ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

 

"Εκδημοκρατισμός" τέλος
 

Μια φορά κι έναν καιρό, η "κατάργηση των στεγανών" της ΕΥΠ αποτελούσε καθολικό πολιτικό αίτημα, ζωτικό για την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Η εποχή αυτή παρήλθε πλέον ανεπιστρεπτί. Στις μέρες μας, οι πράκτορες πρέπει να παραμένουν αθέατοι και -προπαντός- "αξιοποιήσιμοι" από τις αδελφές υπηρεσίες.

 

Ούτε μήνας δεν πέρασε από το ξέσπασμα του σκανδάλου με τις απαγωγές των Πακιστανών από τα συνεργαζόμενα μικτά ελληνοβρετανικά αποσπάσματα ΕΥΠ-ΜΙ6, και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης γνωστοποίησε μέσω «Καθημερινής» (15.1.06) την πρόθεσή της για ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της «Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών». Οπως ακριβώς συνέβη το 1985 με το σκάνδαλο Αλεξάκη-Κρυστάλλη ή το 1999 με την υπόθεση Οτσαλάν, φαίνεται πως και η νέα κρίση δε θα μείνει χωρίς θεσμικό αντίκτυπο.

Το πρόβλημα είναι ότι, παρά το επικοινωνιακό περιτύλιγμά τους, οι προοιωνιζόμενες αλλαγές κινούνται σαφώς προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση την αποκάλυψη -για πολλοστή φορά- της επιχειρησιακής αυτονόμησης και του δημοκρατικού ελλείμματος των μυστικών υπηρεσιών. Στόχος του εγχειρήματος, διευκρινίζεται άλλωστε στο επίμαχο δημοσίευμα, είναι όχι κάποιος εκδημοκρατισμός αλλά «η διαμόρφωση μιας υπηρεσίας που θα μπορεί να συνεργασθεί ισότιμα με αντίστοιχες υπηρεσίες του εξωτερικού».

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η εξαγγελλόμενη αναδιάρθρωση επαναλαμβάνει απλώς τις βασικές ρυθμίσεις του σχεδίου που από το Σεπτέμβριο του 2002 είχε καταθέσει στον τότε πρωθυπουργό ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Η συνέχεια αυτή αναγνωρίζεται ανοικτά από τον ίδιο τον κ. Βουλγαράκη: αποχαιρετώντας π.χ. τον απερχόμενο διοικητή της ΕΥΠ Παύλο Αποστολίδη, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στην «εκκρεμότητα» της αλλαγής νομοθετικού πλαισίου, διευκρινίζοντας ότι «υπάρχει μια πολύ καλή προεργασία, την οποία ο Παύλος είχε θέσει υπόψη μου» και μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για να «μπορέσει να λειτουργήσει εκσυγχρονιστικά για την υπηρεσία» (22.11.04). Δικομματική συμβολή που εξηγεί κατά πάσα πιθανότητα και την ολοκληρωτική σιωπή με την οποία αντιμετώπισαν πολιτικά κόμματα και ΜΜΕ τις εξαγγελίες της περασμένης Κυριακής.

Βασική καινοτομία και των δυο σχεδίων αποτελεί η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΠ, που σήμερα περιορίζονται επισήμως στη «συλλογή, επεξεργασία και διανομή πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια της χώρας», την αντικατασκοπεία και «οποιαδήποτε άλλη, συναφή με τις πιο πάνω αρμοδιότητες» αποστολή τής αναθέσει ο πρωθυπουργός (άρθρο 1 του Ν. 1645/86). Σύμφωνα με τις προσεχείς ρυθμίσεις, η ΕΥΠ θα ασχοληθείται επίσης ρητά με το «οργανωμένο έγκλημα», τη (λαθρο)μετανάστευση, το λαθρεμπόριο και τις (απροσδιόριστες) «ασύμμετρες απειλές» -καθήκοντα τα οποία ήδη υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημ. Τάξης. Με δυο λόγια, κλείνει ένας ολόκληρος τριακονταετής κύκλος επαγγελιών για διαχωρισμό του (δυνάμει) «εξωτερικού» εχθρού, η παρακολούθηση του οποίου αποτελεί καθήκον μιας «Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών», από τον «εσωτερικό». Με πρόσχημα τις «ασύμμετρες» και συναφείς «απειλές», το φάντασμα του «διεθνούς κομμουνισμού» (η αντιμετώπιση του οποίου αποτελούσε βασικό σκοπό της ΚΥΠ μέχρι τη θέσπιση του Ν. 1415 το 1984) επιστρέφει δριμύτερο.

