ΤΑ "ΔΑΝΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΟΣ" ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

 

Εθνικοφροσύνη με το στρέμμα
 

Ενα πολύτιμο αρχείο, ανοιχτό ώς πρόσφατα, σφραγίστηκε μέχρι νεωτέρας για "εθνικούς λόγους". Οι ερευνητές που ασχολούνται με τη μειονότητα της Θράκης, ας αρκεστούν προς το παρόν στα ελληνοτουρκικά σίριαλ.

 

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, τα ελληνικά ΜΜΕ υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την είδηση ότι στην Κωνσταντινούπολη εκδόθηκε το βιβλίο της νεαρής τουρκάλας ιστορικού Ντιλέκ Γκιουβέν, με το οποίο φωτίζεται εκ των ένδον ο ρόλος των αθέατων κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών στη σταδιακή εκδίωξη της εκεί ελληνικής μειονότητας (με αποκορύφωμα τα «Σεπτεμβριανά» του 1955).

Η δουλειά της Γκιουβέν είναι βασισμένη σε αρχειακό υλικό που τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί προσβάσιμο στους ερευνητές της γειτονικής μας χώρας. Καθοριστικής σημασίας αποδείχθηκε το προσωπικό αρχείο του στρατοδίκη Φαχρί Τσοκέρ, που είχε μεν «κουκουλώσει» τότε την υπόθεση κατόπιν εντολής, κράτησε όμως το σχετικό φάκελο για να τον παραδώσει στο «Ιστορικό Ιδρυμα» της Πόλης -ώστε οι επερχόμενες γενιές να μάθουν την αλήθεια.

Κατά διαβολική σύμπτωση, τις ίδιες μέρες στη δική μας χώρα τα πράγματα κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσον αφορά τη δυνατότητα των πολιτών να γνωρίζουν την ιστορία του τόπου τους.

Οπως γράφουμε σε διπλανή στήλη, μετά από παρέμβαση του ΥΠΕΞ το περασμένο φθινόπωρο «αποσύρθηκε» το αρχείο του «Συντονιστικού Γραφείου Μειονοτικών Σχολείων» που φυλασσόταν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Καβάλα. Πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή ντοκουμέντων που παρακολουθεί την πολιτική του ελληνικού κράτους απέναντι στους Μουσουλμάνους της Θράκης επί δεκαετίες. Το σχετικό υλικό είναι επικεντρωμένο στα εκπαιδευτικά ζητήματα, σκιαγραφεί ωστόσο το σύνολο της μειονοτικής πολιτικής -αποκαλύπτοντας, μεταξύ άλλων, τους σκιώδεις μηχανισμούς που στήθηκαν στα μεταπολεμικά χρόνια για τον (εν πολλοίς ανεξέλεγκτο) χειρισμό του «ευαίσθητου» αυτού θέματος.

Η τύχη αυτού του αρχείου, που μεταφέρθηκε στην Αθήνα, παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστη. Ευτυχώς, όμως, αντίγραφα ενός μεγάλου μέρους του βρίσκονται στα χέρια ερευνητών. Μεταξύ άλλων, και στο αρχείο του «Ιού».

Μια πρώτη ιδέα πήραν οι αναγνώστες μας την περασμένη άνοιξη, όταν με βάση αυτά τα έγγραφα αποκαλύψαμε την ΚΥΠατζήδικη καταγωγή της ιδέας του αρχιεπισκόπου για επιδότηση των (χριστιανικών) γεννήσεων με σκοπό την ανάσχεση της μουσουλμανικής «δημογραφικής απειλής» («Ιός» 17.4.2005).

Σήμερα θ’ ασχοληθούμε με μια άλλη, σχετικά άγνωστη (αλλά παρόλα αυτά κρίσιμη) πτυχή της μειονοτικής πολιτικής του παρελθόντος: τα προγράμματα «εξαγοράς μουσουλμανικών γαιών» που δρομολογήθηκαν μετά το 1966 με στόχο τη «δημογραφική θωράκιση» της Θράκης και, μεσοπρόθεσμα, την εκδίωξη της μειονότητας.

Ο μηχανισμός

Κεντρικό όργανο σχεδιασμού της μειονοτικής πολιτικής στη Θράκη κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν ένα παρακρατικό επιτελείο που συστάθηκε το 1959 από τον τότε ΥΠΕΞ Ευάγγελο Αβέρωφ με την ονομασία «Συντονιστικό Συμβούλιο Θράκης» (Σ.Σ.Θ.).

