ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 

"Γυναίκες αναψυχής"
 

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, παρουσιάζουμε σήμερα ένα μουσείο που άνοιξε πρόσφατα στο μακρινό Τόκιο. Στόχος του να βγάλει από τη λήθη τα σεξουαλικά μαρτύρια που υπέστησαν διακόσιες χιλιάδες γυναίκες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και, ταυτόχρονα, να ρίξει φως σε ένα αποσιωπημένο έγκλημα διαρκείας.

 

Το Μουσείο των Γυναικών για τον Πόλεμο και την Ειρήνη λειτουργεί εδώ και λίγους μήνες στο Τόκιο και, ασφαλώς, δεν περιλαμβάνεται στα αξιοθέατα της πόλης που η ιαπωνική κυβέρνηση προτείνει στους επίσημους προσκεκλημένους της. Μοναδικό στο είδος του, το μουσείο αυτό επιχειρεί να σπάσει τη σιωπή που εδώ και εξήντα χρόνια καλύπτει διεθνώς ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα που σημειώθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: το σύστημα της σεξουαλικής δουλείας που ο ιαπωνικός στρατός επέβαλε στις χώρες που κατακτούσε, οδηγώντας στο μαρτύριο διακόσιες χιλιάδες γυναίκες από την Κορέα, την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες, την Κίνα, την Ινδονησία, το Ανατολικό Τιμόρ, τη Μαλαισία, αλλά και την ίδια την Ιαπωνία.

Το καλά φυλαγμένο «μυστικό» αφορά πρώτιστα την Ιαπωνία και σχετίζεται με το μεγαλύτερο ταμπού της μεταπολεμικής ιαπωνικής κοινωνίας, την ενοχή δηλαδή του αυτοκράτορα Χιροχίτο για τα τρομακτικά εγκλήματα που διέπραξαν τα ιαπωνικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αφορά όμως και τις συμμαχικές κυβερνήσεις που συγκάλυψαν την υπόθεση για να προστατεύσουν τον Χιροχίτο, όσο και τους διεθνείς οργανισμούς που επί δεκαετίες αρνήθηκαν να πιέσουν αποτελεσματικά για μια, έστω καθυστερημένη, αποκατάσταση των θυμάτων που κατ' ευφημισμόν ονομάστηκαν «γυναίκες αναψυχής».

Σεξουαλική βία και πόλεμος

Είναι γνωστό ότι μόνον περιστασιακό και βραχύβιο υπήρξε το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για τη σεξουαλική βία που υφίστανται οι γυναίκες κατά τη διάρκεια των πολέμων. Στις δίκες της Νυρεμβέργης, για παράδειγμα, η έμφυλη σεξουαλική βία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης. Εξίσου «αόρατοι» παρέμειναν οι βιασμοί Γερμανίδων από τα συμμαχικά στρατεύματα προς το τέλος του πολέμου, ενώ παρόμοια τύχη επιφυλάχθηκε στις 200.000 Βεγγαλέζες που υπήρξαν θύμα βιασμού το 1971 κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας από το Πακιστάν. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στο Περού, τη Λιβερία, τη Μιανμάρ και, κυρίως, τη Ρουάντα σημαδεύτηκαν επίσης από συστηματικούς βιασμούς των «γυναικών του αντιπάλου», οι οποίοι ελάχιστα απασχόλησαν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Εξαίρεση αποτέλεσαν, ως γνωστόν, οι βιασμοί που υπέστησαν γυναίκες της βοσνιακής μουσουλμανικής κοινότητας από Σέρβους κατά τους πολέμους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Το γεγονός ότι οι βιασμοί αυτοί πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη από λευκούς άνδρες σε βάρος λευκών γυναικών και υπήρξαν κεντρικό εργαλείο μιας επιχείρησης «εθνοκάθαρσης» προσέδωσε στην υπόθεση μια μοναδικότητα η οποία σχετικοποιείται, αν κοιτάξουμε τι συμβαίνει και σε άλλους πολέμους με μια λιγότερο «δυτικοκεντρική» ματιά.

Στο κλίμα αυτό, ο αγώνας για να γίνει γνωστή η «λησμονημένη» πτυχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου που αφορά το ιαπωνικό στρατιωτικό σύστημα σεξουαλικής δουλείας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για την οφειλόμενη έκφραση έμπρακτης συγγνώμης στα θύματα που επέζησαν. Πρόκειται, κυρίως, για την αποκάλυψη των μηχανισμών που οδηγούν στην αποσιώπηση των πολεμικών σεξουαλικών εγκλημάτων, μια διαδικασία απαραίτητη για να σταματήσει κάποτε η σεξουαλική βία κατά των γυναικών να θεωρείται μια δευτερεύουσα «παράπλευρη απώλεια» του πολέμου.

