγκαλείται η Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης. Μέλη της αρμόδιας επιτροπής υπερασπίζονται τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ξεδιάλεγμα των υποψηφίων και καταδικάζουν ως «αδιανόητο» το «ύφος» της επιστολής του διαμαρτυρόμενου φοιτητή. Από την πλευρά του, ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος υποστηρίζει ότι η επιστολή «θέτει ένα σοβαρό ηθικό και δεοντολογικό ζήτημα» και ζητεί να δοθεί στη συνέλευση ο κατάλογος μοριοδότησης των υποψηφίων: «Αν δοθεί, όπως είχε δοθεί πέρυσι, αυτή η λίστα στα μέλη της συνέλευσης, [...] και αν έχει τηρηθεί αυτή η μοριοδότηση, νομίζω ότι το θέμα έχει λήξει».

Ακολουθεί έντονη συζήτηση, κατά την οποία ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος, μόνος αυτός, επιμένει ότι δεν μπορεί να επικυρώσει τα αποτελέσματα της επιτροπής επιλογής, αν δεν μελετήσει προηγουμένως τα στοιχεία: «Συγχωρέστε μου αυτόν τον τόνο, αλλά όταν βάζουμε μια υπογραφή, όταν αποφασίζουμε, αποφασίζουμε για ζωές. Αποφασίζουμε για ανθρώπους. Και έτσι μπορούμε να συγχωρήσουμε, αν θέλετε, και την αμετροέπεια του ύφους του κυρίου Ρητινιώτη. Διότι από την απόφασή μας εξαρτάται το μέλλον του. Δεν μπαίνει κανένα θέμα εμπιστοσύνης. Απλά, η εμπιστοσύνη είναι μια έννοια που κάθε μέρα πρέπει να την παλεύουμε και να την επιβεβαιώνουμε».

Στο τέλος της διαδικασίας παρουσιάζεται ο κατάλογος των 24 επιτυχόντων και των 10 επιλαχόντων και σημειώνεται ότι «η λίστα επιλογής με τα μόρια θα επισυναφθεί στα πρακτικά».

Τα μέλη της συνέλευσης ψηφίζουν την επικύρωση των αποτελεσμάτων με την εξαίρεση του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου που επιφυλάσσεται, δηλώνοντας ότι η ψήφος του «θα εξαρτηθεί από τις διευκρινίσεις που θα μου δώσουν, όταν θα έχω τη σχετική πληροφόρηση, οι συνάδελφοι της επιτροπής».

29 Ιουλίου 2005: Από επιστολή του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου προς την προϊσταμένη της Γραμματείας: «Οταν εγερθούν ζητήματα τήρησης διαδικασιών και κανόνων από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, είναι αυτονόητη υποχρέωση της επιτροπής να λογοδοτήσει στη Γενική Συνέλευση με όλα τα σχετικά στοιχεία που να αποδεικνύουν το αβάσιμο της όποιας αμφισβήτησης».

5 Αυγούστου 2005: Με επιστολή του προς τον προεδρεύοντα του Τμήματος Δ. Κοτρόγιαννο και τη διευθύντρια του ΠΜΣ Μ. Μενδρινού, ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος επανέρχεται στο αίτημά του να του επιτραπεί η πρόσβαση στα στοιχεία αναλυτικής μοριοδότησης, βάσει των οποίων η αρμόδια επιτροπή συνέταξε τον κατάλογο προεπιλογής των υποψηφίων. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να αμφισβητήσω την ευαισθησία σας», σημειώνει.

«Ελπίζω, όμως, να μου αναγνωρίζετε και εσείς τουλάχιστον ίση με εσάς ευαισθησία στη βάση της οποίας προσπαθώ να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου που απορρέουν από τη συμμετοχή μου στο ανώτατο συλλογικό όργανο διοίκησης του τμήματος, τη Γενική Συνέλευση. Σας παρακαλώ, τέλος, να με απαλλάξετε από το εξαιρετικά άβολο και εν πολλοίς υποτιμητικό έργο της σύνταξης επιστολών και αιτήσεων. Κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει ούτε σε εμένα ούτε σε εσάς, διότι θυμίζει περισσότερο το "απευθύνεσθαι προς δημόσια υπηρεσία" παρά προς πανεπιστημιακό τμήμα που διοικείται συλλογικά, με δημοκρατία, ισοτιμία και διαφάνεια».