Μέλη του ήταν οι νομάρχες Ξάνθης, Ροδόπης και Εβρου, ο Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Β. Ελλάδος, ο Ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής, ένας «εκπρόσωπος» του ΓΕΕΘΑ, ένας «εκπρόσωπος» της ΚΥΠ και -από το 1966- ο Γενικός Επιθεωρητής Ξένων και Μειονοτικών Σχολείων.

Με απόρρητη διαταγή του Αβέρωφ (16.5.62), ο πρόεδρος του Σ.Σ.Θ. αναγορεύθηκε σε αποκλειστικό «φορέα της μειονοτικής πολιτικής εν Θράκη», αρμόδιο όχι μόνο να εκδίδει «διαταγάς και οδηγίας προς τας τοπικάς Αρχάς και Υπηρεσίας» αλλά και να μπλοκάρει «διά διαταγής του» την τοπική εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, αν έκρινε ότι «αντίκειται προς την ακολουθητέαν μειονοτικήν πολιτικήν». Μ’ εξαίρεση τη διετία της κυβέρνησης Παπανδρέου, το κρίσιμο αυτό πόστο κατείχε ο τέως νομάρχης Ροδόπης της ΕΡΕ Κων/νος Κουκουρίδης.

Η λειτουργία του Σ.Σ.Θ. συνεχίστηκε χωρίς κλυδωνισμούς στα χρόνια της Ενωσης Κέντρου, της Αποστασίας και της χούντας. Το Φεβρουάριο του 1969, οι αρμοδιότητές του πέρασαν απευθείας στον Υπουργό Βορείου Ελλάδος και το 1972-73 στην Περιφερειακή Διοίκηση Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης. Από το 1973-74, την υπόθεση της μειονότητας διαχειρίζονται κυρίως τα «Γραφεία Πολιτιστικών Σχέσεων» (παραρτήματα του ΥΠΕΞ) στις Νομαρχίες Ξάνθης και Ροδόπης.

Αν το «αθέατο» Συμβούλιο ήταν εξουσιοδοτημένο με το σχεδιασμό της κρατικής πολιτικής, η ευθύνη για την τελική έγκριση και υλοποίηση των εισηγήσεών του ανήκε στους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του τότε υπουργού Συντονισμού Κων/νου Μητσοτάκη, ο οποίος σε μια (μάλλον σπάνια) επίδειξη απλοχεριάς ξεκαθάρισε ότι «από απόψεως πιστώσεων δεν προβάλλεται δυσχέρεια» για τη χρηματοδότηση του εγχειρήματος κι έδωσε εντολή στον υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος να ενεργοποιήσει το σχετικό μηχανισμό (Σ.Σ.Θ. 43/4.3.66).

Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: κάνοντας πρόσφατα τον απολογισμό της κρατικής διαχείρισης του μειονοτικού πριν το 1990-91, ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης δεν διστάζει να την χαρακτηρίσει ως «αποικιακή πολιτική» (Σωτ. Ριζάς, «Από την κρίση στην ύφεση», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003, σ.141). Δεν πρόκειται, βέβαια, για έκρηξη αυτοκριτικής. Παρακάμπτοντας μιάμιση δεκαετία, ο κρητικός πολιτικός τα φορτώνει απλώς στον Ανδρέα Παπανδρέου -που, κάθε άλλο παρά άμοιρος ευθυνών, στο συγκεκριμένο ζήτημα συνέχισε (κι αυτός) την πολιτική που είχε χαράξει ο «αιώνιος αντίπαλός» του.

Η τομή του 1966

Η χρονική στιγμή κατά την οποία δρομολογείται το πρόγραμμα των «εξαγορών» δεν είναι καθόλου τυχαία. Μέχρι το 1965, η κρατική πολιτική στο μειονοτικό καθοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά από την ανάγκη προστασίας της ελληνικής μειονότητας της Κων/λης. Οι απελάσεις του 1964 τροποποίησαν δραστικά τις προτεραιότητες, λύνοντας τα χέρια όσων ήθελαν από καιρό να ξεκαθαρίσουν το εθνολογικό τοπίο της Θράκης.

Η «νέα γραμμή» που εγκαινιάζεται το 1966 αποσκοπεί στη «συγκράτησιν της μειονότητος εντός ορίων» και στη μονομερή στήριξη από το κράτος του «χριστιανικού στοιχείου» (Σ.Σ.Θ. 42/4.2.66). Οι αρχικές εισηγήσεις έκαναν λόγο για «εξουδετέρωσιν της αυξήσεως του μουσουλμανικού πληθυσμού» (Σ.Σ.Θ. 41/29.10.65). Το πρώτο ερέθισμα προσέφερε μια μυστική απογραφή των Θρακιωτών «από θρησκευτικής και φυλετικής απόψεως», που τεκμηρίωσε την (παραδοσιακή) πληθυσμιακή υπεροχή των μουσουλμάνων στο Ν. Ροδόπης και τη σχετική αύξηση του δημογραφικού τους βάρους έναντι της χριστιανικής πλειοψηφίας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συμβουλίου, πρόκειται για «ζήτημα ζωής και θανάτου» (Σ.Σ.Θ. 46/17.6.66).

