ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

 

Βία χωρίς όνομα!
 

Είναι αλήθεια πως τούτες τις μέρες οι Παπαληγούρας -Βουλγαράκης έχουν άλλα τρεξίματα. Η συζήτηση, ωστόσο, του νομοσχεδίου για την ενδο-οικογενειακή βία δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Σε τελική ανάλυση, είναι ένα ζήτημα σαφέστερο από τις υποκλοπές.

 

Είναι αλήθεια πως τούτες τις μέρες οι Παπαληγούρας -Βουλγαράκης έχουν άλλα τρεξίματα. Η συζήτηση, ωστόσο, του νομοσχεδίου για την ενδο-οικογενειακή βία δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Σε τελική ανάλυση, είναι ένα ζήτημα σαφέστερο από τις υποκλοπές.

Το νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας είναι έτοιμο και αναμένεται η συζήτησή του στη Βουλή. Την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών (25 Νοεμβρίου) επέλεξε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Α. Παπαληγούρας, να το παρουσιάσει, ενώ την ίδια ακριβώς ημέρα πριν από έναν χρόνο (25.11.2004) έντεκα γυναίκες βουλευτές της Ν.Δ. είχαν καταθέσει πρόχειρη πρόταση νόμου με το ίδιο αντικείμενο.

Καθώς οι συμβολισμοί έχουν τη σημασία τους, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να πείσει ότι με το νομοσχέδιο που φέρνει στη Βουλή απαντά σε μια σοβαρή θεσμική εκκρεμότητα: τη νομοθετική ρύθμιση του προβλήματος της βίας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στο πλαίσιο της οικογένειας. Το μήνυμα ωστόσο που εκπέμπεται ταυτόχρονα από τα υπουργικά -και όχι μόνο- χείλη είναι ότι το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει την υποχρέωση της πολιτείας για την προστασία της οικογένειας και την ειρηνική συμβίωση των μελών της.

Διόλου τυχαία, ένα νομοθέτημα που «θα διασφαλίζει τη γαλήνη της οικογένειας» υποσχέθηκε ο κ. Παπαληγούρας σε πρόσφατη τοποθέτησή του στη Βουλή. Μένει να δούμε τι ακριβώς επιχειρείται με το προτεινόμενο για ψήφιση νομοσχέδιο.

Είναι βέβαιο πως η κατάθεση ενός νομοσχεδίου για την ενδοοικογενειακή βία συνιστά σταθμό σε μια υπόθεση που εκκρεμεί εδώ και καιρό. Πάγιο αίτημα φεμινιστικών και γυναικείων οργανώσεων, η θεσμική αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών στο εσωτερικό της οικογένειας παρουσίασε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις των (εκάστοτε) αρμοδίων ότι επίκειται η λύση του προβλήματος. Τα τελευταία ωστόσο χρόνια, η διάσταση λόγων και έργων -κι αυτό αφορά λίγο πολύ ολόκληρο το πολιτικό φάσμα- εμφανιζόταν ακόμη μεγαλύτερη: καθώς η ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών είχε πια αποκτήσει ρητό περίγραμμα και γινόταν όλο και περισσότερο αντιληπτή ως κοινωνικό πρόβλημα, η ανυπαρξία μιας κάποιας θεσμικής αποτύπωσης και αντιμετώπισής της φάνταζε σαν ένας ασυγχώρητος αναχρονισμός.

Νομοσχέδιο-φάντασμα

Ούτως ή άλλως, η συγκεκριμένη νομοθετική υστέρηση αμαύρωνε την εικόνα της χώρας στους διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Πρόσφατα ακόμη, η αρμόδια επιτροπή του ΟΗΕ εγκαλούσε την Ελλάδα για έλλειψη ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων που να ποινικοποιούν την ενδοοικογενειακή βία και τον συζυγικό βιασμό. Στο κλίμα αυτό, ήταν προφανές ότι το νομοθετικό κενό έπρεπε πλέον να καλυφθεί. Και μάλιστα σύντομα.

