ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΑΡΡΟΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΡΡΟΙΑΣ

 

Οι ρεπόρτερ με τα μαύρα
 

Μέχρι τις γιαγιάδες των μελών του "αντιεξουσιαστικού χώρου" γνωρίσαμε τις τελευταίες μέρες. φρόντισαν όπως πάντα να μας ενημερώσουν οι παραγωγοί ειδήσεων του "εξουσιαστικού χώρου".

 

Τελικά ο κ. Βουλγαράκης πήρε την εκδίκησή του. Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας από το διασυρμό που υπέστη ο πολυδιαφημισμένος υπουργός Δημόσιας Τάξης για τον τρόπο που χειρίστηκε το πρωτοφανές σκάνδαλο με τις ανακρίσεις των Πακιστανών μεταναστών στην Αθήνα και να που επέστρεψε στα πρωτοσέλιδα νικητής και τροπαιούχος. Φρόντισε να αδράξει την ευκαιρία που του δόθηκε με τη ληστεία στο κέντρο της Αθήνας στις 16 Ιανουαρίου και έθεσε σε λειτουργία το μηχανισμό αποκατάστασης της δημόσιας τάξης και του υπουργού της.

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι εκείνοι που συντάχθηκαν δίπλα του για ν’ αποκαταστήσει τη χαμένη του τιμή είναι οι ίδιοι που λίγες μέρες νωρίτερα τον είχαν υποχρεώσει να κρύβεται: οι δημοσιογράφοι. Η μέθοδος που ακολούθησε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης ήταν γνωστή και δοκιμασμένη. Ενεργοποιήθηκε ο επικοινωνιακός μηχανισμός που είχε δουλέψει το καλοκαίρι του 2002 για να στηρίξει τις συλλήψεις για την υπόθεση της 17Ν, αψηφώντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμπλέκοντας συλλήβδην ασχέτους και υπόπτους, με μοναδικό κριτήριο την ανάδειξη των αντιτρομοκρατικών επιδόσεων. Αλλά τότε είχαμε μια ένοπλη οργάνωση φάντασμα -έστω και ημιπαροπλισμένη- και το «εθνικό στοίχημα» των Ολυμπιακών. Τώρα τι έχουμε;

Μια απλή ληστεία, απ’ αυτές που περνούν κατά δεκάδες στα ψιλά της ενημέρωσης, αναβαπτίζεται σε κύριο πολιτικό ζήτημα, μονοπωλεί το χρόνο των καναλιών και κινητοποιεί όλους τους δαιμόνιους ρεπόρτερ της χώρας. Απόδειξη για την πραγματική αξία της υπόθεσης είναι ότι μόλις χιόνισε, η υπόθεση εξαφανίστηκε από την ειδησεογραφία. Ακόμα και η απολογία του τρομερού ληστή-τρομοκράτη δεν θεωρήθηκε άξια αναφοράς. Βλέπετε, οι ρεπόρτερ που ήθελαν να εξάρουν τον κ. Βουλγαράκη και το έργο του έπρεπε τώρα να ακολουθούν το υπουργικό τζιπ στην εθνική.

Ληστεία νοημοσύνης

Η υπόθεση δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία -άλλωστε όλη η πολιτική έχει μεταμορφωθεί σε επικοινωνιακό παιχνίδι- αν δεν σηματοδοτούσε μια επιστροφή σε πρακτικές των μηχανισμών ασφαλείας που υποτίθεται ότι είχαν εγκαταλειφθεί εδώ και τριάντα χρόνια, από την πτώση δηλαδή της δικτατορίας. Και το χειρότερο είναι ότι στην πρώτη γραμμή τούτη τη φορά δεν βρίσκονται χαφιέδες, πληροφοριοδότες ή προβοκάτορες, όπως τότε. Το ρόλο αυτό δέχονται πρόθυμα να παίξουν τα μέσα ενημέρωσης.

1. Από την πρώτη στιγμή άρχισαν τα κανάλια να μιλούν για «αναρχικούς», για «αντιεξουσιαστικό χώρο» κ.λπ., ενώ η αστυνομία τηρούσε απόλυτη (υποτίθεται) σιωπή. Φυσικά διοχέτευε ό,τι ήθελε και όπου ήθελε, αλλά την ευθύνη των υποτιθεμένων αποκαλύψεων είχαν τα έντυπα και τηλεοπτικά βαποράκια.