Αποκαλυπτική για τη λογική του εγχειρήματος, αλλά και τη νοοτροπία των επιτελών του, είναι η σκιαγράφηση του εσωτερικού εχθρού: οι μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες, εξηγεί ο Κουκουρίδης, «έχουν το θράσος ν’ απευθύνωνται εις τας Αρχάς και να διαμαρτύρωνται δια παν ζήτημά των άνευ ουδενός φόβου» (Σ.Σ.Θ. 46/17.6.66). Πρόβλημα συνιστούσε επίσης η «οικονομική άνοδος του Μουσουλμανικού στοιχείου λόγω της ανόδου των τιμών των καπνών», ακόμη και η «διείσδυσις» των μειονοτικών στο εμπόριο (Σ.Σ.Θ. 44/6.4.66).

Ως «πρόβλημα» καταγράφεται, τέλος, η ίδια η νομιμότητα: «ίνα μη δυσαρεστηθή η μειονότης, άι Κεντρικαί Ελληνικαί αρχαί παρεμβαίνουσαι επιτρέπουν την τήρησιν των νόμων», εξανίσταται ο πρόεδρος του Σ.Σ.Θ., θεωρώντας ότι έτσι «κατέστη δυσχερεστάτη η θέσις των εν Θράκη Αρχών». Ζητούμενο, άλλωστε, όπως διαβάζουμε σε απόφαση του Συμβουλίου, είναι «μια μειονοτική πολιτική ενιαία, σταθερά και εύκαμπτος, ως γίνεται εν Τουρκία» (ΣΣΘ 46/17.6.66).

Ευνόητος συνεπώς ο ενθουσιασμός που καταλαμβάνει τα μέλη του οργάνου την επαύριο της 21ης Απριλίου. «Τα απασχολούντα ζητήματα και προβλήματα τα από ετών χρονίζοντα θα εύρουν την λύσιν των, εφ’ όσον δεν υφίσταται πλέον η αντίδρασις των πολιτικών ή καί τινών Υπουργών», πανηγυρίζει ο Κουκουρίδης κατά την πρώτη συνεδρίαση μετά το πραξικόπημα -τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι «με την επανάστασιν, το πνεύμα θρασύτητος και η έπαρσις» των μειονοτικών «έχουν καταπέσει» (Σ.Σ.Θ. 52/15.5.67).

Οι στόχοι

Το σκεπτικό του όλου προγράμματος είναι εξαιρετικά απλό. «Από του 1960 η απόκτησις της πλειοψηφίας της γης, η οποία θα μας διευκολύνη εις την πλειοψηφίαν του πληθυσμού, ετέθη ως βασική πολιτική μας», υπενθυμίζει στη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1966 ο πρόεδρος. Την επόμενη χρονιά γίνεται ακόμη σαφέστερος: «Θα φύγουν οι Τούρκοι όταν καθ’ οιονδήποτε τρόπον τους αγοράσωμεν την γην των» (ΣΣΘ 51/27.3.67).

Εξίσου διαυγής είναι, μερικά χρόνια αργότερα, και ο χουντικός υφυπουργός-περιφερειάρχης Κων/νος Μπράβος: «Σκοπός του προγράμματός μας είναι να αγοράσουμε την γην από τους Μουσουλμάνους», εξηγεί στη σύσκεψη της 27.4.72. «Πρέπει να συνεχισθή η εφαρμογή του χωρίς καμίαν καθυστέρησιν ή διακοπήν, διότι κατά τον τρόπον αυτόν θα αστυκοποιηθή κατά μεγάλον ποσοστόν η Μειονότης και έτσι η αντιμετώπισίς της θα είναι ευκολωτέρα». Και δυο μήνες αργότερα (30.6.72): «Πάνω απ’ όλα, σκοπός μας είναι να τους αραιώσωμεν διά της πτητικότητος εις το εσωτερικόν και εξωτερικόν».

Σπονδυλική στήλη του συστήματος αποτελεί η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού για το πέρασμα των μειονοτικών περιουσιών σε «ελληνοχριστιανικά» χέρια: «Ολαι άι Γεωργικαί Υπηρεσίαι δέον να διαφωτισθούν καταλλήλως περί της Κυβερνητικής πολιτικής, της καταβολής οιασδήποτε προσπαθείας προς αποτροπήν αγοράς ακινήτων και γαιών εκ μέρους των μουσουλμάνων, αντιθέτως δε της υποβοηθήσεως διά παντός μέσου της εξαγοράς τούτων υπό Χριστιανών», συνοψίζει ο Κουκουρίδης (ΣΣΘ 47/6.7.66).