Οι διαφορές μεταξύ των δυο μεταρρυθμιστικών σχεδίων, όπως αυτά περιγράφονται στα αντίστοιχα δημοσιεύματα, εστιάζονται στην ακόμη μεγαλύτερη θωράκιση της ΕΥΠ από τα βέβηλα βλέμματα της κοινωνίας. Στο νομοσχέδιο του 2002, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκούνταν με την υποβολή ετήσιας έκθεσης του Διοικητή της ΕΥΠ στη Βουλή. Σύμφωνα με το σχέδιο Βουλγαράκη, η έκθεση θα είναι απόρρητη και θα «αξιολογείται» από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή. Και στις δυο περιπτώσεις, απέχουμε έτσι κι αλλιώς έτη φωτός από το στοιχειωδώς δημοκρατικό δικαίωμα των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού να ελέγχουν (όχι έναν στρογγυλεμένο «απολογισμό» αλλά) την πραγματική δράση των μυστικών υπηρεσιών.

Απείρως σοβαρότερη καινοτομία συνιστά η περαιτέρω θωράκιση του «απορρήτου» της ΕΥΠ, με τη θέσπιση ποινών και τεράστιων χρηματικών προστίμων (30.000-1.000.000 €) για κάθε δημοσιοποίηση εγγράφου, απλών πληροφοριών ή «στοιχείων του προσωπικού» της. Αντίθετα με τις (υφιστάμενες) διατάξεις περί κατασκοπείας, στο εξής δεν θα προστατεύεται μόνο η αμυντική ικανότητα της χώρας, αλλά κάθε υπηρεσιακή πρακτική. Κραυγαλέα αντισυνταγματικές δραστηριότητες, όπως η ταξινόμηση σαν «εχθρού του έθνους» κάθε χριστιανού έλληνα πολίτη δεν ανήκει στο ορθόδοξο δόγμα -ταξινόμηση αποτυπωμένη στη διαβήτη έκθεση της ΕΥΠ που αποκάλυψε παλιότερα η «Ε» (4.8.93)- θα απαγορεύεται να έρχονται στο φως, παρόλο που το ξεσκέπασμά τους είναι απαραίτητο για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ως αντιστάθμισμα, εξαγγέλλεται η δημιουργία «Ιστορικού Αρχείου», με πρόσβαση των ερευνητών σε κάποια παλιά ντοκουμέντα της υπηρεσίας. Παρόλο που η εν λόγω προοπτική κάθε άλλο παρά μάς αφήνει ασυγκίνητους, η εμπειρία μας από την αντίστοιχη υπηρεσία του ΥΠ.ΕΞ. νομιμοποιεί κάθε είδους επιφυλάξεις.

Με δεδομένη τη δικομματική καταγωγή της επερχόμενης αναδιάρθρωσης, αποκαλυπτικά για τη συνολική λογική της μπορούν να θεωρηθούν τα απομνημονεύματα του Κώστα Σημίτη.

Αναφερόμενος εκεί στην υπόθεση Οτσαλάν, που αποκάλυψε την «αυτονόμηση υπαλλήλων» της ΕΥΠ και «δικαίωσε τη φήμη της ως υπηρεσίας που εκτρέπεται εύκολα του σκοπού της», ο πρώην πρωθυπουργός σκιαγραφεί κατόπιν τα βασικά προβλήματα της υπηρεσίας: «Οπως διαπιστώθηκε, η πολιτικοποίηση και οι διαμάχες μεταξύ του προσωπικού ήταν έντονες. Οχημα των αντιπαραθέσεων ήταν οι κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις. Οι σχέσεις με άλλες υπηρεσίες και ιδίως την αστυνομία ήταν κακές, με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών χαλαρές και όταν υπήρχαν περιορίζονταν κυρίως σε προσωπικό επίπεδο» («Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα», Αθήνα 2005, σ.401-2).

Διπλό το κακό («εκτροπές» της ΕΥΠ και ταυτόχρονα «χαλαρότητα» στις σχέσεις της με ξένες υπηρεσίες), κοινή όμως η πηγή του: «πολιτικοποίηση» του προσωπικού, με «όχημα» τον τρισκατάρατο συνδικαλισμό. Τις ίδιες ακριβώς «διαπιστώσεις» συναντάμε και σε σειρά ομοειδών δημοσιευμάτων -από κύριο άρθρο του Γιώργου Κύρτσου στον «Ελεύθερο Τύπο» (25.2.99) μέχρι τις αναλύσεις του καλά πληροφορημένου Αλέξη Παπαχελά στο «Βήμα».