2. Για να απλώσει η υπόθεση παρουσιάστηκαν έρευνες της αστυνομίας σε σπίτια, με τη συνοδεία της κάμερας και του ρεπόρτερ που σχολίαζε: «Οι αστυνομικοί γνωρίζουν ότι οι συνεργάτες του Γιάννη Δημητράκη είναι οπλισμένοι σαν αστακοί και αποφασισμένοι να πουλήσουν ακριβά την ελευθερία τους» (Mega 19.1).

3. Αρκούσε η συμβολική και μυστηριώδης παρουσία του κ. Διώτη για να επιβεβαιωθεί -χωρίς να ομολογηθεί επισήμως- η συσχέτιση της υπόθεσης με τρομοκρατία: «Oπως στον Ευαγγελισμό με τον Ξηρό», θυμίζει ο Νίκος Κακαουνάκης (Alpha 20.1). Οι γιάφκες δίνουν και παίρνουν. Μέχρι τρεις έχουν ανακαλύψει κανάλια και εφημερίδες. Το ίδιο και τα ποσά στις θυρίδες, που αυγατίζουν από 40 σε 500 χιλιάδες ευρώ μέσα σε λίγα λεπτά.

4. Υπάρχουν όμως κι άλλες συμπτώσεις για τον τρόπο που μπλέχτηκαν τα μέσα ενημέρωσης με την αντιτρομοκρατική το 2002. Οπως η αποκάλυψη ενός ρεπόρτερ ότι έζησε δύο μέρες με κάποιον από τους εμπλεκόμενους πριν αποφασίσει να τον «προσαγάγει» η Ασφάλεια (Βαξεβάνης στον Alpha 20.1). Το ίδιο είχε συμβεί με συγγενείς του Σάββα Ξηρού πριν προσαχθούν. Είχαν τότε απολαύσει τη φιλοξενία του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου. Και στις δύο περιπτώσεις, προηγήθηκε η συνέντευξη κι ακολούθησε η εξέταση στην Ασφάλεια.

5. Εφημερίδες και κανάλια συνδέουν την υπόθεση με τη δολοφονία του ειδικού φρουρού στην Κηφισιά και την πυρπόληση του σπιτιού του κ. Βουλγαράκη, χωρίς να προκύπτει από πουθενά. Αναμειγνύεται και ο Πάσαρης για να τεκμηριωθεί ο αιμοδιψής χαρακτήρας της «συμμορίας».

6. Οι δημοσιογράφοι επέμεναν στους αυτόπτες μάρτυρες και στις αναγνωρίσεις υπόπτων. Μάταια τους εξηγούσε ο λαχειοπώλης που τραυματίστηκε ότι εκείνη τη στιγμή είναι αδύνατο να συγκρατήσεις χαρακτηριστικά προσώπου. «Αυτή την ώρα, όταν ακούς πυροβολισμούς και φεύγεις δεν προλαβαίνεις να συγκρατήσεις χαρακτηριστικά», λέει στον Πάνο Σόμπολο (Mega 19.1). Εκείνος καταρχήν το δέχεται, αλλά επανέρχεται: «Αν τους δείτε από κοντά θα τους αναγνωρίσετε». Κι αναγκάζεται ο λαχειοπώλης ν’ αποκαλύψει ότι οι αστυνομικοί του έδειξαν δύο φωτογραφίες, αλλά αυτός αδυνατεί να αναγνωρίσει κανέναν. Την ίδια ειλικρινή στάση ακολούθησε σε όλα τα κανάλια, παρά τις πιέσεις ν’ αναγνωρίσει τον Σεϊσίδη. Επιστρατεύτηκαν λοιπόν κάποιοι ανώνυμοι «αυτόπτες». Οπως εκείνος που δήλωσε ότι είδε στις 20.1.06 τον Σ. Σεϊσίδη στην πλατεία Εξαρχείων, και μάλιστα ότι αυτός του ζήτησε τσιγάρο και συνοδευόταν από μια κοπέλα που ζητούσε ψιλά για τη δόση της! Αυτό δεν το πίστεψαν ούτε αυτοί που τον έβγαλαν στην εκπομπή τους.