Η τελευταία φάση της όλης υπόθεσης ξεκινάει τον Ιανουάριο του 2000, όταν με απόφαση του τότε υπουργού Εσωτερικών συγκροτήθηκε διυπουργική επιτροπή για να μελετήσει το πρόβλημα και να συντάξει σχετικό νομοσχέδιο. Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στον υπουργό Εσωτερικών τον Οκτώβριο του 2002, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέλαβε την τελική επεξεργασία του.

Εκτοτε αγνοούνταν τα ίχνη του, έως ότου, πολύ μετά την αλλαγή της κυβέρνησης, η πρόεδρος της επιτροπής και γραμματέας Ισότητας επί ΠΑΣΟΚ, Ε. Μπέκου, δήλωσε ότι δεν έγινε δυνατό να κατατεθεί το νομοσχέδιο στη Βουλή λόγω της προκήρυξης των εκλογών τον Ιανουάριο του 2004. Οπως και να έχει, το νομοσχέδιο αυτό υπήρξε ένα συνεκτικό νομοθέτημα 34 άρθρων το οποίο, όπως προκύπτει και από την εισηγητική του έκθεση, επιχειρούσε να ορίσει τη βία κατά των γυναικών, προσέγγιζε τις αιτίες που την προκαλούν ως απόρροια των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και πρότεινε συγκεκριμένες μεθόδους αντιμετώπισης και πρόληψής της.

Οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που σήμερα εγκωμιάζουν με κάθε ευκαιρία το νομοσχέδιό «τους» δεν έχουν δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «δεν πρόλαβε» να το ψηφίσει. Εξάλλου, ακόμη και επί κυβέρνησης Ν.Δ. αρνήθηκαν, όταν προκλήθηκαν σχετικά, να το καταθέσουν προς συζήτηση.

Το ουδέτερο φύλο της βίας

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση αγνόησε συστηματικά την ύπαρξη του έτοιμου νομοσχεδίου. Στο μεταξύ, καθώς είχαν πια πυκνώσει και οι διαμαρτυρίες των ενδιαφερόμενων οργανώσεων για την καθυστέρηση, έντεκα βουλευτές της Ν.Δ., όλοι γυναίκες, κατέθεσαν στις 25 Νοεμβρίου 2004 μία και μοναδική παράγραφο την οποία βάφτισαν «Πρόταση νόμου για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας». Μερικούς μήνες αργότερα ανακοινωνόταν από τη Γραμματεία Ισότητας και το υπουργείο Εσωτερικών η συγκρότηση ομάδας εργασίας για την επεξεργασία ενός νέου νομοσχεδίου.

Τον Ιούλιο του 2005, η ομάδα έκανε γνωστό ότι στα στενά χρονικά όρια που διέθετε δεν μπόρεσε να συντάξει σχέδιο νόμου και αντ' αυτού επέλεξε να υποβάλει «Πόρισμα με τις βασικές διαπιστώσεις και προτάσεις της».

Το πόρισμα δέχθηκε σφοδρή κριτική από φεμινιστικές και γυναικείες οργανώσεις, η οποία επικεντρώθηκε σε δύο κυρίως σημεία: την ανομολόγητη πλην σαφή πρόθεσή του να στηρίξει πάση θυσία την οικογένεια και την πρότασή του για εισαγωγή ενός συστήματος ποινικής διαμεσολάβησης μεταξύ των διαδίκων.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο απορρίφθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου των έντεκα βουλευτών της Ν.Δ., ενώ αναγγέλθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης ως επικείμενη η κατάθεση ενός πλήρους νομοσχεδίου («Ιός» 15.11.05). Το νομοσχέδιο παρουσιάστηκε τελικά από τον κ. Παπαληγούρα τον Νοέμβριο: ο θεσμός της δικαστικής διαμεσολάβησης, η αναγνώριση του βιασμού εντός γάμου, η απαγόρευση της σωματικής βίας εις βάρος των ανηλίκων ως μέσου σωφρονισμού και η επέκταση των μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας σε περιπτώσεις σταθερής συμβίωσης χωρίς γάμο διαφημίστηκαν από τον υπουργό ως σημαντικές τομές που εισάγονται με το νέο νομοθέτημα.

Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά: το προτεινόμενο νομοσχέδιο όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα το οποίο έρχεται να επιλύσει, αλλά αρνείται ακόμη και να το κατονομάσει. Στην πραγματικότητα, βρίσκεται πιο πίσω ακόμη και από το (ήδη προβληματικό) πόρισμα που επεξεργάστηκε η ομάδα εργασίας του υπουργείου Εσωτερικών. Η βία εις βάρος των γυναικών δεν γίνεται αντιληπτή ως κοινωνικό πρόβλημα, αντιθέτως διαχέεται μέσα σε ένα αδιαφοροποίητο σύνολο βίαιων συμπεριφορών που σημειώνονται στο εσωτερικό της οικογένειας. Στη λογική αυτή, τα (ενήλικα) μέλη της οικογένειας ενδέχεται να εναλλάσσονται στον ρόλο εκείνου που κακοποιεί και εκείνου που κακοποιείται. Συνεπές με την εξαιρετικά παρωχημένη αυτή πρόσληψη της βίας, το νομοσχέδιο του κ. Παπαληγούρα αναθέτει στον ρυθμιστικό ρόλο της πολιτείας την «αρμονική συμβίωση» των προσώπων στο πλαίσιο της οικογένειας και ξεκαθαρίζει ρητά ότι «δεν επιδιώκει να παρέμβει στην ιδιωτική ζωή των μελών της και δεν θίγει ήθη, αξίες και αρχές, όπως αυτές διαμορφώνονται στην ελληνική κοινωνία».

Από την αρχική αυτή παραδοχή προκύπτουν και οι επιμέρους ρυθμίσεις: ποινικοποιούνται μόνον οι «σοβαρότερες και επαχθέστερες» μορφές βίας, ο θεσμός της διαμεσολάβησης δείχνει να διευκολύνει τον δράστη, καθώς αναστέλλει τη δίωξή του εφόσον δώσει το «λόγο της τιμής» του ότι δεν θα επαναλάβει τη βίαιη πρακτική του, ενώ η «αρωγή των θυμάτων» παραμένει κενό γράμμα. Στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται ο συζυγικός βιασμός, καθώς και η επέκταση των μέτρων στις περιπτώσεις συμβίωσης χωρίς γάμο, προδίδουν την αμήχανη προσπάθεια εναρμονισμού με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές νομοθεσίες και σχετίζονται με τις συγκεκριμένες πιέσεις που έχουν ασκηθεί στη χώρα από αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς.

Στήριξη των γυναικών ή στήριξη της οικογένειας; Γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις έχουν ήδη διατυπώσει ρητά και τεκμηριωμένα τις αντιρρήσεις τους για το προτεινόμενο νομοθέτημα. Η επικείμενη συζήτηση στη Βουλή θα δείξει κατά πόσον (και από ποιες/ποιους) υπάρχει η πολιτική βούληση ώστε η βία κατά των γυναικών στο εσωτερικό της οικογένειας να αποκτήσει και πάλι το όνομά της.
 

Συσχετισμοί ισχύος

Η νομικός Μαρίνα Μεϊδάνη αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας εις βάρος των γυναικών στις υποθέσεις Οικογενειακού Δικαίου με τις οποίες ασχολείται. Της ζητήσαμε να μας μιλήσει για τη σημερινή εικόνα του κοινωνικού αυτού προβλήματος, όπως προκύπτει και από την προσωπική της εμπειρία στη νομική εκπροσώπηση γυναικών που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία.

Μαρίνα Μεϊδάνη: Εκείνο που θα ήθελα να σημειώσω είναι ότι οι γυναίκες νιώθουν πλέον περισσότερο έτοιμες να ξεστομίσουν το «απίστευτο μυστικό», ότι ευκολότερα αξιολογούν αυτό που τους συμβαίνει ως πρόβλημα, ως κοινωνικό φαινόμενο. Θα έλεγα ότι υπάρχει στις ημέρες μας μια υποτυπώδης συνειδητοποίηση. Δεν είναι λίγο. Πρόκειται για μια διαδικασία που έχει πολύ δρόμο πίσω της.