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νοσταλγός της πασοκικής ΕΥΠ για να διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή τη συνταγή.

Κατ’ αρχήν, όπως αποδεικνύει και η πρόσφατη υπόθεση των Πακιστανών, το κύριο πρόβλημα των μυστικών υπηρεσιών είναι ακριβώς η αδιαφάνεια της δράσης τους, που δίνει στα μέλη (αλλά και στις ηγεσίες) τους την αίσθηση ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Οι χειρότερες εποχές στην ιστορία της ΚΥΠ ήταν όταν δεν υπήρχε ούτε συνδικαλισμός ούτε η παραμικρή δυνατότητα διαφοροποίησης του προσωπικού από την πολιτική εξουσία, οι δε σχέσεις της με τις «μητρικές» υπηρεσίες βρίσκονταν στο ζενίθ: όπως διευκρίνισε με κάθε επισημότητα ο πάλαι ποτέ (1977-81) πολιτικός προϊστάμενός της Κωστής Στεφανόπουλος, ώς τη Μεταπολίτευση η ΚΥΠ χρηματοδοτούνταν κανονικά από τη CIA με «ένα ικανοποιητικό ποσό σε συνάλλαγμα», ως «αμοιβή» για τη μεταξύ τους «συνεργασία» («Πρακτικά Βουλής» 1.2.84, σ.3583).

Οι δημοκρατικές τομές του 1974 και του 1981 επέφεραν, αντίθετα, τη χαλάρωση αυτού του εναγκαλισμού -και, ταυτόχρονα, σημαδεύτηκαν από την επαγγελία του «δημοκρατικού ελέγχου» (ή έστω της χαλιναγώγησης) των μυστικών υπηρεσιών. Η υποχώρηση των μεταπολιτευτικών ανακλαστικών, πάλι, οδηγεί σε μερική αποκατάσταση τόσο της «διεθνοποίησης» όσο και των ενδοϋπηρεσιακών στεγανών στο όνομα της «αποτελεσματικότητας».

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90 π.χ., κάθε αίτημα «συμμαχικής» υπηρεσίας για «ανταλλαγή» πληροφοριών έπρεπε να κατατεθεί στο «Γραφείο Συνδέσμων» του διοικητή της ΕΥΠ, που αποφάσιζε κατά περίπτωση. Το Γραφείο καταργήθηκε επί Μητσοτάκη και, έκτοτε, οι ξένοι πράκτορες έρχονται σε άμεση προσωπική επαφή με τους καθ’ ύλην αρμόδιους ντόπιους συναδέλφους τους, καλλιεργώντας τις μεταξύ τους σχέσεις. Αποκαλυπτική για την αλλαγή των καιρών μπορεί επίσης να θεωρηθεί η πανηγυρική επίδειξη -και μάλιστα στα μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών!- ενός «ηλεκτρονικού μηχανήματος συλλογής πληροφοριών» που η ΕΥΠ προμηθεύτηκε από τη Μοσάντ («Το Βήμα» 23.3.97).

Οσο για τη διαφάνεια, μολονότι αναγκαίο συστατικό της δημοκρατίας, έπεσε κι αυτή θύμα της στροφής στον «επαγγελματισμό» -καθώς και πολύ πιο ταπεινών συμφερόντων, που συνδέονται με την ανεξέλεγκτη διαχείριση των μυστικών κονδυλίων. Οπως εξηγούμε αναλυτικά σε διπλανή στήλη, ένας από τους λόγους που υπαγόρευσαν την κατάργηση του «κομματικού» συνδικαλισμού της ΕΥΠ υπήρξε ακριβώς η προβολή του αιτήματος για έλεγχο του «πόθεν έσχες» όσων υπηρετούν εκεί...
 


Επάγγελμα Κυπατζής

Η υπόθεση του συνδικαλισμού των πολιτικών υπαλλήλων της ΕΥΠ ξεκινά την επαύριο της Μεταπολίτευσης. Το πρώτο σωματείο συγκροτήθηκε το 1975 απ’ τους ραδιοτηλεγραφητές της υπηρεσίας κι ονομαζόταν «Σύλλογος Υπαλλήλων Χειριστών Ασυρμάτου Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως (ΣΥΧΑΥΠΚ).