7. Με τον τίτλο «η νέα γενιά τρομοκρατών» παρουσιάζουν τον κ. Σ. Παντσιώτη, ενώ έχει ήδη αφεθεί ελεύθερος μετά την προσαγωγή του (ANT1 20.1). Στέλνεται ειδικός ρεπόρτερ στο χωριό του και ρωτά στα καφενεία αν έχει σχέση με τον (συγχωριανό του) Παπαναστασίου και τον (κοντοχωριανό του) Κουφοντίνα. Οι κάτοικοι απαντούν «δεν το νομίζω», αλλά ποιος τους δίνει σημασία; Μετά από όλα αυτά φτάνει στο κανάλι η πληροφορία ότι ο προσαχθείς αφέθηκε ελεύθερος. «Για σήμερα τουλάχιστον θα αφεθεί», δηλώνει ο ρεπόρτερ που δεν μπορεί να κρύψει τη δυσφορία του απ’ αυτή την εξέλιξη. «Τι θα πει για σήμερα;» ρωτάει εμβρόντητη η παρουσιάστρια. «Η διαβεβαίωση είναι ότι αν κριθεί θα κληθεί εκ νέου να καταθέσει». Συμπέρασμα: από την αστυνομία μπορεί να γλιτώνουν οι «ύποπτοι», από τα κανάλια ποτέ.

8. Για να μην είμαστε άδικοι με τους ρεπόρτερ των καναλιών, σημειώνουμε ότι το πιο σκανδαλώδες σχετικό ρεπορτάζ περιλαμβανόταν σε μια εφημερίδα. Στο Βήμα της 19.1.06, κατά παράβαση κάθε κανόνα δεοντολογίας και έννομης προστασίας της προσωπικότητας, καταγράφονται ονόματα υπόπτων με τη διακριτική διατύπωση ότι «θα βοηθήσουν το έργο της ανάκρισης». Το ρεπορτάζ είναι ανυπόγραφο, κατά συνέπεια πρέπει να αποδοθεί στο διευθυντή της εφημερίδας.

9. Δεν αρκεί στους δημοσιογράφους να μεταφέρουν αμάσητα όσα τους λένε οι ακατανόμαστοι πληροφοριοδότες τους. Αναλαμβάνουν να εξευτελίσουν τους πολιτικούς χώρους που τους υποδεικνύονται. «Η αστυνομία κάνει επαφές με παλιούς αναρχικούς, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει ως διαμεσολαβητές», μας πληροφορεί η Ολγα Τρέμη (Mega 19.1). Ο Δημητράκης και οι φίλοι του πρέπει να εμφανιστούν ως συνεργαζόμενοι: «Η αστυνομία ισχυρίζεται ότι έχει λαλήσει, ότι έχει αναφέρει πάρα πολλά πράγματα» θα μας πει ο κ. Κακαουνάκης στις 20.1.06. Την επομένη το κανάλι του θα τον διαψεύσει: «Σφίγγα ο μάρτυρας-κλειδί» (Alpha 21.1). Ρελάνς του παλαίμαχου ρεπόρτερ το άλλο βράδυ: «Ο Δημητράκης υπήρξε ομιλητικότατος. Από την αρχή άρχισε να λαλάει στον κ. Διώτη. Αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Παντσιώτης υπήρξε, λέει, κατατοπιστικός». Τα ίδια επαναλαμβάνει και ο Σπύρος Καρατζαφέρης από γειτονικό παράθυρο: «Ο Δημητράκης έχει λαλήσει. Εχει πει τα πάντα». Στο άλλο κανάλι (Alter), ο κ. Δημητρίου επιμένει ότι δεν υπάρχουν ομολογίες, ενώ ο ρεπόρτερ που κατά δήλωσή του έμεινε όλη τη μέρα στο κτίριο της αστυνομικής διεύθυνσης υποστηρίζει ότι ο Παντσιώτης «ήταν πολύ αρνητικός». Διαλέγετε και παίρνετε. Βέβαια κατά τον κ. Δημητρίου ο Παντσιώτης «έτρεμε σαν ψάρι»...

10. O ανταγωνισμός των «πληροφοριοδοτών» διαπερνά κάθε κανάλι, ακόμα και την ίδια εκπομπή. Στο ίδιο δελτίο ειδήσεων του Alpha (22.1) που ο Νίκος Κακαουνάκης μας ενημερώνει ότι «έχουν εντοπιστεί οι δύο γιατροί που περιέθαλψαν τον τραυματισμένο ληστή», ο Πέτρος Καρσιώτης αποκαλύπτει τις δικές του πληροφορίες ότι «ο τραυματισμός είναι ελαφρύς και όχι σοβαρός που θα έπρεπε να πάει σε τόσους γιατρούς».

11. Η σεναριολογία είναι βέβαια αχαλίνωτη. Ο Στέφανος Χίος στο «αποκαλυπτικό δελτίο» του Extra έφτασε να παρουσιάσει χάρτη μιας περιοχής της Αθήνας για να αναρωτηθεί μήπως ο Δημητράκης και ο Σεϊσίδης έχουν κάποια σχέση με την αρπαγή των όπλων από το αστυνομικό τμήμα του Βύρωνα που πραγματοποίησε η 17Ν. Αλλά τότε θα πρέπει να αναγνωριστεί και στους δύο η ιδιότητα του παιδιού-θαύματος, εφόσον το 1988 (που έγινε η εισβολή στο τμήμα) ο ένας ήταν 12 κι ο άλλος 14 χρόνων. Προτείνουμε να συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο εναντίον του Γιωτόπουλου η εκμετάλλευση παιδικής εργασίας.