Οι προσπάθειες να έρθουν στο φως στοιχεία για το ξεχασμένο ιαπωνικό έγκλημα ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του '80, όταν η ιστορική έρευνα για τις κορεάτισσες «γυναίκες αναψυχής» διευκόλυνε κάποιες επιζώσες να σπάσουν για πρώτη φορά τη σιωπή δεκαετιών. Ακολούθησε, το 1991, η πρώτη δικαστική προσφυγή θύματος εναντίον της Ιαπωνίας και από τότε ακολούθησαν και άλλες, ενώ η υπόθεση τέθηκε προς συζήτηση και σε διεθνείς οργανισμούς. Αρχικά, η ιαπωνική κυβέρνηση αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη των αρχών της χώρας στο σύστημα σεξουαλικής δουλείας, αργότερα υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες γυναίκες υπήρξαν πόρνες που «υπηρέτησαν» εθελοντικά το στράτευμα. Στο μεταξύ, η ιστορική έρευνα αποκάλυπτε νέα στοιχεία που αποδείκνυαν την κεντρική, θεσμοποιημένη, οργάνωση και το απίστευτο εύρος του συστήματος, επιβεβαιώνοντας τις μαρτυρίες των θυμάτων που σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς τολμούσαν πλέον να δημοσιοποιήσουν τις επώδυνες εμπειρίες τους.

«Πήγαν γυρεύοντας...»

Καθώς ο καιρός περνούσε και τα δικαστήρια απέρριπταν τη μία μετά την άλλη τις προσφυγές των θυμάτων, έγινε σαφές ότι οι ιαπωνικές αρχές δεν είχαν την πρόθεση να αντιμετωπίσουν το παρελθόν έστω και με την ελάχιστη αυτοκριτική διάθεση. Απορριπτική στάθηκε και η στάση των αμερικανικών αρχών, όταν ορισμένα θύματα ανέτρεξαν σε νόμο που επιτρέπει σε πολίτες τρίτων χωρών να γυρέψουν το δίκιο τους στα αμερικανικά δικαστήρια. Στο μεταξύ, οι αποδείξεις σωρεύονταν και οι αντιδράσεις γυναικείων και ανθρωπιστικών οργανώσεων πλήθαιναν. Στα μέσα της δεκαετίας του '90, η ιαπωνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να ψελλίσει μια μασημένη «συγγνώμη» προς τις χώρες προέλευσης των θυμάτων (αγνοώντας τα ίδια τα θύματα) και να δημιουργήσει ένα ιδιωτικό ταμείο ενίσχυσης των «γυναικών αναψυχής» . Οι περισσότερες επιζώσες αρνήθηκαν τα ψίχουλα που τους αναλογούσαν από τις δωρεές κάποιων ιαπωνικών εταιρειών και αποφάσισαν να συνεχίσουν τον αγώνα για την πλήρη αποκατάστασή τους.

Στο απογοητευτικό αυτό κλίμα έμελλε να συγκληθεί στο Τόκιο το Διεθνές Δικαστήριο των Γυναικών για τα Εγκλήματα Πολέμου και την Ιαπωνική Στρατιωτική Σεξουαλική Δουλεία. Τη διοργάνωσή του ανέλαβαν τρεις δραστήριες οργανώσεις: το κορεάτικο Συμβούλιο για τις Γυναίκες που Επιστρατεύτηκαν από την Ιαπωνία για να Υπηρετήσουν τη Στρατιωτική Σεξουαλική Δουλεία, το ιαπωνικό Δίκτυο για τη Βία κατά των Γυναικών στον Πόλεμο και το Ασιατικό Κέντρο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Γυναικών. Το Διεθνές Δικαστήριο υπήρξε αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά σοβαρής όσο και επίπονης προσπάθειας, στην οποία συνέβαλαν πολλές διεθνείς γυναικείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις. Στην έδρα βρέθηκαν νομικοί διεθνούς κύρους, οι κατήγοροι βασίστηκαν στα υλικά που συγκέντρωσαν ομάδες ειδικών από κάθε χώρα που υπέστη το σύστημα της στρατιωτικής σεξουαλικής δουλείας και στη διαδικασία συμμετείχαν ως εμπειρογνώμονες κορυφαίοι επιστήμονες (νομικοί, ιστορικοί, ψυχολόγοι). Τριάντα πέντε «γυναίκες αναψυχής» εξετάστηκαν ως μάρτυρες (πολύ περισσότερες ήταν παρούσες), ενώ βετεράνοι ιάπωνες στρατιώτες κλήθηκαν να αφηγηθούν τις πολεμικές τους εμπειρίες. Από τις 8 ως τις 12 Δεκεμβρίου 2000, πέντε χιλιάδες άτομα παρακολούθησαν τις εργασίες του δικαστηρίου, ενώ η τελική ετυμηγορία ανακοινώθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2001 στη Χάγη. Υποστηρίζοντας ότι ο νόμος μπορεί -και πρέπει- να λειτουργεί ως εργαλείο στο οποίο έχει δικαίωμα να καταφεύγει και η κοινωνία των πολιτών, το δικαστήριο ακολούθησε μια καθ' όλα υποδειγματική διαδικασία. Και είναι χαρακτηριστικό ότι φρόντισε να δικάσει παίρνοντας υπόψη τη νομοθεσία που ίσχυε την εποχή που διαπράχθηκαν τα εγκλήματα.