Η απόφαση της πρώτης συνέλευσης του συλλόγου (20.1.76) είναι αποκαλυπτική για το κλίμα και τις ισορροπίες των ημερών: «εάν δεν υπήρχαν προβλήματα», τονίζει, «δεν θα υπήρχαν και κίνητρα συστάσεως Συλλόγου». Η λίστα των σχετικών αιτημάτων κυριαρχείται από συνταξιοδοτικά και μισθολογικά ζητήματα, από υπηρεσιακές διεκδικήσεις για «δικαιότερον τρόπον» μεταθέσεων ή για μεταφορά των κυπατζήδων με οχήματα «πληρούντα όρους υγείας και αξιοπρεπείας». Πιο ενδιαφέρων -αν και σιβυλλικά διατυπωμένος- φαίνεται ωστόσο ένας άλλος στόχος του συλλόγου: «η εξαντλητική προσπάθεια δια την δημιουργίαν προϋποθέσεων δυναμένων να προαγάγουν εις πραγματικήν επιστήμην την ιδιόρρυθμον εργασίαν μας».

Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγηση κάποιου βετεράνου, αν και η ίδρυση του πρώτου αυτού σωματείου έγινε «χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα», ακολούθησαν έντονες αντιδράσεις: «Οι πόρτες αντί ν’ ανοίγουνε κλείνανε. Ολοι μας αντιμετώπιζαν με δυσπιστία και καχυποψία. Θέλανε να μας διαλύσουνε». Αποκορύφωμα, μια αγωγή του τότε υπουργού Γ. Ράλλη εναντίον του Δ.Σ., με επιχείρημα «ότι ο τίτλος του συλλόγου ήτανε ψευδής» («Εκφραση», φ.6 [6.1995], σ.3).

Οι ισορροπίες αντιστράφηκαν ριζικά μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του 1981. Στριμωγμένη στην αντιπολίτευση, η Ν.Δ. καταφεύγει στο «λενινιστικό» μοντέλο της μαζικής οργάνωσης και συνδικαλιστικής κινητοποίησης του κόσμου της σε όλο το δημόσιο τομέα. Δίπλα στους ραδιοτηλεγραφητές, οι «πολιτικοί υπάλληλοι» της ΚΥΠ στήνουν κι αυτοί το δικό τους σύλλογο. Τον Οκτώβριο του 1984 εξαγγέλλουν την πρώτη τους στάση εργασίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόσπαση 38 συναδέλφων τους στο ΓΕΣ («Καθημερινή» 7.10.84). Οταν το δικαίωμα απεργίας τούς απαγορεύεται με δικαστική απόφαση, δεκαοχτώ συνδικαλιστές προχωρούν το Νοέμβριο του 1987 σε συμβολικές «απεργίες πείνας» έξω από το κτίριο της Κατεχάκη. Το βασικό τους αίτημα αυτή τη φορά είναι μισθολογικό: εφαρμογή των οικονομικών «κινήτρων» που προβλέπει ο Ν. 1645/86 για την «πολιτικοποίηση» της υπηρεσίας. Οι συγκεντρωμένοι ποζάρουν στους φωτορεπόρτερ, σχηματίζοντας με τα δάχτυλα το σήμα της νίκης, ενώ ο πρόεδρός τους Θ. Γαλανόπουλος υπερασπίζεται με δηλώσεις του προς τα ΜΜΕ τον «όχι ιδιαίτερα συμπαθή» κλάδο του («Ε» 24.11.87).

Αυτή καθεαυτή την «αποστρατιωτικοποίηση» της ΚΥΠ υποστήριξαν δημόσια με ανακοινώσεις τους δυο από τα τρία συνδικάτα της υπηρεσίας: οι σύλλογοι ραδιοτηλεγραφητών και επιστημονικού προσωπικού («Το Βήμα» 8.6.86). Ο τελευταίος είχε συσταθεί το 1984 από μέλη του ΠΑΣΟΚ, γρήγορα ωστόσο κατέστη ανενεργός καθώς τα μέλη του απορροφήθηκαν στο «δεξιό» σύλλογο πολιτικών υπαλλήλων (ΣΥΚΕΥΠ). Τον Ιανουάριο του 1988, ΣΥΚΕΥΠ και ΣΥΡΤΓΕΥΠ (ραδιοτηλεγραφητές-τηλετυπητές-γλωσσομαθείς) προχωρούν στη σύσταση της «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΕΥΠ» (ΠΟΣΕΥΠ), που έκτοτε αποτελεί το συλλογικό φορέα των υπαλλήλων της υπηρεσίας.