ΕΡ.: Εχει γίνει κοινά αποδεκτό ότι οι δράστες δεν έχουν κάποια ειδικά χαρακτηριστικά (κοινωνικά, μορφωτικά, ηλικιακά κ.ο.κ.). Η διαπίστωση αυτή συμφωνεί με το δείγμα σας;

ΑΠ.: Απολύτως. Εκείνο ωστόσο που είναι χρήσιμο να ειπωθεί είναι πως σε συγκεκριμένες περιόδους, σε πολύ ειδικές συγκυρίες, εμφανίζεται μεγαλύτερη προσέλευση γυναικών που θέλουν να δώσουν ένα τέλος στο πρόβλημα. Οταν, παραδείγματος χάριν, ήταν σε εξέλιξη η υπόθεση του χρηματιστηρίου, τα περιστατικά παρουσίασαν αίφνης μια ιδιαίτερη πύκνωση. Καθώς σε κάθε περίπτωση, αφού ακούσω τις περιγραφές της κακοποίησης, προσπαθώ να αντιληφθώ τι ακριβώς συμβαίνει, έφτανα πολύ σύντομα σε ένα οικονομικό ζήτημα: ο σύζυγος είχε χάσει λεφτά στο χρηματιστήριο και οι οικογενειακές οικονομίες είχαν εξανεμιστεί. Σήμερα, που παρατηρείται ένα νέο κύμα, έχουμε και πάλι ένα οικονομικό υπόβαθρο, μολονότι η κακοποίηση είναι μακρόχρονη και δεν συμπίπτει με την οικονομική κρίση. Αλλά στην κρίση παρατηρείται έξαρση και οι γυναίκες αποφασίζουν πιο εύκολα να δημοσιοποιήσουν το πρόβλημα. Τότε ήταν το χρηματιστήριο, τώρα είναι η υπερχρέωση από κάρτες και δάνεια. Τα τρέχοντα περιστατικά με τα οποία ασχολούμαι έχουν ένα δάνειο από κάτω.

ΕΡ.: Οπως και να έχει, οι γυναίκες λένε σήμερα πολύ πιο εύκολα «φτάνει πια»;

ΑΠ.: Αν κρίνω από το δείγμα μου, η απάντηση είναι καταφατική. Σήμερα οι γυναίκες νιώθουν ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανταπόκριση στο αίτημά τους, ότι μπορούν να απευθυνθούν κάπου όπου θα ακουστούν είτε πρόκειται για καταφύγιο είτε για δικηγόρο κ.ο.κ. Εχουν ν' αρχίσουν από κάπου. Κι αυτό γιατί ό,τι τους συμβαίνει είναι φαινόμενο χαρακτηρισμένο, αναγνωρισμένο κοινωνικά, για το οποίο έχουν ακούσει στην τηλεόραση ή έχουν διαβάσει στις εφημερίδες. Ξέρουν ότι με το πρόβλημα ασχολούνται κάποιες μη κυβερνητικές οργανώσεις, κοινωνικές υπηρεσίες ή δήμοι.

ΕΡ.: Υποστηρίζεται ότι το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας εις βάρος των γυναικών παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια αύξηση. Ποια είναι η εντύπωσή σας;

ΑΠ.: Δεν το πιστεύω. Απλώς τώρα γίνεται αντιληπτό ως κοινωνικό πρόβλημα. Και στιγματίζεται ως βία κατά των γυναικών. Ισως όχι πάντοτε με την ορολογία αυτή, αλλά πάντως κανείς πια δεν αμφισβητεί την ύπαρξή του και δεν το εκλαμβάνει ως μια δυσάρεστη αλλά λίγο πολύ αναμενόμενη συμπεριφορά.

ΕΡ.: Παρατηρείτε, επομένως, μια βελτίωση.