27 Αυγούστου 2005: Απαντώντας σε επιστολή του Δ. Κοτρόγιαννου και της Μ. Μενδρινού, στην οποία χαρακτηρίζεται κακόπιστος και άπειρος σε σύνθετες διοικητικές διαδικασίες, ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Επιτρέψτε μου, με όλο το σεβασμό, να σας υπενθυμίσω ότι ένα δημοκρατικό σύστημα (όπως αυτό που θεσπίζει ο νόμος για το Πανεπιστήμιο) δεν κρίνεται μόνο από το ότι επιτρέπει στην πλειοψηφία να αποφασίζει, αλλά και από το ότι κατοχυρώνει τόσο τα δικαιώματα της μειοψηφίας όσο και την τήρηση των διαδικασιών και κανόνων. Καμιά πλειοψηφία, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν μπορεί να νομιμοποιήσει παραβιάσεις θεσμικών διαδικασιών».

Στη συνέχεια, εξηγεί γιατί καταθέτει ένσταση ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης, επικαλούμενος διαδικαστικές παραλείψεις και ουσιαστικές παραλείψεις της επιτροπής, και καταλήγει:

«Επειδή γνωρίζετε την προσωπική μου βιογραφία και την εμπειρία μου σε συλλογικές δημοκρατικές διαδικασίες, είμαι βέβαιος ότι δεν σας διαφεύγει ότι, όταν έχω την πεποίθηση για το δίκαιο ενός ζητήματος, δεν υπολόγισα ποτέ το όποιο κόστος ή συσχετισμούς, και μάλιστα σε πολύ δυσμενέστερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες».

31 Αυγούστου 2005: Από την απάντηση του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου σε επιστολή του Δ. Κοτρόγιαννου, όπου υποστηριζόταν ότι «τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων μεταπτυχιακών φοιτητών δεν είναι δημόσια, αλλά ιδιωτικά έγγραφα εμπεριέχοντα προσωπικά δεδομένα»: «[...] αυτό καθαυτό το γεγονός ότι φτάνετε στο σημείο να θεωρείτε ότι οι φάκελοι των υποψηφίων μεταπτυχιακών φοιτητών αποτελούν απόρρητα έγγραφα έναντι των μελών της Γενικής Συνέλευσης (!) είναι ένα στοιχείο που προσφέρεται για σοβαρό προβληματισμό, δεδομένης και της ιδιότητάς σας του προεδρεύοντος του Τμήματος».

13 Σεπτεμβρίου 2005: Η Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης απορρίπτει την ένσταση Αλεξανδρόπουλου για παραλείψεις στη διαδικασία αξιολόγησης των υποψηφίων του μεταπτυχιακού, καθώς και τις σχετικές ενστάσεις υποψήφιων μεταπτυχιακών φοιτητών (10 ψήφοι επί 11 παρόντων). «Αλεξανδρόπουλος: Και εγώ δηλώνω ότι επιφυλάσσομαι να συνεχίσω».

14 Σεπτεμβρίου 2005: Από την προσφυγή του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου στη Σύγκλητο Ειδικής Σύνθεσης:

«Επειδή οι λόγοι που επικαλούμαι στην ένστασή μου παραμένουν ισχυροί, αφού ούτε εξετάστηκαν ούτε απαντήθηκαν στη Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης, προσφεύγω ενώπιόν σας ως υπερκείμενης θεσμικής αρχής και αρμόδιας κατά το νόμο για την επικύρωση των αποτελεσμάτων της διαδικασίας επιλογής του ΠΜΣ».

22 Σεπτεμβρίου 2005: Η Σύγκλητος Ειδικής Σύνθεσης απορρίπτει την ένσταση του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου και επικυρώνει την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης (23 ψήφοι υπέρ, 3 λευκά).

14 Νοεμβρίου 2005: Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Γ. Δραγασάκη, ο υφυπουργός Παιδείας Σ. Ταλιαδούρος ενημερώνει τη Βουλή ότι το υπουργείο ζήτησε από την πρυτανεία του Πανεπιστημίου Κρήτης να διερευνήσει την υπόθεση. Στο μεταξύ, η απόρριψη ενός υποψήφιου για τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή προκαλεί νέες εντάσεις στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, καθώς ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος διατυπώνει σοβαρές ενστάσεις για το χειρισμό του ζητήματος.