Για την παρεμπόδιση των αγορών από μουσουλμάνους επιστρατεύονται διάφορα μέσα. Οι αρχικές εισηγήσεις κάνουν λόγο για «παρεμβολήν τυπικών δυσχερειών και καθυστερήσεων» από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να «απογοητεύονται» οι ανεπιθύμητοι αγοραστές (Σ.Σ.Θ. 41/29.10.65). Γρήγορα διαπιστώθηκε όμως ότι ο μεταξικός Α.Ν. 1366/38, που απαιτούσε τη χορήγηση ειδικής άδειας από τις «Επιτροπές Ασφαλείας» για κάθε αγοραπωλησία γης σε παραμεθόριους νομούς, καθιστά τα πράγματα ευκολότερα (Σ.Σ.Θ. 42/4.2.66). Παλιότερες αποφάσεις, που επέτρεπαν «δωρεές» μικρών κτημάτων (μέχρι 20 στρέμματα) χωρίς πιστοποιητικό, καταργήθηκαν στην πορεία.

Διαφωτιστικός είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο επισημαίνεται η ανάγκη «συνεργασίας του ελληνικού στοιχείου» στην περιθωριοποίηση της μειονότητας: «Οι ημέτεροι το Μουσουλμανικόν στοιχείον το αντιμετώπιζαν ως στοιχείον εκμεταλλεύσεως, οικονομικής και πολιτικής, και ουδέποτε ως πρόβλημα. Ευτυχώς ήδη διακρίνονται ανησυχίαι» (Σ.Σ.Θ. 42/4.2.66).

Το πρόγραμμα

Βασικός άξονας του προγράμματος, όπως εγκρίθηκε από τη Νομισματική Επιτροπή (30.3.66), ήταν η δανειοδότηση «χριστιανών το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων» (ανεξαρτήτως αν ήταν αγρότες ή ακτήμονες) για αγορά μουσουλμανικών ιδιοκτησιών. Τα «δάνεια εθνικής σκοπιμότητος», όπως ονομάστηκαν, ήταν εξοφλητέα σε 20 (αργότερα σε 30) χρόνια με τόκο μόλις 2% και χορηγούνταν με απόφαση ειδικής επιτροπής που αποτελούνταν από το Νομάρχη, το Διευθυντή Γεωργίας και το Διοικητή Χωροφυλακής (Σ.Σ.Θ. 44/6.4.66). Το 1969 προστέθηκε κι ο Στρατιωτικός Διοικητής. Ως μεσολαβητής στη δανειοδότηση χρησιμοποιούνταν η Αγροτική Τράπεζα, που είχε υπογράψει ειδικές συμβάσεις με το Δημόσιο και λειτουργούσε «απλώς ως ταμίας» (Σ.Σ.Θ. 47/6.7.66).

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη δωρεάν «επιδότηση» των αγορών κατά 30%, με χρήματα που αρχικά εξοικονομήθηκαν απ’ τα μυστικά κονδύλια του ΥΠΕΞ (Σ.Σ.Θ. 47/6.7.66). Η χαριστική αυτή προσφορά θεωρούνταν «το σοβαρώτερον των κινήτρων» για τους χριστιανούς αγοραστές (Σ.Σ.Θ. 49/2.12.66), η έλλειψη του οποίου δημιουργούσε «κίνδυνον διασαλεύσεως της όλης μειονοτικής μας πολιτικής» (ΣΣΘ 57/27.3.68).

Το πρώτο κονδύλι που διατέθηκε, το 1966-67, ήταν 30.000.000 δρχ. Μέχρι τα μέσα του 1969 αντλήθηκαν συνολικά 66.636.720 δρχ. για την αγορά 4.960 στρεμμάτων στο Ν. Ροδόπης και 4.057 στο Ν. Ξάνθης. Το 1969 εγκρίθηκαν ακόμη 70.000.000 δρχ., με επέκταση των αγορών και στο Ν. Εβρου. Το πρόγραμμα συνεχίστηκε ώς το 1990.
Ταυτόχρονα, διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του. Ηδη το 1967 συζητήθηκε η δανειοδότηση αγορών μεταξύ χριστιανών, αν κάποιος «Τούρκος» επιθυμεί να αγοράσει το ακίνητο (ΣΣΘ 51/27.3.67). Το 1972 το πρόγραμμα περιέλαβε και την αγορά αστικών ακινήτων. Ως πρώτη δόση, διατέθηκαν από 30.000.000 δρχ. σε Ξάνθη και Ροδόπη κι άλλα 5.000.000 δρχ. στον Εβρο.