Η ομολογία

Μήπως είμαστε υπερβολικοί; Για τους δύσπιστους υπάρχει η αδιάψευστη μαρτυρία της Ελλης Στάη, που διαθέτει βέβαια σημαντική πείρα από τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Στο βραδινό δελτίο του ΑΝΤ1 (19.1.06) διαπιστώθηκε ότι η αστυνομία διοχετεύει αντιφατικές πληροφορίες σε αστυνομικούς συντάκτες. Και έτσι εμφανίστηκαν δύο ρεπόρτερ του ίδιου καναλιού (ο Γιώργος Καραϊβάζ και ο Ευθύμιος Γεωργίου) να μεταφέρουν τις ακριβώς αντίθετες πληροφορίες. Αναγκάστηκε, λοιπόν, η Ελλη Στάη να παρατηρήσει: «Πάντως η αλήθεια είναι ότι αν υπάρχουν δύο τόσο ισχυροί πόλοι μέσα στην αστυνομία και δίνουν αυτές τις αντικρουόμενες πληροφορίες, μας παραπληροφορούν όλους». Από τη διαπίστωση αυτή, όμως, η κυρία Στάη δεν βγάζει το συμπέρασμα ότι πρέπει οι δημοσιογράφοι να πάψουν να είναι βαποράκια της Ασφάλειας, για να μην παραπληροφορούν με τη σειρά τους τους πολίτες. «Αν αυτό σημαίνει ότι θα φτάσουν στο αποτέλεσμα το σωστό καλά κάνουν», παρατηρεί η έμπειρη παρουσιάστρια ειδήσεων. Ναι, αυτοί, καλά κάνουν. Αλλά οι δημοσιογράφοι;

Υπάρχει όμως και δεύτερη ομολογία. Ο Μιχάλης Δημητρίου, που πρωταγωνίστησε και στο σίριαλ του 2002 κι εμφανίζεται ως έγκυρος εκφραστής των επίσημων διαρροών, το είπε ανοιχτά: «Είναι παραμύθια οι διαρροές που γίνονται. Με αυτή την ευκαιρία η αστυνομία κοιτάει να ξεκαθαρίσει έναν ολόκληρο χώρο. Η, αν θέλετε, να τον φακελώσει. Αυτή τη στιγμή κάνει αρχείο DNA των υπόπτων, κάνει εισβολή στα σπίτια, αρχίζει και φτιάχνει μηχανισμούς» (Extra 20.1). Τα πράγματα είναι λοιπόν σαφή: η Ασφάλεια φακελώνει και το σάλιο στους φακέλους το βάζουν οι δημοσιογράφοι.

Το τελικό χτύπημα στη δημοσιογραφική αξιοπρέπεια προέρχεται από τον ίδιο τον κ. Βουλγαράκη. Πρώτα φρόντισε διά του εκπροσώπου του να αποδοκιμάσει τη διαρροϊκή τακτική καναλιών και εφημερίδων. Την ημέρα των «αποκαλύψεων» του Βήματος (19.1), ο κ. Ελευθέριος Οικονόμου δήλωνε αυστηρά: «Πολλά σενάρια αναπτύσσονται και ονόματα αναφέρονται ως δήθεν διαρροές από την Αστυνομία. Θέλω να επισημάνω ότι η Αστυνομία όταν έχει να δημοσιοποιήσει στοιχεία ή συγκεκριμένα αποτελέσματα ερευνών, τα ανακοινώνει έγκυρα, έγκαιρα και με επίσημο τρόπο, όπως έπραττε πάντα. Χρειάζεται υπευθυνότητα από όλους μας».

Και για όποιον δεν κατάλαβε, επανήλθε στις 22.1 ο ίδιος ο υπουργός: «Η αστυνομία αυτά που έχει να ανακοινώσει τα ανακοινώνει. Οτιδήποτε άλλο γράφεται ή δημοσιοποιείται που δεν έχει αναφορά στις ανακοινώσεις της αστυνομίας δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να αξιολογείται».