24 Ιανουαρίου 2005: Απαντώντας σε σχετική επιστολή των συναδέλφων του Λάβδα, Μενδρινού και Χρυσοχόου, ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Αρχή μου ήταν και είναι να αποφεύγω τη μετατροπή των θεσμικών και ηθικών ζητημάτων σε προσωπικά. Λυπάμαι γιατί ο μόνος τρόπος για να μη "θίξω" τους συναδέλφους θα ήταν να σιωπήσω μπροστά σε ζητήματα που άπτονται της ηθικής, της δεοντολογίας και της ορθής επαγγελματικής και συναδελφικής συμπεριφοράς».

14 Απριλίου 2006: Ο πρύτανης Ι. Παλλήκαρης ζητεί την πειθαρχική δίωξη του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι «παραβαίνει ασύγγνωστα τα καθήκοντά του» και «επιδεικνύει συστηματικά συμπεριφορά βαρέως απάδουσα στην αξιοπρέπεια πανεπιστημιακού λειτουργού, εξακολουθώντας να ασκεί αβάσιμη και δημόσια κριτική σε έργα και γνώμες οργάνων και μελών του Πανεπιστημίου Κρήτης με χαρακτηρισμούς και έργα που συνιστούν αναξιοπρεπή συμπεριφορά».

Η δίωξή του ανακοινώνεται στον Στέλιο Αλεξανδρόπουλο παραμονές του Πάσχα, όπως προκύπτει και από χειρόγραφες σημειώσεις του (βλ. και «Κ.Ε.», 14.05.2006). «Η μνήμη βοηθάει πάντα την κριτική στάση», υπογραμμίζει. «Τόσο για το θέμα του μεταπτυχιακού όσο και στο θέμα του συναδέλφου Α., για τα οποία κατηγορούμαι, έκανα ένα πράγμα: είπα την αλήθεια».




Ποιοι υπονομεύουν το πανεπιστήμιο;


Από τις ιστορικούς Εφη Αβδελά και Ελένη Φουρναράκη και τον κοινωνιολόγο Νίκο Σερντεδάκι ζητήσαμε μια αποτίμηση της κρίσης που ξέσπασε με τον θάνατο του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου. Ουσιαστικά πολιτικές, παρά τις διαφορετικές εμφάσεις τους, οι τοποθετήσεις των τριών πανεπιστημιακών, συναδέλφων του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, αντιμετωπίζουν την περιπέτειά του ως σύμπτωμα γενικότερων δυσλειτουργιών, που θέτουν σε αμφισβήτηση βασικές αρχές του δημόσιου πανεπιστημίου.

Εφη Αβδελά:

Η υπόθεση αυτή θέτει ορισμένα κατά τη γνώμη μου σημαντικά πολιτικά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του πανεπιστημίου αλλά και ευρύτερα το είδος της δημοκρατίας. Θα έλεγα ότι διακρίνω τρία, απόλυτα αλληλένδετα μεταξύ τους:

Το πρώτο αφορά τα όρια της κριτικής, ζήτημα που τέθηκε από τις πρυτανικές αρχές στην αιτιολόγησή τους για πειθαρχική δίωξη του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου. Δεν ανήκει στις αρμοδιότητες της πρυτανείας να ορίζει τα όρια αυτά. Σε μια εποχή που η ακαδημαϊκή κοινότητα δίνει μάχες για να παραμείνει το πανεπιστήμιο ο κατ' εξοχήν χώρος που καλλιεργεί την κριτική σκέψη, η αστυνόμευση και η ποινικοποίηση της κριτικής δεν προμηνύουν τίποτα καλό για το μέλλον, καθώς υπονομεύουν το ίδιο το έργο του πανεπιστημίου.

Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι η άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου για δυσφήμηση του Πανεπιστημίου Κρήτης στηρίχθηκε στη δημοσιοποίηση της κριτικής του, όπως αυτή εκφράστηκε κυρίως από τη σχετική επερώτηση που έγινε στην ελληνική Βουλή. Θεωρώ ότι το να επιδιώκει κανείς τη συνδρομή βουλευτών για να προκαλέσει την προσοχή της πολιτείας σε ζητήματα δυσλειτουργίας θεσμών συνιστά στοιχειώδες συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών. Σε μια εποχή που η πολιτική τείνει να αποχωρίζεται όλο και περισσότερο από την κοινωνία -με εξαίρεση τις σχέσεις ρουσφετιού και πατρωνίας- το να θεωρείται δυσφήμηση η άσκηση του δικαιώματος αυτού, και μάλιστα για ένα ζήτημα που δεν ήταν προσωπικό, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Το τρίτο ζήτημα που θέτει η αντιπαράθεση του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου με τους υπεύθυνους του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και τις πρυτανικές αρχές αφορά τους όρους με τους οποίους ασκείται η θεσμική εξουσία.

Η τυπική τήρηση των κανόνων από μόνη της καθόλου δεν εξασφαλίζει από την αυθαιρεσία της εξουσίας και, αντίστροφα, η αυθαιρεσία της εξουσίας καθόλου δεν ταυτίζεται μόνο με την παραβίαση των τυπικών κανόνων. Η αυθαιρεσία της εξουσίας εκφράζεται κυρίως στη διαδικασία πριν από τον τύπο, στις πιέσεις, την απομόνωση, την ενδεχόμενη τρομοκράτηση, με άλλα λόγια στο ύφος και την αισθητική της άσκησής της. Ελπίζω ότι οι συνάδελφοι στους οποίους η σύγκλητος του πανεπιστημίου ανέθεσε να εξετάσουν την υπόθεση δεν θα αγνοήσουν την παράμετρο αυτή στο πόρισμά τους.

Ελένη Φουρναράκη:

Ξεκινώ από μια κοινή διαπίστωση, που τη θεωρώ όμως σημαντική, προκειμένου να κατανοήσουμε -όσο γίνεται, μια και η συγκίνηση και ο θυμός κρατούν- τι ακριβώς ανέδειξε η ιστορία του φίλου και συνάδελφου Στέλιου Αλεξανδρόπουλου. Ολη αυτή η ιστορία και η κρίση εκδηλώθηκαν σε μια συγκυρία κατά την οποία το δημόσιο πανεπιστήμιο υπονομεύεται ποικιλοτρόπως και από διαφορετικές πλευρές, εκτός αλλά και εντός των τειχών του.

Η κρίση στο Πανεπιστήμιο Κρήτης μπορεί να «διαβαστεί» ακριβώς ως έκφραση αυτής της υπονόμευσης από τα μέσα. Και η πολιτεία του Στέλιου, και ο στερνός του αγώνας, ως στράτευση για την υπόθεση του δημόσιου πανεπιστημίου. Οσα ακολουθούν ας εκληφθούν ως σχόλιο προς παλιούς συντρόφους που λυπούνται για την αδυναμία του Στέλιου να «ελίσσεται».

Το δημόσιο πανεπιστήμιο βάλλεται από πολλές πλευρές. Πρωτίστως, από την επίσημη πολιτική -της παρούσης αλλά και των προηγούμενων κυβερνήσεων. Υπονομεύεται, όμως, και από μια διάχυτη στα ΜΜΕ φιλολογία και «ρητορική του σκανδάλου», που καλλιεργεί συστηματικά μια εικόνα κρίσης ή παρακμής του δημόσιου πανεπιστημίου, σύμφωνα με την οποία η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν είναι σε θέση να αυτοκυβερνηθεί και αυτοελεγχθεί αποτελεσματικά. Μια σειρά φαινόμενα που αναδείχθηκαν και καταγγέλθηκαν μέσα σε συλλογικές διαδικασίες στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, μετά βέβαια το τραγικό συμβάν, μπορούν να «δικαιώσουν» αυτή τη φιλολογία και τις πολιτικές κατά του δημόσιου πανεπιστημίου, ιδιαίτερα τώρα που δρομολογούνται πολύ σημαντικές θεσμικές αλλαγές που το αφορούν.