Για μια δεκαετία, οι αρχαιρεσίες της ΠΟΣΕΥΠ θα διεξάγονται όπως σε όλους τους συλλόγους κι ομοσπονδίες της χώρας, με αντιμαχόμενα ψηφοδέλτια που εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις και προγράμματα. Βασικές παρατάξεις του χώρου αποτελούν η ΔΑΚΕ (της ΝΔ) και η «Δημοκρατική Συνεργασία» (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ). Σε μια πρώτη φάση υπήρξαν κι «αυτόνομες» δεξιές παρατάξεις, ενώ μετά το 1993 εμφανίστηκε η «Συνδικαλιστική Ανοιξη» (του Σαμαρά).

Η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ 1988 και 1997 αποτυπώνεται αρκετά εύγλωττα στους πίνακες που παραθέτουμε. Το 1988 και 1991 η κυριαρχία της ΔΑΚΕ είναι αδιαμφισβήτητη, παρά τις προσλήψεις που έκανε στο μεσοδιάστημα η κυβέρνηση Παπανδρέου. Οι τελευταίες οργανώνονταν από το «Γραφείο Αλληλεγγύης» του ΠΑΣΟΚ αλλά, όπως θυμούνται συνδικαλιστές της εποχής, υπάκουαν περισσότερο σε κριτήρια προσωπικής «τακτοποίησης» άνεργων πτυχιούχων κι εξυπηρέτησης φίλων και γνωστών διαφόρων στελεχών, παρά σε κάποια οργανωμένη προσπάθεια του κόμματος να ελέγξει με δικούς του ανθρώπους την υπηρεσία. «Οποιος πτυχιούχος δεν είχε καλό γλύψιμο για να πάει σε Τράπεζα ή στις Βρυξέλλες, κατέληγε εκεί», υποστηρίζει χαρακτηριστικά ένας από τους τότε προσληφθέντες. Το 1988-89, παραμονές εκλογών κι ενώ οι «κανονικές» πόρτες του Δημοσίου είχαν πια φρακάρει, προσλαμβάνονται μαζικά 400 ακόμη πτυχιούχοι. Πάντα μέσω «Αλληλεγγύης», τονίζει ο συνομιλητής μας -αν και «θεωρητικά, όπως και τώρα, με κανονικές εξετάσεις». Το γεγονός καταγγέλλεται από το νεοδημοκρατικό ΔΣ της Ομοσπονδίας, με το σκεπτικό πως «η απλή συνέντευξη» των υποψηφίων συνιστά «ανεπαρκές κριτήριο αξιολόγησης», αλλά και ότι «παρακάμπτεται το πάγιο αίτημα όλου του προσωπικού, εκτός μιας μικρής μερίδας φανατικών, για πρόσληψη μικρού ποσοστού παιδιών των συναδέλφων» (1.2.89).

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη (1990-93) θα φέρει τα πάνω κάτω. Το 1991, 420 πολιτικοί υπάλληλοι μετατάσσονται από την ΕΥΠ σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου. Τα ονόματά τους δημοσιεύονται φαρδιά πλατιά στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (κι από εκεί αναδημοσιεύονται στον Τύπο), προκαλώντας έντονες διαμαρτυρίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης. «Αυτοί οι άνθρωποι, που επί σειράν ετών δεν απεκάλυπταν το φορέα στον οποίο απησχολούντο και το αντικείμενό της δραστηριότητάς τους, βρίσκονται σήμερα στα ερωτηματικά, στα διερευνητικά βλέμματα ακόμη και του στενότερου οικογενειακού τους περιβάλλοντος», εξηγεί π.χ. στη Βουλή ο Γ. Πρασιανάκης (2.12.91). «Μήπως η δημοσίευση αυτών των 400 ονομάτων ήταν εσκεμμένη ενέργεια των μηχανισμών της ΕΥΠ, για να εκθέσει αυτά τα πρόσωπα -όπως λένε στη γλώσσα των πρακτόρων, για να τα 'κάψει'- και να τους δημιουργήσει βέβαια και τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα;», αναρωτιέται στην ίδια συζήτηση ο Π. Ζακολίκος, ενώ ο Φ. Ιωαννίδης καταγγέλλει κι αυτός ότι «εκτελέστηκαν ηθικά αλλά και αχρηστεύθηκαν 400 γλωσσομαθή στελέχη με ειδικές εκπαιδεύσεις, που υπηρετούσαν όλα στα τρία κρίσιμα τμήματα, Βορειοηπειρωτικό, Μακεδονικό και Τουρκικό». Λιγότερο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους ευαισθησίες, οι βουλευτές της Αριστεράς θα εστιάσουν αντίθετα την παρέμβασή τους στα πολιτικά χαρακτηριστικά της αλλαγής: το γεγονός, δηλαδή, ότι μέσω των μετατάξεων αυξήθηκε το ειδικό βάρος των στρατιωτικών και των αστυνομικών, αντιστρέφοντας την (έτσι κι αλλιώς ατελή) διαδικασία «πολιτικοποίησης» της ΕΥΠ που ξεκίνησε το 1986.