ΑΠ.: Πολύ μεγάλη. Εκείνο που ακόμη εκκρεμεί είναι να μάθουν οι γυναίκες τα δικαιώματά τους. Δεν είναι δυνατόν να με ρωτάει μια γυναίκα 35 ετών αν έχει δικαίωμα να βγει για καφέ με μια φίλη της, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο άντρας της -που την κακοποιεί- της τηλεφωνεί διαρκώς στο κινητό για να ξέρει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται. Είναι αλήθεια ότι για να φτάσει μια γυναίκα στο δικηγόρο ή να σηκώσει το τηλέφωνο μιας γραμμής SOS ή του Εθνικού Κέντρου Αμεσης Κοινωνικής Βοήθειας έχει ήδη διανύσει πολύ δρόμο. Απομένει ωστόσο μακρύς ακόμη δρόμος μέχρις ότου μπορέσει να καταφύγει σε νομικοδικαστικές ενέργειες και να νιώσει ότι αυτά που κάνει τα δικαιούται. Οτι πρόκειται για κινήσεις που προβλέπονται από το νόμο, ότι δηλαδή είναι η ίδια υποκείμενο δικαιωμάτων, ότι με μια λέξη είναι πολίτις. Στο θέμα αυτό πολύ συχνά οι γυναίκες χρειάζονται ενίσχυση, ψυχολογική στήριξη ή κάποιον που θα τους μιλήσει για τα δικαιώματά τους μέσα από μερικά απλά μαθήματα αγωγής του πολίτη, για την ακρίβεια της πολίτιδος. Μου τυχαίνει να μιλώ για τα ζητήματα αυτά τόσο με τις ίδιες τις γυναίκες όσο και με τους αδελφούς τους - γιατί σε πολλές περιπτώσεις η γυναίκα συνοδεύεται και υποστηρίζεται από τον αδελφό της.

ΕΡ.: Εχετε αντιδράσεις από τους άντρες των γυναικών που καταφεύγουν στη βοήθειά σας;

ΑΠ.: Σε ορισμένες περιπτώσεις έχω παρατηρήσει μια τάση να με προσεταιριστούν, σαν να θεωρούν αυτονόητο ότι δεν μπορεί παρά να είμαι μαζί τους. Ο σύζυγος μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου, γιατρός ο ίδιος, μου πρότεινε να βαφτίσω το μικρότερο παιδί τους. Είναι σαν να μου ζητούν να αναγνωρίσω το δικαίωμά τους να κακοποιούν τη γυναίκα τους. Δεν γίνεται να είμαι με κάποια που τρώει ξύλο, αλλά με εκείνον που τη συνεφέρνει, τη σωφρονίζει. Γιατί ως επί το πλείστον θεωρούν ότι δικαιούνται να το κάνουν. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο διάστημα έχουν πείσει κι εκείνες ότι το δικαιούνται.

ΕΡ.: Και τι γίνεται όταν τελειώνει η νομική/δικαστική αντιμετώπιση της υπόθεσης;

ΑΠ.: Τα πράγματα δεν είναι πάντοτε απλά. Σε ένα πρόσφατο περιστατικό, ο άντρας συνέχισε να παρενοχλεί τη γυναίκα και μετά τη διάσταση. Υστερα από ένα διάστημα που έμεινε στη μητέρα της, η γυναίκα εγκαταστάθηκε με τα παιδιά σε δικό της σπίτι. Το βράδυ των γενεθλίων της, κι ενώ είχαν φύγει οι φίλοι της, ο πρώην άντρας της εμφανίστηκε και την κακοποίησε την ώρα που τα παιδιά κοιμούνταν. Η γυναίκα πήγε στο νοσοκομείο για να διαπιστωθεί ο ξυλοδαρμός και μετά υπέβαλε μήνυση. Εκείνο που έχει σημασία σε κάθε περίπτωση είναι να γίνει προσπάθεια ώστε να συγκεντρωθεί το αποδεικτικό υλικό που θα βοηθήσει στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης. Και στο σημείο αυτό όλοι οι εμπλεκόμενοι -γιατροί, νοσοκομεία, προνοιακοί φορείς, ομάδες στήριξης- πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί. Τα αποτυπώματα που αφήνουν αυτές οι ιστορίες πρέπει να μπορούν να ανιχνευτούν.