Τα δικηγορικά και συμβολαιογραφικά έξοδα καταβάλλονταν από κρατικά κονδύλια. Ο αρχικός προϋπολογισμός του Σ.Σ.Θ. για το 1969 προέβλεπε 1.000.000 δρχ. μονάχα γι’ αυτό το σκοπό. Τελικά, καταβλήθηκαν 24.000 δρχ σε «δικηγόρους του δημοσίου» (Σ.Σ.Θ. 61/12.2.69).

Εντυπωσιάζει η σπουδή για καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και παράκαμψη κάθε εμποδίου. Για να αποφευχθεί «ματαίωσις της αγοραπωλησίας» από ενδεχόμενες καθυστερήσεις των συνεργείων, προβλέπεται να υπάρχει διαθέσιμος «ειδικός τοπογράφος» στη Νομαρχία ανά πάσα στιγμή (Σ.Σ.Θ. 47/6.7.66). Ειδική μέριμνα καταβάλλεται επίσης για την άρση τυπικών κωλυμάτων σχετικών με τον έλεγχο των τίτλων (Σ.Σ.Θ. 51/27.3.67).

Αποκαλυπτικοί και οι κοινωνικοί προβληματισμοί που συνόδευσαν την υλοποίηση του προγράμματος. «Ο Πρόεδρος του Σ.Σ. θέτει το ερώτημα, αν συμφέρη ν’ αγοράσωμεν γαίας από τσιφλικιούχους» και δίνει ο ίδιος την απάντηση: «μάλλον η τοιαύτη αγορά δεν είναι συμφέρουσα, διότι ο τσιφλικιούχος διά της μερικής εκποιήσεως των γαιών του ενισχύεται χρηματικώς διά να ευρύνη τας επιχειρήσεις του έτι περισσότερον». Το όργανο συμφώνησε «όπως κατά την εξαγοράν Τουρκικών Κτημάτων μη προτιμηθούν οι εξ αυτών τσιφλικιούχοι» (ΣΣΘ 57/27.3.68). Ετσι κι αλλιώς, η κοινωνική δικαιοσύνη δεν ήταν στο πρόγραμμα.

Οι επιπλοκές

Αυτά όσον αφορά τους σχεδιασμούς και τα κονδύλια. Γρήγορα, όμως, αναφάνηκαν και τα προβλήματα που αυτή η πολιτική συναντούσε (ή και γεννούσε).

Η υπερπροσφορά κεφαλαίων προκάλεσε π.χ. πληθωρισμό στις τιμές των ακινήτων, με αποτέλεσμα το Υπ. Β. Ελλάδος να διατάξει (2.8.69) προσωρινή «ανάπαυλα» των αγορών ως την επόμενη άνοιξη, «προς αποφυγήν υπερβολικής ανατιμήσεως». Το 1972, η επέκταση του προγράμματος στα αστικά ακίνητα διέρρευσε «κατόπιν ενεργειών των χριστιανών», με αποτέλεσμα νέες υπερτιμήσεις. Εκτός από τη «μη επίσπευσιν» των αγορών, ο υπηρεσιακός προβληματισμός θα επεκταθεί τότε στην αναζήτηση «καταλλήλων προσώπων» ή ειδικού φορέα που θα πραγματοποιούν συγκεντρωτικά τις αγορές, μεταβιβάζοντας στη συνέχεια την κυριότητα στους τελικούς «δικαιούχους».

Δεύτερη παρενέργεια ήταν η εξαγωγή συναλλάγματος. Μη έχοντας πού να τοποθετήσουν τα λεφτά τους, αλλά και φοβούμενοι να τα καταθέσουν στις τράπεζες «μήπως δεσμευθούν» σε κάποια ελληνοτουρκική κρίση (Σ.Σ.Θ. 47/6.7.66), οι μουσουλμάνοι πωλητές καταλήγουν συνήθως στη λαθραία μεταφορά τους στην Τουρκία -ενισχύοντας τους δεσμούς τους μ’ αυτήν, αλλά και πλουτίζοντας ποικίλα ελληνοτουρκικά κυκλώματα «μεσαζόντων». Πολύ αργότερα, το ελληνικό ΥΠΕΞ θα εντοπίσει σ’ αυτά τα κυκλώματα τον κύριο παράγοντα αποσταθεροποίησης και τροφοδότησης της έντασης στην περιοχή («Το Βήμα» 8.8.99).