Η προετοιμασία

Ολη αυτή η υπόθεση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Η επικοινωνιακή φούσκα του κ. Βουλγαράκη στηρίζεται σε μια μεθοδευμένη πρακτική των διωκτικών αρχών, που πράγματι έχει στόχο έναν ολόκληρο ιδεολογικοπολιτικό χώρο. Η σύλληψη αυτού του πολιτικού-αστυνομικού σχεδίου χρονολογείται από το 1995 κι ολοκληρώθηκε το 1998.

Σημείο εκκίνησης αποτέλεσε η 22η επέτειος του Πολυτεχνείου, το Νοέμβριο του 1995. Αξιοποιώντας μια πολλαπλά τεταμένη συγκυρία (εξέγερση στον Κορυδαλλό, απεργία πείνας αναρχικών πολιτικών κρατουμένων, φοιτητικές κινητοποιήσεις και κατάληψη σχολών του ΕΜΠ), η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. συνδύασε τότε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης με μια πρώτη χαρτογράφηση του τμήματος της νεολαίας που τα ΜΜΕ της εποχής αποκαλούσαν «γνωστούς-αγνώστους».

Με μια εκκαθαριστική επιχείρηση γύρω από το ΕΜΠ, μόλις ξεκίνησε η καθιερωμένη ετήσια πορεία, τεράστιες δυνάμεις των ΜΑΤ «εγκλώβισαν» στο εσωτερικό του ιδρύματος περισσότερους από 1.000 νέους του αντιεξουσιαστικού -κυρίως- χώρου. Ακολούθησαν οι αναμενόμενες συμπλοκές, με μαζική χρήση δακρυγόνων από πλευράς αστυνομίας και «ζωντανή» τηλεοπτική κάλυψη εκ μέρους των καναλιών (για πρώτη φορά σε τέτοιου είδους επεισόδια). Με τη Σύγκλητο πρόθυμη να επιτρέψει την καταπάτηση του ασύλου πολύ πριν ξεκινήσουν καν οι οδομαχίες, τα ΜΑΤ εισέβαλαν θριαμβευτικά στο Πολυτεχνείο το επόμενο πρωί. Οι έγκλειστοι -479 συνολικά- δεν πρόβαλαν την παραμικρή αντίσταση κι οδηγήθηκαν στις κλούβες τραγουδώντας την «Ξαστεριά».

Η δικαστική συνέχεια της υπόθεσης υπήρξε μάλλον κωμικοτραγική (βλ. διπλανή στήλη). Δεν ισχύει το ίδιο για την καθαρά αστυνομική πλευρά του εγχειρήματος. Οσοι συνελήφθησαν στο εν λόγω «Πολυτεχνείο», όπως και αν αποτιμήθηκε δικαστικά η παρουσία τους εκεί, καταχωρήθηκαν για καλά στις λίστες των «συνήθως υπόπτων».

Η υπόθεση Σεϊσίδη δεν είναι η μοναδική περίπτωση ατόμου, η συμμετοχή του οποίου στη συγκεκριμένη κατάληψη επιστρατεύεται από την ΕΛ.ΑΣ. και τα βαποράκια της σαν πρόσθετο «στοιχείο» (αν όχι «τεκμήριο») ενοχής. Από πιτσιρικάδες ύποπτους για «γκαζάκια» μέχρι δημοσιογράφους που διασύρθηκαν τις «μολυβένιες μέρες» του 2002 για δήθεν σχέσεις τους με τη 17Ν, το «προπατορικό αμάρτημα» εκείνου του φθινοπώρου αποτελεί μόνιμη επωδό των σχετικών διαρροών. «Ανάμεσα στους συλληφθέντες κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του 1995 στο Πολυτεχνείο βρίσκονται πολλά σημερινά μέλη οργανώσεων ένοπλης πάλης», μας διαβεβαιώνει π.χ. «η Ασφάλεια» σ’ ένα τυπικό ρεπορτάζ μετά τη σύλληψη του Νίκου Μαζιώτη («Εξουσία» 14.1.98).

Δεν έλειψε ούτε η απόπειρα «επιστημονικής» επένδυσης της ιστορικής αυτής καταγραφής. Σχεδόν αμέσως εξαγγέλθηκε π.χ. η διενέργεια πολύμηνης «εμπειρικής-κοινωνιολογικής έρευνας» από την Ασφάλεια και (μη κατονομαζόμενα) «πανεπιστημιακά ιδρύματα», με στόχο την ενδελεχή χαρτογράφηση του αντιεξουσιαστικού χώρου: από τη «μελέτη κοινωνικών – δημογραφικών χαρακτηριστικών» ή των «πολιτικών στάσεων, απόψεων και αντιλήψεων» των μελών του ώς τη «συμμετοχή τους σε ομάδες πολιτικού, θρησκευτικού ή άλλου προσανατολισμού» και το «βαθμό επηρεασμού τους από τα ΜΜΕ». Ως «βάση δεδομένων» γι' αυτή τη μελέτη θα χρησιμοποιούνταν, εννοείται, οι συλληφθέντες («Ε» 29.11.95).