Η επάνοδος πολλών από τους μεταταχθέντες, μετά τη νέα εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1993, αλλά και η «ριζοσπαστικοποίησή» τους από όσα είχαν συμβεί στο μεταξύ, αντανακλάται στις συνδικαλιστικές αρχαιρεσίες της επόμενης χρονιάς -όταν η κεντροαριστερή «Δημοκρατική Συνεργασία» αποσπά το 52,7% των ψήφων κι 6 από τις 11 έδρες του ΔΣ της ΠΟΣΕΥΠ, ενώ η ΔΑΚΕ με 5 έδρες περνά για πρώτη φορά στην αντιπολίτευση. Το 1997, κατά τις τελευταίες εκλογές με παραταξιακά ψηφοδέλτια, η αναλογία αυτή θα γύρει ακόμη περισσότερο σε βάρος της δεξιάς (7-4).

Η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη δεν αφορά ωστόσο τον αριθμητικό συσχετισμό μεταξύ των παρατάξεων αλλά τις προγραμματικές διεκδικήσεις της νέας πλειοψηφίας. Βασικά αιτήματα του «Διεκδικητικού Πλαισίου – Προγράμματος δράσης» της τελευταίας ήταν η κατάργηση του ισχύοντος Π.Δ. 360/92 της κυβέρνησης Μητσοτάκη και η θέσπιση ενός καινούριου «νόμου πλαίσιο» για την ΕΥΠ, με ολοκληρωτική αποστρατιωτικοποίησή της και διακομματικό έλεγχο της λειτουργίας της από διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή -η οποία όχι μόνο θα εκλέγει το διοικητή της αλλά θα ελέγχει και τη διάθεση των «μυστικών κονδυλίων». Ακόμη ριζοσπαστικότερη, στις δεδομένες συνθήκες, φαίνεται η επιμονή της παράταξης στην «καθιέρωση του Πόθεν Εσχες για όλους όσους υπηρετούν στην ΕΥΠ (Διοίκηση, Προσωπικό, Αποσπασμένοι από την ΕΛΑΣ και το ΥΕΘΑ) για τουλάχιστον 10 χρόνια μετά την απομάκρυνσή τους».

Ενα τέτοιο πρόγραμμα ενδοϋπηρεσιακού εκδημοκρατισμού και στοιχειώδους διαφάνειας μπορεί να μην άλλαζε δομικά τις λειτουργίες μιας μυστικής υπηρεσίας, αποδείχθηκε όμως υπερβολικά προωθημένο για τους εκσυγχρονιστικούς καιρούς μας. Πόσο μάλλον, αφού η «Δημοκρατική Συνεργασία» (και κατ’ επέκταση η ΠΟΣΕΥΠ) δεν δίσταζε να εγκαλεί τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ για τη διατήρηση του θεσμικού πλαισίου των κυβερνήσεων της ΝΔ και τις διοικήσεις της ΕΥΠ για «αντιδημοκρατική πρακτική» (26.10.94), ακόμη και για «διωγμούς υπαλλήλων που πρόσκεινται στον αντιδεξιό χώρο» (14.6.94).

Το Σεπτέμβριο του 1999, η υπουργός Εσωτερικών Βάσω Παπανδρέου θεσπίζει ειδική διάταξη (§ 27 του Ν. 2738), με την οποία ο συνδικαλισμός της ΕΥΠ «δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που προσδιορίζονται από τις ιδιομορφίες» της υπηρεσίας: απαγορεύεται η συμμετοχή των υπαλλήλων της σε «εκδηλώσεις πολιτικών ή συνδικαλιστικών φορέων», αποκλείεται η ανάμιξη των συνδικαλιστών «σε θέματα διοίκησης» κι επιβάλλεται η διεξαγωγή των αρχαιρεσιών της ΠΟΣΕΥΠ με ενιαίο ψηφοδέλτιο -έτσι ώστε να εκλείψει το φαινόμενο της οργανωμένης προώθησης προγραμμάτων από συγκροτημένες παρατάξεις. Ταυτόχρονα προβλέπεται η μετάταξη του «πλεονάζοντος» προσωπικού σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, πρακτική που θα χρησιμοποιηθεί για την εκκαθάριση ενδοπασοκικών (κυρίως) λογαριασμών.