Τρίτη «επιπλοκή» αποτέλεσε η άρνηση πολλών μειονοτικών να πουλήσουν τις περιουσίες τους, προσυπογράφοντας το ξεσπίτωμά τους. Τα πρακτικά της δεκαετίας του ’70 καταγράφουν διάφορες προσπάθειες παράκαμψης των απαγορεύσεων, όπως μεταβάπτιση των αγοραπωλησιών μεταξύ μουσουλμάνων σε «δωρεές εν ζωή» ή «ενυπόθηκα δάνεια με δικαίωμα αυτοσυμβάσεως» -τεχνάσματα που πρέπει να πλούτισαν ουκ ολίγους ντόπιους (χριστιανούς) δικηγόρους. Ως απάντηση, στα τέλη του 1972 αποφασίστηκε η επέκταση του Α.Ν. 1366/38 σε κάθε δικαιοπραξία, με την ελπίδα ότι «θα προκύψη αναγκαστική προσέλευσις των Μουσουλμάνων και εκποίησις των αγροτικών κτημάτων των».

Υπήρχαν, άλλωστε, και δυναμικότερες προτάσεις. «Πρέπει να μιμηθώμεν τους Τούρκους, οίτινες διά να εκδιώξουν τους Ελληνας της Ιμβρου απαλλοοτρίωσαν εκτάσεις απεράντους προς ίδρυσιν αγροτικών φυλακών και άλλων Ιδρυμάτων», εισηγούνταν από την αρχή ο Κουκουρίδης. «Τα αυτά δέον να κάμνωμεν και ημείς εις Αρριανά, Φιλύραν ή οιουδήποτε αλλού» (Σ.Σ.Θ. 47/6.7.66). Το 1972 αποφασίστηκε «να δεσμεύωνται αμέσως τα ακίνητα εκείνα διά τα οποία, φερόμενα προς πώλησιν υπό μουσουλμάνων, δεν καθίσταται δυνατή η απόδειξις κυριότητός τους». Το Δεκέμβριο του 1973, τέλος, η Νομαρχία Ροδόπης εισηγήθηκε την απαλλοτρίωση «μεγάλων Μουσουλμανικών εκτάσεων» για την εγκατάσταση Πανεπιστημίου, αγροτικών φυλακών κ.λπ., «ίνα ούτω δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις κινητικότητος και εγκαταλείψεως του χώρου της Θράκης» από τη μειονότητα. Οι προτάσεις της υλοποιήθηκαν τα επόμενα χρόνια από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Την εικόνα συμπληρώνει μια ολόκληρη γκάμα διοικητικών μέτρων με τα οποία επιχειρήθηκε ο οικονομικός στραγγαλισμός της μειονότητας, ώστε αυτή να εξαναγκαστεί στην εκποίηση των ακινήτων της και τον εκπατρισμό: αποκλεισμός από επαγγελματικές άδειες (ταξί, μικροπωλητών κ.λπ.), «σποραδικώς και κατ’ εκλογήν» χορήγηση αδειών οδήγησης, «παρελκυστική τακτική» στις άδειες επισκευής των κτιρίων, παρεμβάσεις για την ανάκληση της αντιπροσώπευσης γνωστών αθηναϊκών επιχειρήσεων, ακόμη και διαταγές προς τα αστυνομικά όργανα για «στενή παρακολούθησιν, συνεχείς οχλήσεις και υποβολήν μυνήσεων» σε βάρος μουσουλμάνων καταστηματαρχών. Ηταν οι διαβόητες «διοικητικές ενοχλήσεις» (ή «κατασταλτικά μέτρα») που καταργήθηκαν μόλις το Μάιο του 1991.

Αντί επιλόγου

Τα έγγραφα που διαθέτουμε σταματούν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όμως η πολιτική που χαράχθηκε το 1966 συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση μέχρι το 1990-91, προκαλώντας μετά το 1985 μια πρωτοφανή κρίση των διακοινοτικών σχέσεων χριστιανών-μουσουλμάνων. Αντιμέτωπη με μειονοτικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και την εκλογική επιτυχία «ανεξάρτητων» (εθνικιστικών) συνδυασμών, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε τελικά ν’ αλλάξει πολιτική, αποκαθιστώντας την ισονομία και -μαζί της- την ηρεμία στην περιοχή.

Η θετική αυτή εξέλιξη δεν υπήρξε καθόλου δεδομένη. Ισχυρά συμφέροντα είχαν επενδυθεί στο μεσοδιάστημα στα προγράμματα ιδιοποίησης μειονοτικών ιδιοκτησιών και πολέμησαν σκληρά για τη διατήρησή τους. Ακόμη και το έγγραφο των τριών πολιτικών αρχηγών (Μητσοτάκης, Παπανδρέου, Φλωράκης) με το οποίο εγκαινιάστηκε η αλλαγή πολιτικής (31.1.90) προέβλεπε λ.χ. τη «συνεπή εφαρμογή της πολιτικής εξαγοράς μουσουλμανικών αγροτικών γαιών και ενθάρρυνσιν αστικοποιήσεως της μειονότητος», με το σκεπτικό μάλιστα ότι «οι αστοί έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα από τους αγρότες» («Ε» 2.3.90).