Την επόμενη χρονιά, γνωστοποιήθηκε ότι ανάλογη «επιστημονική» έρευνα είχε δρομολογηθεί, ταυτόχρονα με την είσοδο των ΜΑΤ στο ΕΜΠ, και από την υπηρεσιακή εμπειρογνώμονα περί «τρομοκρατίας», Μαίρη Μπόση. Η συγκέντρωση των στοιχείων έγινε από αστυνομικούς, ταυτόχρονα με την προανάκριση των συλληφθέντων. Οπως διαπιστώνουμε από μεμονωμένες «απαντήσεις» που διοχετεύτηκαν στον Τύπο, οι σχετικές ερωτήσεις αφορούσαν όχι μόνο τα στέκια, τις παρέες, τις απόψεις, τις συνήθειες και τις πολιτικές απόψεις των κρατουμένων, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο της «κανονικής» ανάκρισης («Κ.Ε.» 10.11.96). Μιλώντας στον «Ιό», η κ. Μπόση παραδέχθηκε βέβαια ότι μονάχα 30 από τους 518 συλληφθέντες δέχθηκαν να συμπληρώσουν τα «ερωτηματολόγια» που τους υπέβαλαν για λογαριασμό της οι αστυνομικοί («Ε» 23.11.96). Η βασική δουλειά όμως είχε γίνει.

Το «δείγμα» των «εσαεί υπόπτων» του 1995 συμπληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα με 149 καινούριες «προληπτικές» συλλήψεις. Πριν καλά καλά ξεκινήσει η πορεία του Πολυτεχνείου, διμοιρίες των ΜΑΤ και μέλη της περιφρούρησης του ΚΚΕ περικύκλωσαν το μπλοκ των αναρχικών, τους τσάκισαν από κοινού στο ξύλο και τους οδήγησαν (τα ΜΑΤ) στις κλούβες. Εμφανώς προβληματισμένος απ’ την τηλεοπτική μετάδοση αυτής της αγωνιστικής σύμπραξης, ο «Ριζοσπάστης» της επομένης θα χαρακτηρίσει τους συλληφθέντες «ένα τσούρμο παιδιά», θύματα «πρωτεργατών» που «φρόντισαν να εξαφανιστούν» (18.11.98). Ως τέτοιους «πρωταιτίους», ο τότε γραμματέας της ΚΝΕ Νίκος Σοφιανός θα καταγγείλει επίσημα, σε συνέντευξη τύπου, κάποιους γνωστούς αναρχικούς (20.11.98). Οσο για την ΕΛ.ΑΣ., δεν θα μπορούσε να είναι καθόλου δυσαρεστημένη για το «νέο αίμα» που έπεσε στα χέρια της: από τους 149 συλληφθέντες οι 65 ήταν μαθητές, οι 145 κάτω των 25 χρονών και μόνο ένας είχε ξανασυλληφθεί το 1995 («Εξουσία» 19.11.98).

Οκτώ χρόνια μετά, οι καταγγελίες του πάλαι ποτέ γραμματέα της ΚΝΕ επιστρατεύονται από το ανώνυμο ρεπορτάζ του «Βήματος» (19.1.06), για να στηρίξουν την παραφιλολογία που διοχετεύει η Ασφάλεια. Ο δε κ. Σοφιανός παρελαύνει στο «αποκαλυπτικό δελτίο» του Extra (20.1.06), διεκδικώντας δάφνες για την έγκαιρη συμβολή του στην «αποκάλυψη» των «προβοκατόρων».

Το τελευταίο πάντως που φαίνεται να ενδιαφέρει τόσο τις αρχές όσο και τις δημοσιογραφικές τους απολήξεις είναι η "αποκατάσταση της τάξης" στο κέντρο της Αθήνας. Οι μαζικές συλλήψεις, το φακέλωμα και ο δημόσιος στιγματισμός όχι μόνο ενισχύουν το γκέτο το οποίο υποτίθεται ότι αντιπαλεύουν, αλλά ακολουθώντας σε μικρογραφία τη γνωστή μέθοδο της στρατηγικής έντασης λειτουργούν ως κανονική προβοκάτσια. Ποιος θα πάρει την πολιτική ευθύνη για τις συνέπειές της;
 