Η τρίτη διάσταση της υπονόμευσης είναι αυτή που έρχεται από τα μέσα. Ποιες είναι όμως οι πρακτικές που απονομιμοποιούν στα μάτια της κοινωνίας το δημόσιο πανεπιστήμιο; Είναι οι ευαισθησίες ενός συναδέλφου για αξιοκρατία, διαφάνεια και δημοκρατικές διαδικασίες; Ή, μήπως, είναι οι μηχανισμοί εκείνοι που ενεργοποιήθηκαν για να του θέσουν προσκόμματα, φτάνοντας μέχρι τη δίωξη και την ακαδημαϊκή και ηθική του εξόντωση, καθώς και μηχανισμοί που αδράνησαν, συμβάλλοντας στην απομόνωση του συναδέλφου και διευκολύνοντας έτσι τη δίωξή του;

Προς την κατεύθυνση απονομιμοποίησης του δημόσιου πανεπιστημίου λειτουργούν πρακτικές των οποίων ενδείξεις ευαισθητοποίησαν τον Στέλιο. Συμπεριφορές που δεν επέτρεψαν να γίνει ο ουσιαστικός και σε βάθος έλεγχος που ο ίδιος ζητούσε. Και, βεβαίως, πρακτικές και χειρισμοί που ενεργοποιήθηκαν για να μετατρέψουν ένα αίτημα για άσκηση συλλογικού ελέγχου σε πειθαρχικό αδίκημα. Αυτές οι πρακτικές, και όχι τα αιτήματα για συλλογικό δημοκρατικό έλεγχο, είναι που τροφοδοτούν το κλίμα δυσφήμησης του δημόσιου πανεπιστημίου, ανοίγοντας τον δρόμο για πολιτικές που θα το αποδυναμώσουν και στην πράξη. Αυτές οι πρακτικές είναι που όχι απλώς δυσφημίζουν αλλά ακυρώνουν το δημόσιο πανεπιστήμιο. Και, εναρμονιζόμενες με την επίσημη πολιτική, υποσκάπτουν τα κύρια στοιχεία του, την αυτοτέλεια, τη θεμελιακή λειτουργία της κριτικής και τη συλλογικότητα, προς όφελος των ατομικών στρατηγικών και της λογικής της διαχείρισης.

Νίκος Σερντεδάκις:

Το ιστορικό της υπόθεσης του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου είναι αποκαλυπτικό της κρίσης που διέρχεται το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, δείγμα ίσως της κρίσης που πλήττει ευρύτερα το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Κρίση που αφορά τη λειτουργία των θεσμών και συνδέεται με την παραβίαση των δημοκρατικών αρχών λειτουργίας τους.

Επιχειρήθηκε η κριτική που ασκούσε ο συνάδελφος να τεθεί στο περιθώριο με τον υποβιβασμό της σε έκφραση γραφικότητας, που αναπτύσσεται -μοιραία τάχα- στο πεδίο των προσωπικών σχέσεων του μικρόκοσμου ενός πανεπιστημιακού τμήματος.

Ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος έμεινε μόνος του. Οχι μόνον επειδή οι θεσμοί, η σύγκλητος στην περίπτωσή μας, δεν απάντησαν έγκυρα στο αίτημά του για ουσιαστική διερεύνηση των ενστάσεών του. Εμεινε μόνος του, επίσης, γιατί και οι συνδικαλιστικοί φορείς δεν υιοθέτησαν μια ξεκάθαρη θέση.

Αυτό μάλλον μας αποκαλύπτει πως στο Πανεπιστήμιο Κρήτης έχει σε μεγάλο βαθμό αδυνατίσει ένα δίκτυο αλληλεγγύης που παλαιότερα κατάφερνε να λειτουργεί αποτρεπτικά σε κάθε είδους υπερβάσεις της εξουσίας. Πολλοί συνάδελφοι προβληματιζόμαστε για το πώς και γιατί συνέβη μια αποδυνάμωση τέτοιας έκτασης και πώς μπορεί να αποκατασταθεί ένα δίκτυο σχέσεων αλληλεγγύης αλλά και ευρύτερα να εμπεδωθεί η ισοτιμία των σχέσεων που επιτρέπουν τον δημοκρατικό διάλογο και την αντιπαράθεση, που επιτρέπουν τη σύγκρουση, χωρίς όμως η σύγκρουση να καταλήγει σε «κυνήγι μαγισσών».