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και ουκ ολίγα κινδυνολογικά δημοσιεύματα της δεκαετίας του ’90, που επέσειαν ως φόβητρο την επανάληψη της αγοράς γης από μουσουλμάνους. Το παρών έδωσε ακόμη και μια «Συντονιστική Επιτροπή Οφειλετών Δανείων Αγοράς Μουσουλμανικών Κτημάτων», που διεκδίκησε δημόσια την ευνοϊκή «ρύθμιση των οφειλών» από αυτή την άσκηση εθνικής πολιτικής.

Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο…



Η λογοκρισία του 2006

Τα ντοκουμέντα που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή αυτού του «Ιού» δεν είναι πλέον προσβάσιμα στους ερευνητές. Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο πρόεδρος της εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νίκος Βασιλάτος διέταξε τη μεταφορά τους από τα ΓΑΚ της Καβάλας, όπου φυλάσσονταν από το 2002, στα κεντρικά αρχεία της Αθήνας. Τη σχετική ενέργεια προκάλεσε, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, επιτόπια επίσκεψη της προϊσταμένης του Ιστορικού και Διπλωματικού Αρχείου του ΥΠΕΞ Φωτεινής Τομαή, του διευθυντή του ίδιου υπουργείου κ. Μπουρνόβα κι άλλων υπηρεσιακών παραγόντων.

Επικοινωνήσαμε με την κυρία Τομαή και ζητήσαμε να μας αναπτύξει το σκεπτικό αυτής της παρέμβασης. Μας απάντησε ότι «δεν είναι υποχρεωμένη να μιλάει στον Τύπο για υπηρεσιακά θέματα». Εξίσου αρνητικός ήταν και ο κ. Βασιλάτος, που αρνήθηκε ότι υπήρξε παρέμβαση του ΥΠΕΞ -τουλάχιστον στη δικιά του υπηρεσία. Υποστήριξε επίσης ότι το επίμαχο αρχείο «δεν έχει αποσυρθεί» αλλά «έχει αλλάξει πόστο, έχει κατέβει στην Αθήνα για υπηρεσιακούς λόγους» και «τα υπόλοιπα θα τα δούμε». Επιβεβαίωσε ωστόσο ότι «δεν είναι προσπελάσιμο» στους ερευνητές, κι ότι θα παραμείνει σ’ αυτή την κατάσταση για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

Ισως κάποιοι καλοπροαίρετοι αναγνώστες αναρωτηθούν πόσο είναι θεμιτή η δημοσιοποίηση πληροφοριών που οι μηχανισμοί ασφαλείας εξακολουθούν να θέλουν απόρρητες. Η απάντηση είναι απλή -και δεν περιορίζεται στη χιλιοειπωμένη ρήση του εθνικού μας ποιητή, πως «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».

Το αρχειακό υλικό του «Συντονιστικού Γραφείου Μειονοτικών Σχολείων» δεν περιέχει πληροφορίες που θίγουν την ασφάλεια της χώρας. Δεν αποκαλύπτει στρατιωτικά μυστικά, ούτε εκθέτει διπλωματικούς ή άλλους χειρισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη. Καθώς μάλιστα η κρατική πολιτική απέναντι στη μειονότητα της Θράκης έχει αλλάξει ριζικά από το 1990-91, ακόμη και η εξονυχιστική τεκμηρίωση των συστηματικών διακρίσεων που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν σε βάρος ελλήνων πολιτών έχει ουσιαστικά ιστορικό χαρακτήρα.

Το άγχος κάποιων υπηρεσιών να καταχωνιαστεί ξανά αυτό το υλικό προδίδει, αντίθετα, την επιβίωση εξαιρετικά επικίνδυνων (και σαφώς αντιδημοκρατικών) ανακλαστικών. Με άλλα λόγια, ο ελληνικός λαός έχει δικαίωμα (και «καθήκον») να ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα «εθνικά μας θέματα», απαγορεύεται όμως να πληροφορηθεί -έστω και κατόπιν εορτής- για τον πραγματικό χειρισμό τους από την πολιτική ηγεσία και τους λοιπούς δημόσιους λειτουργούς.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν το 1988-1990 η πολιτική των «διοικητικών ενοχλήσεων» και η προσπάθεια εκδίωξης των μουσουλμάνων της Θράκης οδήγησαν ανακλαστικά στην εθνικιστική συσπείρωση και κινητοποίηση της μειονότητας, οι περισσότεροι έλληνες πολίτες στερούνταν την ουσιαστική εκείνη πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα που θα τους επέτρεπε να τοποθετηθούν αντικειμενικά απέναντι στο πρόβλημα.