Η «κατασκευή» του 1995

Παρατηρώντας την άνεση με την οποία η σύλληψη κάποιου στο «Πολυτεχνείο» του 1995 καταγράφεται από τα ΜΜΕ σαν στοιχείο «εγγενούς παραβατικότητας», δεν μπορούμε παρά να αναλογιστούμε πόσο κοντά πόδια έχει η συλλογική μας μνήμη. Αν μη τι άλλο, το αστυνομικό και δικαστικό πογκρόμ του 1995 είχε αποτελέσει, τότε, αντικείμενο δριμύτατης κριτικής -όχι μόνο από τη Διεθνή Αμνηστία, που του αφιέρωσε ειδική έκθεσή της, αλλά κι από το μεγαλύτερο μέρος του «έγκυρου» Τύπου.

Βασικό χαρακτηριστικό της δικαστικής «εκκαθάρισης» της υπόθεσης ήταν η απόλυτη αυθαιρεσία. Οι 518 συλληφθέντες χωρίστηκαν σε ομάδες με βάση όχι την όποια (πραγματική, υποτιθέμενη ή εικαζόμενη) συμμετοχή τους στις συμπλοκές αλλά με ηλικιακά κι επαγγελματικά κριτήρια: οι πάνω από 25 χρονών δικάστηκαν συλλογικά σαν «πρωταίτιοι», οι μικρότεροι παραπέμφθηκαν κομματιαστά σε τακτικές δικασίμους. Καίριο ρόλο σ' αυτό το ξεσκαρτάρισμα, σύμφωνα με δημοσιεύματα των ημερών, έπαιξε ένας εισαγγελέας όχι ιδιαίτερα γνωστός ακόμη: ο κ. Ιωάννης Διώτης.

Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε 126 άτομα αλλά γρήγορα «τεμαχίστηκε» επίσης σε υποομάδες που δικάζονταν εναλλάξ, με αποτέλεσμα τη γελοιοποίηση της όλης διαδικασίας: κάθε μάρτυρας κατηγορίας πήγαινε σε όποια συνεδρίαση ήθελε, χωρίς ούτως ή άλλως να καταθέτει τίποτα το συγκεκριμένο για οποιονδήποτε. Χωρίς αποδεικτικά στοιχεία πέρα από την παρουσία (ή τον εγκλωβισμό) των κατηγορουμένων στο ΕΜΠ, η δίκη εξελίχθηκε σε προσπάθεια απόσπασης δηλώσεων νομιμοφροσύνης: οι κατηγορούμενοι καλούνταν με συνοπτικές διαδικασίες να διαχωριστούν από την κατάληψη, να καταδικάσουν τα επεισόδια και να καταθέσουν τα διαπιστευτήρια της εθνικοφροσύνης τους -ξεκαθαρίζοντας, μεταξύ άλλων, αν δακρύζουν ή όχι όταν στις Ολυμπιάδες ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος... Στην τελική επιμέτρηση των ποινών, αυτοί που την πλήρωσαν περισσότερο ήταν όσοι επιχείρησαν στοιχειωδώς να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. κατήγγειλε εγκαίρως «όσα αντιδημοκρατικά και αντιδικονομικά συμβαίνουν στη δίκη», εξέφρασε «την αντίθεση και την έντονη ανησυχία του» για τα τεκταινόμενα και κάλυψε τους συνηγόρους υπεράσπισης που αποχώρησαν ομαδικά από το δικαστήριο (8.12.95).

Εξίσου κατηγορηματικοί υπήρξαν στις διαπιστώσεις τους όσοι αρθρογράφοι ασχολήθηκαν με το θέμα: «Κανείς δεν κατάλαβε κατ’ αρχήν γιατί παραπέμφθηκαν αυτοί οι συγκεκριμένοι», επισήμανε λ.χ. από τις στήλες του (κατά τα άλλα αναρχοφάγου) «Βήματος» ο Δημήτρης Ψυχογιός (17.12.95). «Πώς τους ξεχώρισε η αστυνομία από τους 500 περίπου που συνέλαβε; Ησαν αυτοί που έκαιγαν, έσπαζαν, έριχναν μολότωφ; Ολοι είδαμε από την τηλεόραση ότι 30-40 άτομα επιδίδονταν σε αυτά τα ευγενή σπορ. Πολλοί δεν ήσαν 125 άτομα για να είναι όλοι 'πρωταίτιοι'; Και είναι δυνατόν να διέπραξαν όλοι τα ίδια ακριβώς αδικήματα; Η ανύπαρκτη ακροαματική διαδικασία δεν έδωσε απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα».