Εκτοτε, οι πολιτικές παρατάξεις εξαφανίζονται από το εσωτερικό της ΕΥΠ. Η κομματική ταυτότητα των συνδικαλιστών εξακολουθεί φυσικά να είναι γνωστή (στο σημερινό ΔΣ μετέχουν λ.χ. 9 «πασόκοι» και 2 «νεοδημοκράτες»), απουσιάζει όμως κάθε προγραμματική ζύμωση και συζήτηση για τα χαρακτηριστικά ή τις προοπτικές εκδημοκρατισμού της υπηρεσίας.
 

 

Οι περιπέτειες ΕΥΠ-MI6

Η σκοτεινή υπόθεση με τις ανακρίσεις Πακιστανών μεταναστών στην Αθήνα και ιδιαίτερα η αποκάλυψη της ταυτότητας του Νίκολας Λάνγκμαν ξανάφερε στο προσκήνιο τις σχέσεις των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών με τη βρετανική MI6. Χρήσιμο είναι λοιπόν να θυμηθούμε ορισμένα στοιχεία που είδαν σχετικά πρόσφατα το φως της δημοσιότητας.

Το Δεκέμβριο του 2002 εκδόθηκε το βιβλίο των Παπαχελά-Τέλλογλου «Φάκελος 17 Νοέμβρη». Πέρα από τις επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς για την ακρίβεια των στοιχείων και των εκτιμήσεων που περιλαμβάνει (βλ. «Ενας, δύο, πολλοί Ζεράρ ντε Βιλιέ», Ιός, 26/1/03), το βιβλίο διαθέτει ασφαλώς πηγές από αυτές τις υπηρεσίες. Αναφέρει λοιπόν το βιβλίο στη σ. 206-7:

«Ο υπεύθυνος της MI6 για την Ευρώπη ήλθε στην Αθήνα και συναντήθηκε με παλιούς του γνωστούς, τους οποίους γνώριζε από τη δεκαετία του 1980 όταν υπηρετούσε ως σταθμάρχης της υπηρεσίας στη βρετανική πρεσβεία. Ενας από τους ανθρώπους που συνάντησε και τον ρωτούσε για πιθανές σχέσεις της 17 Νοέμβρη με το ΠΑΚ ήταν ο πρώην αρχηγός της ΕΥΠ Κώστας Τσίμας. Η ειρωνεία στην υπόθεση είναι πως ο Βρετανός αξιωματούχος είχε διωχθεί από την Αθήνα έπειτα από απαίτηση του Τσίμα, όταν του ζήτησε πληροφορίες για τις σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τον Λίβυο ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι».

Η αναφορά αυτή γίνεται στο κεφάλαιο «Οι φιλικές ανακρίσεις», στο οποίο περιγράφεται η συνεργασία ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στην προσέγγιση ατόμων και την άτυπη ανάκρισή τους το 2001 έως τις αρχές του 2002 για την υπόθεση της 17Ν. Πρόκειται για μια πρακτική εξίσου παράνομη μ' εκείνη που χρησιμοποιήθηκε το καλοκαίρι με τους Πακιστανούς μετανάστες. Μόνο που η ελληνική υπηκοότητα και το κοινωνικό στάτους των ανακρινομένων (καθηγητές πανεπιστημίου, κλπ) επέβαλε κάπως πιο διακριτική μεταχείριση. Αλλά η ουσία της ανάκρισης, οι απειλές, η μυστικότητα και η αυθαιρεσία ήταν παρόμοια.

Ο Κώστας Τσίμας με δήλωσή του μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο των Παπαχελά-Τέλλογλου διέψευσε μόνο το σημείο που αναφέρει ότι συναντήθηκε το 2001 ή 2002 με τον τότε υπεύθυνο της MI6 για την Ευρώπη και άλλοτε σταθμάρχη της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας στην Αθήνα. Κάνει όμως κι αυτός λόγο για τη «βιαστική αποχώρηση» του σταθμάρχη την εποχή που ο ίδιος ήταν διοικητής της ΕΥΠ.