Στην εκτενή απόφασή του (1094 παράγραφοι), το Διεθνές Δικαστήριο των Γυναικών ήταν σαφέστατο: η σεξουαλική δουλεία υπήρξε μια συστηματική, οργανωμένη και θεσμικά κατοχυρωμένη πρακτική, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από την ιαπωνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, προκαλώντας αφάνταστα μαρτύρια σε διακόσιες χιλιάδες γυναίκες. Συνήθως ανήλικες, από εξαθλιωμένες αγροτικές περιοχές των κατακτημένων χωρών, οι γυναίκες αυτές απήχθησαν από τον ιαπωνικό στρατό και κλείστηκαν σε «σταθμούς αναψυχής», όπου υποβλήθηκαν σε καθημερινούς βιασμούς και σεξουαλικά βασανιστήρια. Πολλές δολοφονήθηκαν προς το τέλος του πολέμου, κι όσες επέζησαν καταδικάστηκαν σε σιωπή προκειμένου να μη στιγματιστούν ως πόρνες.

Βασισμένο σε αδιάσειστα στοιχεία, το δικαστήριο έκρινε τον Χιροχίτο και εννέα υψηλόβαθμους ιάπωνες αξιωματούχους ένοχους για βιασμό και σεξουαλική δουλεία και τεκμηρίωσε νομικά ότι τα εγκλήματα αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Απαίτησε ακόμη από την ιαπωνική κυβέρνηση να ζητήσει ρητά συγγνώμη από τις γυναίκες και να τις αποζημιώσει, να περιλάβει τις εμπειρίες τους στα σχολικά βιβλία ιστορίας, να δώσει στη δημοσιότητα τα επίσημα ντοκουμέντα που αποκρύπτει, να εντοπίσει τους βασικούς υπεύθυνους των «σταθμών αναψυχής» και να τιμωρήσει τους επιζώντες. Ταυτόχρονα, κάλεσε τις (τέως) συμμαχικές κυβερνήσεις να αποδεχθούν τις ευθύνες τους στη συγκάλυψη των γεγονότων και να πάψουν να θεωρούν άκρως απόρρητα τα ενοχοποιητικά στοιχεία που διαθέτουν από τον καιρό του πολέμου σε βάρος του Χιροχίτο.

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου των Γυναικών αποτέλεσε τομή στην εξέλιξη της ιστορίας, κυρίως γιατί πρόσφερε μια σημαντική ηθική ικανοποίηση στα θύματα της σεξουαλικής δουλείας. Ο αγώνας ωστόσο για την αποκατάστασή τους έχει πολύ δρόμο ακόμη. Η ιαπωνική κυβέρνηση έθαψε την είδηση και δεν έδωσε δείγματα ότι θα αλλάξει στάση, ενώ τα δικαστήρια της χώρας συνέχισαν απτόητα να απορρίπτουν τις προσφυγές που καταθέτουν οι επιζώσες. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι «γυναίκες αναψυχής» έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν την ιαπωνική εκδοχή του ρεύματος που επιχειρεί διεθνώς την «αναθεώρηση» της ιστορίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ακροδεξιών αντιλήψεων αλλά με ισχυρά ερείσματα στο κυβερνών κόμμα, οι ιάπωνες «αναθεωρητές» -«ομάδα με φιλελεύθερες ιστορικές ιδέες», αυτοαποκαλούνται- έχουν αποδυθεί σε μια σκληρή προσπάθεια για να αποκαταστήσουν την ανύπαρκτη τιμή του Χιροχίτο. Προϋπόθεση, να πείσουν ότι οι «γυναίκες αναψυχής» δεν υπήρξαν ποτέ. Κι αν υπήρξαν, ήταν πουτάνες, και πήγαιναν γυρεύοντας...
 