Οι διαμαρτυρίες της μειονότητας αποδόθηκαν έτσι αποκλειστικά στην υποκίνηση του τουρκικού προξενείου κι αντιμετωπίστηκαν σαν «κατάχρηση» των (απεριόριστων, υποτίθεται) ελευθεριών της. Οποιος τολμούσε ν’ αναφερθεί στο πραγματικό υπόβαθρο της μειονοτικής δυσαρέσκειας στιγματιζόταν σαν «εθνικά ύποπτος». Εξίσου ανεξήγητη παρέμεινε, για τους πολλούς, και η απότομη ύφεση που ακολούθησε την εφαρμογή της «ισονομίας-ισοπολιτείας» μετά το 1991.

Ολη αυτή η «εθνική» αυτολογοκρισία μάλλον δυσκόλεψε τελικά τη θετική τομή του 1990-91 στο μειονοτικό, καθώς οι εκάστοτε κυβερνώντες έμεναν έκθετοι σε κατηγορίες για «ενδοτισμό», χωρίς να μπορούν (λόγω θέσης) να εξηγήσουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Μοναδικοί κερδισμένοι ήταν οι σκοτεινοί κύκλοι (και των δύο πλευρών) που ζουν από την αλληλοτροφοδότηση του διακοινοτικού μίσους. Και, φυσικά, όσοι υπερπατριώτες αυγάτισαν την ακίνητη περιουσία τους χάρη στα «δάνεια εθνικής σκοπιμότητος».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Χρήστος Ηλιάδης, «Ενα 'απωθημένο αρχείο’: το Συντονιστικό Συμβούλιο Μειονοτικής Πολιτικής Θράκης» (εισήγηση στο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης «Η 'σύντομη’ δεκαετία του ’60», Αθήνα 1.12.2005, http://www.politikinet.gr/conference2005/SYNEDROI/iliadis.html). Συνοπτική παρουσίαση του Σ.Σ.Θ. και της πολιτικής του, με ειδική αναφορά στο πρόγραμμα «διοικητικών παρενοχλήσεων», εξαγοράς μουσουλμανικών γαιών κι εποικισμού που δρομολογήθηκε το 1965-66.

Αριστείδης Γιαννόπουλος – Δημήτρης Ψαρράς, «Το 'ελληνικό 1955’» (περιοδικό «Σχολιαστής», τχ. 85, 3.1990). Ρεπορτάζ για το εθνικιστικό πογκρόμ της 29.1.1990 κατά των μουσουλμάνων της Κομοτηνής και καταγραφή των διακρίσεων της προηγούμενης εικοσαετίας σε βάρος της μειονότητας.

Αλέξης Αλεξανδρής, «Το μειονοτικό ζήτημα, 1954-1987» στο συλλογικό «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1923-1987» (εκδ. Γνώση – ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 1988). Η επίσημη εκδοχή (και) για τη μειονότητα της Θράκης. Διπλωματικός υπάλληλος του ΥΠΕΞ και μέλος του ΕΛΙΑΜΕΠ, ο συγγραφέας καταγγέλλει ως μυθεύματα τους ισχυρισμούς για καταπίεση των μουσουλμάνων (χωρίς να τους περιγράφει) και μας διαβεβαιώνει ότι «δεν υπήρξαν προγράμματα δημογραφικών ανακατατάξεων στις 'ευαίσθητες’ περιοχές της χώρας» (σ.524).

Ζαφείριος Μέκος, «Θράκη. Συνιστώσες του μειονοτικού προβλήματος» (εκδ. Ηρόδοτος – Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης, Αθήνα-Κομοτηνή 1995). Τυπικό δείγμα γραφής του κυρίαρχου εθνικιστικού λόγου: εξιδανίκευση της κρατικής πολιτικής κι αντιστροφή της πραγματικότητας, ώστε τα αποτελέσματα των (αποσιωπούμενων) «διοικητικών ενοχλήσεων» να «τεκμηριώνουν» την «αντικοινωνικότητα» των μειονοτικών.


ΔΕΙΤΕ

Κώστα Γαβρά, «Χάννα Κ.» («Hanna K.», 1982). Καταγγελία της πολιτικής απαλλοτριώσεων κι αναγκαστικής εξαγοράς παλαιστινιακών ακινήτων από τις ισραηλινές αρχές στη Δυτ. Οχθη του Ιορδάνη.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 19/2/2006)

 

www.iospress.gr