Η υπόθεση ξεκαθαρίζει το 2004 με την έκδοση του βιβλίου «Σελίδες Ζωής», το οποίο περιέχει τις αναμνήσεις του Κώστα Τσίμα. Το βιβλίο περιλαμβάνει ολόκληρο κεφάλαιο (σ. 234-7), στο οποίο περιγράφεται η επίσκεψη του σταθμάρχη της MI6 στον Κώστα Τσίμα, μόλις εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση της ΕΥΠ (1987). Κατά τις συνήθειες των συνεργαζόμενων μυστικών υπηρεσιών ο σταθμάρχης της MI6 ζήτησε από τον Ελληνα διοικητή της ΕΥΠ πληροφορίες για στρατιωτικούς στόχους στη Λιβύη. Τα ονόματα της Μεγάλης Βρετανίας και της Λιβύης δεν αναγράφονται στο βιβλίο, αλλά οι δύο χώρες «φωτογραφίζονται», εφόσον σε υποσημείωση παραπέμπεται ο αναγνώστης στο βιβλίο των Παπαχελά-Τέλλογλου.

Ο Κώστας Τσίμας ζήτησε ως αντάλλαγμα πληροφορίες για τις στρατιωτικές δυνάμεις στα κατεχόμενα της Κύπρου. Ο βρετανός αντέδρασε, λέγοντας ότι η Τουρκία είναι κι αυτή σύμμαχος χώρα. Ο Τσίμας του αντέτεινε ότι κι η Ελλάδα έχει φιλικές σχέσεις με τη Λιβύη. Τότε ο σταθμάρχης εξερράγη: «Τέτοια κάνετε, δεν είστε συνεργάσιμοι και γι' αυτό σας κατηγορούν ότι καλύπτετε την τρομοκρατία».

Ο διοικητής της ΕΥΠ εκνευρίστηκε με τη σειρά του: «Go fuck yourself. Εξω αλήτη απ' το γραφείο μου», ήταν τα λόγια του. Με τη σύμφωνη γνώμη του Ανδρέα Παπανδρέου ζητήθηκε η αποχώρησή του εντός 48 ωρών.

Ο τότε σταθμάρχης έφυγε. Αλλά ξαναήρθε, όπως υποστηρίζουν οι Παπαχελάς-Τέλλογλου, τροπαιούχος το 2001. Και απ' ό,τι φαίνεται επέστρεψε (ο ίδιος ή κάποιος στενός συνεργάτης του) το 2005. Και δεν ήλθε μόνο για να τρέξει στον Μαραθώνιο της Αθήνας.
 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Phillip Knightley, «The second oldest profession. The spy as a bureaucrat, patriot, fantasist and whore» (Λονδίνο 1986, εκδ. Andre Deutsch). «Το δεύτερο παλιότερο επάγγελμα του κόσμου» ή η ιστορία των μυστικών υπηρεσιών και των πρακτόρων τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εισαγωγή, με την κωδικοποίηση της επιχειρηματολογίας που οι εν λόγω υπηρεσίες χρησιμοποιούν -σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου- για να δικαιολογούν τόσο τις αποτυχίες όσο και τα προνόμιά τους.

Κώστας Τσίμας, «Σελίδες ζωής. Αγώνες για την ελευθερία και τη δημοκρατία» (έρευνα-εισαγωγή Νίκος Κλειτσίκας, Αθήνα 2003, εκδ. Προσκήνιο). Αυτοβιογραφία ενός αγωνιστή του ΠΑΚ που εξελίχθηκε στον πρώτο μη στρατιωτικό διοικητή της ΕΥΠ.

Γιάννης Λάμψας, «Ο στρατηγός Νάτσινας της ΚΥΠ ομιλεί και αποκαλύπτει» («Ελεύθερος Κόσμος» 26-31.7.1966). Σειρά αγιογραφικών δημοσιευμάτων για την πρώτη φάση της ΚΥΠ, με βάση αφηγήσεις του ιδρυτή της. Ενδιαφέρουσα κυρίως ως «επικοινωνιακό» μοντέλο που διατηρεί την επικαιρότητά του μέχρι σήμερα.

Βουλή των Ελλήνων «Πρακτικά». Οι συζητήσεις για τη δράση των μυστικών υπηρεσιών, παρόλη τη γενικότητά τους, αποτελούν τη μοναδική εναλλακτική επίσημη πηγή για το ζήτημα. Βλ. ιδίως τις συνεδριάσεις της 7.5.53 (σύσταση της ΚΥΠ), της 1-2.2.1984 (Ν. 1415), της 30.-7.8.1986 (Ν. 1645) και της 2.12.1991 (ομαδική ερώτηση βουλευτών για τις μετατάξεις υπαλλήλων της ΕΥΠ και τις παρακολουθήσεις πολιτικών επί κυβέρνησης Μητσοτάκη).


ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (www.nis.gr). Ο επίσημος -αλλά εξαιρετικά φτωχός- δικτυακός τόπος της ΕΥΠ.

 

(Ελευθεροτυπία, 22/1/2006)

 

www.iospress.gr