Το μουσείο που σπάει τη σιωπή

Γνωρίσαμε τη Μίνα Γουατανάμπε, γενική γραμματέα του Μουσείου των Γυναικών για τον Πόλεμο και την Ειρήνη, κατά τη διάρκεια συνάντησης που διοργάνωσε η Παγκόσμια Πορεία Γυναικών στη φετινή γιορτή της εφημερίδας «Εποχή». Συζητήσαμε μαζί της για το μουσείο και της ζητήσαμε να μας ενημερώσει για τις εξελίξεις στο ζήτημα των «γυναικών αναψυχής»:


* Το Μουσείο Γυναικών για τον Πόλεμο και την Ειρήνη είναι το πρώτο μουσείο στον κόσμο που εστιάζει το ενδιαφέρον του στη βία που υφίστανται οι γυναίκες κατά τη διάρκεια των πολέμων. Εξηγήστε μας περί τίνος ακριβώς πρόκειται.

Μίνα Γουατανάμπε: Αν επισκεφθείτε το μουσείο, θα δείτε καταρχάς τα πορτρέτα 143 «γυναικών αναψυχής», γυναικών δηλαδή που επέζησαν από το ιαπωνικό σύστημα σεξουαλικής δουλείας που ίσχυσε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Δύο φορές το χρόνο διοργανώνουμε ειδικές εκθέσεις. Η τελευταία αφορούσε το Διεθνές Δικαστήριο των Γυναικών. Τώρα προγραμματίζουμε χωριστές εκθέσεις για τις επιζώσες κάθε χώρας στην οποία εφαρμόστηκε το σύστημα της σεξουαλικής δουλείας. Πρόθεσή μας είναι να παρουσιάσουμε τη συνολική διαδρομή κάθε μιας από τις γυναίκες αυτές και να μην επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην περίοδο του μαρτυρίου τους. Κατά τη διάρκεια των εκθέσεων, οι επισκέπτες και οι επισκέπτριες του μουσείου θα έχουν τη δυνατότητα να συναντήσουν και να επικοινωνήσουν με τις επιζώσες.

Εκτός αυτού, στο αρχειακό τμήμα του μουσείου φυλάσσουμε τα ντοκουμέντα για την εμπλοκή του ιαπωνικού στρατού στο σύστημα της σεξουαλικής δουλείας. Ούτως ή άλλως, η ιστορική έρευνα συνεχίζεται. Τον Αύγουστο θέσαμε σε λειτουργία μια τηλεφωνική γραμμή για «γυναίκες αναψυχής» και μέσα σε ένα μήνα ήρθαμε σε επαφή με 86 ακόμη επιζώσες.

Καθώς όμως η βία κατά των γυναικών συνεχίζεται αμείωτη, στο μουσείο θα βρείτε και μαρτυρίες γυναικών που υπέστησαν έμφυλη βία κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια σε δεκαεφτά χώρες.

* Το Μουσείο βασίζεται σε μια ιδέα της Ματσούι Γιαγιόρι που, απ' ό,τι γνωρίζουμε, υπήρξε μια σημαντική φυσιογνωμία του ιαπωνικού φεμινισμού. Μιλήστε μας λίγο γι' αυτήν.