Αυτό νομίζω ότι είναι το πρόβλημα που αποκαλύπτεται: όταν ένας άνθρωπος «ορθώνει ανάστημα» και η κριτική του ενοχλεί αυτούς που κατέχουν την εξουσία, ο άνθρωπος αυτός δεν προστατεύεται ικανοποιητικά από τους ισχύοντες δημοκρατικούς θεσμούς.

Αντιθέτως, παραμένει εκτεθειμένος στην «ωμή ισχύ» εκείνων που κατέχουν την εξουσία και οι οποίοι διακατέχονται από ένα αίσθημα ανασφάλειας για τη νομιμοποίηση που διαθέτουν και λειτουργούν με γνώμονα ότι, αν αμφισβητηθούν έστω και στο ελάχιστο, όλη η ισχύς τους καταρρέει. Ισως πρόκειται για σύμπτωμα μιας μεταβολής των δομών εξουσίας στο πανεπιστήμιο, μια μετάλλαξη σύμφυτη προς τη σταδιακή επικράτηση της λογικής του επιχειρηματικού πανεπιστημίου και τη συνεπαγόμενη ένταση των διαδικασιών της εξατομίκευσης στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής κοινότητας.




Αποχαιρετισμός
 

Tου ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ


Στη διάρκεια του σύντομου βίου του, ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος παρέμεινε με τον δικό του τρόπο πιστός σε ορισμένες θεμελιώδεις αξίες και αρχές, εκείνες που ενέπνευσαν την αντιδικτατορική του δράση στα χρόνια της φοιτητικής του νεότητας. Ο αντιδικτατορικός αγώνας, για όσους τον βίωσαν συνειδητά ως ένα είδος ύψιστης και σταθερής δέσμευσης και αφοσίωσης σε ένα σύνολο πολιτικών και ηθικών αξιών, υπαγόρευε μιαν ορισμένη στάση ζωής. Ταυτόχρονα, διέπλαθε ισχυρές ταυτότητες και ενέπνεε πολιτικές συμπεριφορές που σε ορισμένες περιπτώσεις άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου. Υπερέβησαν, δηλαδή, το ειδικό ιστορικό πλαίσιο που τις γέννησε και τροφοδότησαν μια στάση και μια δράση που είχαν συνέπεια και διάρκεια.

Μια τέτοια περίπτωση ενσάρκωνε υποδειγματικά ο αγαπημένος σύντροφός μας, ο Στέλιος. Στέλεχος του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στη Νομική Σχολή των Αθηνών και μέλος της ΚΝΕ και του ΚΚΕ στα χρόνια της χούντας, ο Στέλιος καταδιώχθηκε από τις δυνάμεις καταστολής. Επικηρυγμένος από το δικτατορικό καθεστώς, συνέχισε να δρα στην «παρανομία». Το όνομά του είναι ένα από τα πρώτα στον κατάλογο με τους καταζητούμενους που κατάρτισε η ΕΣΑ μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αμέσως μετά την πτώση της χούντας, ο Στέλιος ήταν για ένα σύντομο διάστημα ο πρώτος εκπρόσωπος της «Πανσπουδαστικής». Συνέχισε την πολιτική του δράση στο ΚΚΕ στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο Χαρίλαος Φλωράκης διέγνωσε τις ξεχωριστές του ικανότητες και τον αξιοποίησε ως σύμβουλο και γραμματέα του. Καθοδηγούμενος όμως από τη συνείδηση και την ευαισθησία του, ο Στέλιος βρήκε γρήγορα το πνευματικό και πολιτικό θάρρος να αναθεωρήσει χρεοκοπημένα δόγματα και εσφαλμένες αντιλήψεις και να αντικρίσει κατάματα την άβυσσο που χώριζε το ιδανικό από την πραγματικότητα. Το 1980 ήρθε σε ρήξη με το ΚΚΕ και ήταν ένας από τους επικεφαλής της κίνησης των «Τετρακοσίων». Και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του ο Στέλιος επιβεβαίωνε με το προσωπικό του παράδειγμα ότι γι' αυτόν ορισμένες ηθικές και πολιτικές αξίες τοποθετούνται πάνω από κάθε είδους σκοπιμότητες ή ιδιοτελείς υπολογισμούς και μεταφράζονται σε ενεργητική αντίθεση σε κάθε μορφή κομφορμισμού. Απορρίπτοντας τον διανοητικό εφησυχασμό που τρέφεται από απλοϊκές και δογματικές βεβαιότητες, κατάφερε να ανυψωθεί σε μια περιοχή όπου κυκλοφορούν ελεύθερα οι ιδέες και εργάστηκε μεθοδικά για την κατανόηση του πολύπλοκου παρόντος. Από την εμπειρία της αντιδικτατορικής πάλης ο Στέλιος άντλησε έναν τρόπο να ζει και να στοχάζεται την πολιτική με βάση μιαν αρχή προσωπικής ευθύνης, που υπαγορεύει αφοσίωση σε αξίες και ενεργητική στάση για την υπεράσπισή τους. Πρόκειται για μιαν αγωνιστική αντίληψη της πολιτικής που δεν υπογραμμίζει μόνο την αξία της προσωπικής δέσμευσης και συμμετοχής και άρα της πρωτοβουλίας που έρχεται από τα κάτω (από τα κοινωνικά κινήματα), αλλά τονίζει και τη σημασία της σύγκρουσης και της αντιπαράθεσης, στην οποία βλέπει ένα γόνιμο παράγοντα ανάπτυξης και εμπλουτισμού της δημοκρατίας.