«Τι σχέση αλήθεια έχει με τον -δημοκρατικό και ανθρωπιστικό, υποτίθεται- νομικό πολιτισμό μας μια ομαδική δίκη;», αναρωτιόταν με τη σειρά του ο Παύλος Τσίμας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι υπήρξε «κατασκευή κατηγορουμένων όχι με βάση εξατομικευμένα στοιχεία ενοχής αλλά με βάση τη 'συλλογική ευθύνη', με μόνη απόδειξη, ουσιαστικά, την παρουσία τους στον χώρο των επεισοδίων»: «Ομαδικά συνελήφθησαν, στον χώρο του Πολυτεχνείου, ομαδικά ανακρίθηκαν, ομαδικά δικάστηκαν, δίχως μάρτυρες και δίχως συγκεκριμένες για του καθενός κατηγορουμένου τις πράξεις μαρτυρίες, ομαδικά καταδικάστηκαν, σε ποινές αυστηρές για όλους. [...] Πώς να μη σκεφτείς ότι οι 125 είχαν αχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης όχι για να αναζητηθούν και να τιμωρηθούν οι πράγματι υπεύθυνοι των βανδαλισμών, όχι για να τιμωρηθούν γι' αυτά που έκαναν, αλλά για να τους εκδικηθούμε γι' αυτό που είναι κι αυτά που σκέφτονται;» («Τα Νέα» 18.12.95).

Επεα πτερόεντα, που γρήγορα πέρασαν στη λήθη. Δέκα χρόνια μετά, η απλή και μόνο σύλληψη κάποιου στο εν λόγω «Πολυτεχνείο» αποτελεί για τα ΜΜΕ αδιαμφισβήτητο επιβαρυντικό στοιχείο, ικανό να «νομιμοποιεί» κάθε είδους αστυνομικά σενάρια...
 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Amnesty International, «Greece. Unfair trials of people arrested at Athens Polytechnic University»
(Οκτώβριος 1996). Λεπτομερής κι εμπεριστατωμένη καταγραφή του οργίου δικαστικών αυθαιρεσιών και δικονομικών παραβάσεων που ακολούθησε τις μαζικές συλλήψεις του «πολυτεχνείου 1995». Προσβάσιμη και στο διαδίκτυο (http://web.amnesty.org/library/Index/ENGEUR250061996?open&of=ENG-GRC).

Ιός της Κυριακής, «Ιδού οι νέοι φάκελοι. Αστυνομικές προσαγωγές το σωρό» («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» 8.12.2002). Η πρακτική των αυθαίρετων μαζικών συλλήψεων, ως μέθοδος συλλογικού φακελώματος και κατασκευής «υπόπτων» στις μέρες μας.

Ιός της Κυριακής, «Η κοινωνιολογία της κλούβας» («Ε» 23.11.1996). Η περιβόητη «επιστημονική έρευνα» του Υπουργείου Δημ. Τάξης όσον αφορά τους συλληφθέντες στο Πολυτεχνείο του 1995.

R. V. Burks, «Statistical profile of the Greek Communist» (περιοδικό «Journal of Modern History», XVIII, 1955, σ.153-8). Μετριότατη απόπειρα στατιστικής «τεκμηρίωσης» της μετεμφυλιακής αντικομμουνιστικής ρητορικής, με βάση ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν μερικές εκατοντάδες «ανανήψαντες» πολιτικοί κρατούμενοι. Οπως πληροφορούμαστε από τα αμερικανικά αρχεία, η εν λόγω μελέτη χρησιμοποιήθηκε σαν «βιτρίνα» για ένα άλλο ερευνητικό πρόγραμμα: την επεξεργασία «μεθόδων ψυχολογικού πολέμου» με στόχο την καλλιέργεια «αποδιοργάνωσης και ηττοπάθειας» μεταξύ των φυλακισμένων κομμουνιστών (Χάγκεν Φλάισερ, «Μακρόνησος 1950: πρότυπο για τη Γερμανία του Ψυχρού πολέμου;», στο συλλογικό «Ιστορικό τοπίο και συλλογική μνήμη», Αθήνα 2000, σ.223-4).


ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ

Athens Indymedia (http://athens.indymedia.org/). Στο γνωστό αυτοδιαχειριζόμενο εδησεογραφικό δίκτυο φιλοξενούνται, μεταξύ άλλων, και οι απαντήσεις πολλών αντεξουσιαστικών ομάδων στην προσπάθεια ποινικοποίησης του πολιτικού τους χώρου.

 

(Ελευθεροτυπία, 5/2/2006)

 

www.iospress.gr