ΕΡ.: Μιλήστε μας για κάποιο περιστατικό που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

ΑΠ.: Πρόκειται για μια γυναίκα που γνώρισε τον άντρα της πολύ νέα, όταν ήταν φοιτήτρια. Η κοπέλα έμεινε έγκυος, παντρεύτηκαν κι εκείνη εγκατέλειψε τις σπουδές της. Ακολούθησαν άλλα δύο παιδιά. Πριν από κάποια χρόνια η γυναίκα έχασε το φως της. Το πρόβλημα άρχισε από το ένα μάτι, χειρουργήθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αιτία της τύφλωσης, η κακοποίηση. Τη χτυπούσε στο πρόσωπο, γι' αυτό και έχει πρόβλημα και στα δόντια και στα αφτιά. Τριάντα χρόνια γάμος, τριάντα χρόνια κακοποίηση. Κυρίως της ίδιας, αλλά και των παιδιών. Οχι διαμιάς. Αλλά επαναλαμβανόμενη κακοποίηση, που κάποια στιγμή οδήγησε στην τύφλωση. Συνέχισε να την χτυπά στο πρόσωπο και ως τυφλή. Ο άνθρωπος αυτός κατέχει υψηλή κοινωνική θέση, αυτό που ονομάζω «επάγγελμα γοήτρου και κύρους».

ΕΡ.: Πού οφείλεται εντέλει η ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών;

ΑΠ.: Θα έλεγα ότι η οικογένεια είναι ένα πλαίσιο συσχετισμού ισχύος. Η βία που υφίστανται οι γυναίκες σχετίζεται με τον συγκεκριμένο συσχετισμό. Οσο περνάει ο καιρός και αλλάζουν οι συνθήκες, αποδεικνύεται ότι και οι γυναίκες, όταν βρεθούν σε θέση εξουσίας, συμπεριφέρονται αντιστοίχως. Αρκεί να θυμηθούμε τις φωτογραφίες από το Αμπου Γκράιμπ. Εκτός κι αν υποστηρίζουμε ότι από τη φύση τους οι γυναίκες είναι παθητικές και οι άνδρες βίαιοι. Ακούω συχνά από φοιτητές και φοιτήτριες στο πανεπιστήμιο ότι πηγή αυτής της ανισότητας είναι η σωματική δύναμη των ανδρών. Προσπαθώντας να τους εξηγήσω ότι πρόκειται για κάτι διαφορετικό, τους ζητώ να φανταστούν τον Κώστα Σημίτη και την Ντόρα Μπακογιάννη να παλεύουν. Οπως και να έχει, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις περιλαμβάνουν και πρόσωπα εκτός των δύο συζύγων. Γι' αυτό, ένας νόμος για την ενδοοικογενειακή βία πιστεύω ότι πρέπει να αντιμετωπίζει με ευρύτητα το πρόβλημα. Σε μια οικογένεια μπορεί να κακοποιείται και η πεθερά, για παράδειγμα, ή και ο πεθερός που έχει άνοια και ενοχλεί. Να γίνεται ειδική μνεία στη βία κατά των γυναικών, αλλά να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το πλέγμα των ενδοοικογενειακών σχέσεων όπως αποτυπώνονται στον σημερινό συσχετισμό ισχύος μεταξύ των φύλων. Θα μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιηθεί ο χαρακτηρισμός του ευάλωτου ατόμου, όπως γίνεται με το τράφικινγκ.
Πιστεύω ότι ιδιαίτερη έμφαση στη βία κατά των γυναικών πρέπει να δοθεί στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου, όπου εξηγείται και το σκεπτικό βάσει του οποίου συντάσσεται το νομοθέτημα, καθώς και στη συζήτηση που θα προηγηθεί της ψήφισής του στη Βουλή.




Αστυνομικές διευθετήσεις


Αν πιστέψουμε τον κ. Βουλγαράκη, η ΕΛ.ΑΣ. έχει αλλάξει πρόσωπο σε ό,τι αφορά τη στάση των υφισταμένων του απέναντι στις γυναίκες που υφίστανται ενδοοικογενειακή βία.

Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξουμε αν συμβουλευτούμε την μπροσούρα με τίτλο «Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», επίσημη έκδοση της Ελληνικής Αστυνομίας (Απρίλιος 2005). Η εμπειρία ωστόσο πολλών γυναικών που καταφεύγουν στη αστυνομία για να καταγγείλουν την κακοποίησή τους έρχεται να αμφισβητήσει την εξωραϊσμένη εικόνα μιας «εκσυγχρονισμένης», υποτίθεται, υπηρεσίας που καλλιεργεί η ηγεσία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης.

Νωπή είναι ακόμη η καταγγελία για την αδιαφορία που επέδειξαν οι υπεύθυνοι του Α.Τ. Αγίων Αναργύρων όταν τους ζητήθηκε να ασχοληθούν με ένα περιστατικό βαρύτατης συζυγικής κακοποίησης.

Το πρόβλημα είναι γνωστό: συχνά οι αστυνομικοί υποβαθμίζουν τη σημασία της ιστορίας που τους αφηγούνται τα θύματα της κακοποίησης και, κινούμενοι λίγο πολύ στη λογική του νομοσχεδίου του κ. Παπαληγούρα, συμβουλεύουν τις γυναίκες να «δώσουν τόπο στην οργή» προκειμένου να «σώσουν» την οικογένειά τους. Εκείνο που δεν είναι γνωστό είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αστυνομικοί, συνειδητά ή μη, φροντίζουν να απαλείψουν τα ίχνη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Αρκεί μια ματιά στα βιβλία συμβάντων για να αντιληφθούμε ότι στην αστυνομική ορολογία η ενδοοικογενειακή κακοποίηση μεταφράζεται σε «οικογενειακό επεισόδιο» μεταξύ «δύο ατόμων». Τα πρόσωπα παραμένουν χωρίς φύλο και η φύση της «διαφοράς» τους ασαφής.

Υπάρχουν ασφαλώς και χειρότερα: Προ καιρού, η Κ. Ζ. δέχθηκε επίθεση από τον εν διαστάσει σύζυγό της. Ο άντρας προσπάθησε να παραβιάσει με κλοτσιές την πόρτα του διαμερίσματός της. Εβριζε και απειλούσε. Τα παιδιά ξύπνησαν και άρχισαν να κλαίνε τρομοκρατημένα, ενώ κάποιοι γείτονες έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Η Κ. Ζ. τηλεφώνησε στην αστυνομία και σε λίγο έφτασε ένα περιπολικό. Ο άντρας είχε μόλις φύγει. Ο αστυνομικός διαπίστωσε τις ζημιές στην πόρτα, συνομίλησε μαζί της, τη ρώτησε αν επιθυμεί να υποβάλει μήνυση και ανέλαβε να βρει το σύζυγό της για να του γίνει σύσταση.

Υστερα από μερικές ημέρες, η Κ. Ζ. ζήτησε βεβαίωση του περιστατικού από τη Διεύθυνση Αμεσης Δράσης της ΓΑΔΑ. Της χορηγήθηκε «Απόσπασμα του ημερησίου δελτίου» του περιπολικού το οποίο ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Ωρα 23.27. Διεύθυνση... Ενοχλητικό άτομο. Ωρα 23.29. Προς Κέντρο. Αφιξη. Αναφέρω στο σημείο ουδείς μας ανέμενε και ουδέν διαπιστώθηκε. Ενημερώθηκε το Κέντρο». Ουδείς, λοιπόν, τους ανέμενε και ουδέν διαπιστώθηκε.

Η Κ. Ζ. επανέρχεται με νέα αίτηση-ένσταση, στην οποία αφηγείται με λεπτομέρειες τα γεγονότα, σημειώνει ονόματα μαρτύρων (γειτόνων) που ήταν παρόντες στη σκηνή και καταλήγει ζητώντας τα ονόματα των αστυνομικών που χειρίστηκαν την υπόθεση. Στην απάντησή του, ο υπεύθυνος υποδιευθυντής αναφέρει ότι, σύμφωνα με το αρχείο της υπηρεσίας, το 100 δέχθηκε τηλεφώνημα από άτομο που δήλωσε ότι ονομάζεται Κ. Ζ. και κατήγγειλε ότι «ενοχλητικό άτομο προσπαθεί να σπάσει την πόρτα», αλλά ότι ο αστυφύλακας που ανέλαβε το περιστατικό λείπει σε άδεια.