Μια αγωνιστική πολιτική ηθική δεν είναι υποχρεωτικά και «ηρωική» ηθική (όπως μπορούσε να είναι στην περίοδο της δικτατορίας). Μπορεί να υπάρχει και να μάχεται και σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας, όταν η δικτατορία έχει εκλείψει αλλά δεν έχουν εκλείψει οι αδικίες και οι ακρωτηριασμοί της ελευθερίας, έστω και αν σήμερα παίρνουν άλλες ενδεχομένως ηπιότερες ή λιγότερο ορατές μορφές. Δεν είναι διόλου τυχαίο που η θεωρητική έρευνα και το συγγραφικό έργο του Στέλιου στράφηκαν γύρω από τις θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα. Το βιωματικό περιεχόμενο της συλλογικής δράσης, η ηθική έξαρση που χαρακτηρίζει τις στιγμές του αγώνα, η συντροφικότητα που διαπλάθει ισχυρούς ανθρώπινους δεσμούς, η κορύφωση της έντασης στις φάσεις της σύγκρουσης με τον αντίπαλο, η ενδυνάμωση της βούλησης - όλα αυτά παρέπεμπαν στην προσωπική βιωματική του εμπειρία στα χρόνια της αντιδικτατορικής πάλης αλλά και στους αγώνες της μεταπολιτευτικής περιόδου.




ΔΙΑΒΑΣΤΕ


Στέλιος Αλεξανδρόπουλος
 

«Θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα», τόμος Α', εκδόσεις «Κριτική», Αθήνα 2001.
Εισαγωγή στις θεωρίες για τα κοινωνικά κινήματα, καθώς και στην εξέλιξη της κοινωνικής θεωρίας. Πρώτο μέρος μιας εργασίας που ήρθε να καλύψει ένα πεδίο παραμελημένο από την ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία.

«Συλλογική δράση και αντιπροσώπευση συμφερόντων πριν και μετά τη μεταπολίτευση», διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1990.

Επιλογή δημοσιεύσεων:

«Τάσεις κορπορατιστικής αντιπροσώπευσης και ελληνική πραγματικότητα», «Κοινοβουλευτική Επιθεώρηση», 4/1990, σ. 64-79.

«Ζητήματα θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων. Αναζητώντας στρατηγική ή ταυτότητα», «Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών», 86/1995, σ. 83-13.

«Η οικονομική λογική της συλλογικής δράσης. Μεταηθικά επιχειρήματα σε ένα μη ηθικό κόσμο», «Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης», 7/1996, σ. 82-123.

«Χρόνος και θεωρητικές κατηγορίες στη μαρξική διαλεκτική», «Αξιολογικά», 9/1996, σ. 73-103.

«Η πολιτική του εργάσιμου χρόνου στις ευρωπαϊκές χώρες», στο Σακελαρόπουλος Θ., (επίμ.), Ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική, Κριτική, Αθήνα, 1999.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 28/5/2006)

 

www.iospress.gr