Στην τελική της απάντηση, η αστυνομική διεύθυνση περιγράφει επιτέλους το περιστατικό: «Εκ παραδρομής ο αστυφύλακας ... ανέγραψε στην αρχική του εγγραφή ότι ουδείς στο σημείο ανέμενε και ουδέν διαπιστώθη, ενώ το σωστό είναι ότι στην είσοδο του διαμερίσματος τον ανέμενε η Κ. Ζ. που του δήλωσε ότι είχε βίαιο επεισόδιο με τον εν διαστάσει σύζυγό της, ο οποίος είχε μεταβεί στο σημείο πιωμένος και την απειλούσε κλοτσώντας την πόρτα του διαμερίσματός της, ενώ τα δύο παιδιά της ούρλιαζαν από το φόβο τους. Ο επιληφθείς αστυνομικός [...] διαπίστωσε φθορές στην πόρτα εισόδου. Εγένοντο υποδείξεις και αναζητήσεις του εν λόγω ατόμου [του συζύγου] πλην όμως δεν ανευρέθη».

Είναι προφανές ότι, αν η Κ. Ζ. δεν είχε επιμείνει, τα ίχνη του «επεισοδίου» θα είχαν χαθεί. Επρεπε να επανέλθει επικαλούμενη και τη μαρτυρία των γειτόνων της για να δεήσει η υπηρεσία να «θυμηθεί» τι ακριβώς είχε συμβεί.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Chris Corrin
«La violence masculine contre les femmes: resistance et recherche feministes»
(περιοδικό «Nouvelles Questions Feministes» 3-4/18 (1997), σ. 9-47)
Φεμινιστικές αναγνώσεις της βίας εις βάρος των γυναικών. Αμφισβήτηση των προσεγγίσεων που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες ως παθητικά θύματα.

Jalna Hammer
«Βία και κοινωνικός έλεγχος των γυναικών»
(μετάφραση Γεωργία Παπαγεωργίου, περιοδικό «Σκούπα» 2/1979, σ. 80-93)
Από τις πρώτες θεωρητικές απόπειρες κατανόησης του χαρακτήρα της ανδρικής βίας εις βάρος των γυναικών. Η έκταση του κοινωνικού αυτού φαινομένου, ο ρόλος του κράτους, η διαπλοκή φύλου και τάξης.

Ignacio Ramonet
«Οι άνδρες βλάπτουν σοβαρά τις γυναίκες»
(«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 25.07.2004)
Οι τρομακτικές διαστάσεις της ενδοοικογενειακής κακοποίησης των γυναικών στην Ευρώπη. Πρόταση για τη συγκρότηση ενός μόνιμου διεθνούς δικαστηρίου για τη βία κατά των γυναικών.

Καίτη Παπαρρήγα- Κωσταβάρα
«Νομοσχέδιο για την "ενδοοικογενειακή βία". Δεν λύνει το πρόβλημα, αντίθετα δημιουργεί προβλήματα»
(εφ. «Η Εποχή», 18.12.2005, http://www.epohi.gr)
Κριτική του νομοσχεδίου τόσο ως προς το γενικό πνεύμα του (πάση θυσία στήριξη της οικογένειας) όσο και ως προς τις επιμέρους διατάξεις του. Εμφαση στο θεσμό της διαμεσολάβησης.

 


ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

www.femnetsalonica.gr
Η πλούσια σε πληροφορίες ιστοσελίδα του Δικτύου Γυναικών Θεσσαλονίκης. Οι δραστηριότητες της Πρωτοβουλίας Γυναικών Ενάντια στην Κακοποίηση και τα υλικά της συζήτησης για τη νομοθετική ρύθμιση της ενδοοικογενειακής βίας. Βλ. -μεταξύ άλλων- την κριτική του νομοσχεδίου από τη δικηγόρο Αθηνά Γιούλιαρου.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 12/2/2006)

 

www.iospress.gr