Μίνα Γουατανάμπε: Η Ματσούι Γιαγιόρι γεννήθηκε το 1934 στο Κιότο και μεγάλωσε στο Τόκιο. Παρά το γεγονός ότι πέρασε τέσσερα από τα μαθητικά της χρόνια στο κρεβάτι, άρρωστη βαριά από φυματίωση, κατόρθωσε να μπει στο πανεπιστήμιο, όπου σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις. Στη συνέχεια, με κάποιο πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών, βρέθηκε για σπουδές στις ΗΠΑ και μετά στη Γαλλία. Γυρίζοντας, ήταν πια αποφασισμένη να αφιερωθεί στον αγώνα για την άρση των διακρίσεων που βασίζονται στο φύλο, τη φυλή, την εθνότητα κ.ο.κ. Από το 1961, δημοσιογράφος πια στην Ασάχι Σιμπούν, ασχολήθηκε με «δύσκολα» θέματα σχετικά με την υγεία και το περιβάλλον, όπως για παράδειγμα τη μόλυνση του περιβάλλοντος που εξάγει η Ιαπωνία σε διάφορα σημεία της Ασίας. Μετά τη συνάντησή της με το αμερικανικό κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών άρχισε να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των γυναικών. Η έρευνά της για τον ιαπωνικό σεξουαλικό τουρισμό σε άλλες ασιατικές χώρες την έφερε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το πρόβλημα της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών τον καιρό του πολέμου. Το 1994 παραιτήθηκε από την Ασάχι Σιμπούν και ίδρυσε ένα Κέντρο Γυναικών που έγινε η βάση της για τις φεμινιστικές και δημοσιογραφικές δραστηριότητές της. Το 1998, δημιούργησε το Δίκτυο Για τη Βία κατά των Γυναικών στον Πόλεμο και δύο χρόνια αργότερα πρότεινε τη σύγκληση του Διεθνούς Δικαστηρίου των Γυναικών. Το 2002, η Ματσούι έμαθε ότι έχει καρκίνο του ήπατος. Της απέμεναν τέσσερις μήνες, και τους αφιέρωσε στη συγγραφή της αυτοβιογραφίας της και στο τελευταίο σχέδιό της, την ίδρυση ενός Μουσείου των Γυναικών για τον Πόλεμο και την Ειρήνη. Πεθαίνοντας, άφησε ό,τι είχε και δεν είχε για τη δημιουργία αυτού του μουσείου.

* Θα θέλατε να αναφερθείτε συνοπτικά στα χαρακτηριστικά του κινήματός σας; Ποια η σχέση του με άλλες φεμινιστικές ομάδες, αριστερές κινήσεις, ανεξάρτητους ακτιβιστές κ.ο.κ.;

Μίνα Γουατανάμπε: Αρχικά, ολόκληρο το φάσμα του γυναικείου κινήματος της χώρας υποστήριξε την προσπάθεια να βγουν από τη λήθη και να αποκτήσουν φωνή οι «γυναίκες αναψυχής». Στα 1995, η ίδρυση του Ταμείου των Γυναικών της Ασίας αποδυνάμωσε το κίνημα και οδήγησε στη διάσπασή του. Οι λόγοι δεν είναι απλό να εξηγηθούν και σχετίζονται με την πολιτική κατάσταση. Την εποχή εκείνη, τις εκλογές κέρδισε το Σοσιαλιστικό Κόμμα που πρότεινε τη δημιουργία αυτού του ταμείου με τη σύμφωνη γνώμη των φιλελευθέρων. Πρόκειται για ένα ταμείο που συγκεντρώνει μικροποσά από ιδιωτικές εταιρείες σε εθελοντική βάση. Στόχος του είναι να προσφέρει ελεημοσύνη σε περιορισμένο αριθμό γυναικών που επέζησαν. Οι περισσότερες γυναίκες αρνήθηκαν τα χρήματα, καταγγέλλοντας ότι πρόκειται για έναν ακόμη εξευτελισμό τους. Από τότε πέρασε καιρός, η αποτυχία του προγράμματος έγινε σαφής και έτσι κατά κάποιον τρόπο ολόκληρο το γυναικείο κίνημα υποστηρίζει και πάλι τη δουλειά μας.

Σε ό,τι τώρα αφορά την αριστερά και το Κομμουνιστικό Κόμμα, η στάση τους είναι θετική, καθώς εντάσσουν το ζήτημα των «γυναικών αναψυχής» στις λοιπές ευθύνες της Ιαπωνίας στον πόλεμο, όπως είναι, για παράδειγμα, η καταναγκαστική εργασία, οι δοκιμές χημικών όπλων ή οι σφαγές σε διάφορες ασιατικές χώρες. Από την άποψη αυτή, πιστεύω ότι ολόκληρο το φάσμα του γυναικείου κινήματος και όλες οι εκδοχές της αριστεράς θεωρούν θετική την ίδρυση του μουσείου, μια και επιθυμούν να αποκαλυφθούν τα ιαπωνικά εγκλήματα πολέμου και οι μαρτυρίες των θυμάτων να γίνουν γνωστές και στις νεότερες γενιές. Μόνον οι «αναθεωρητές» αντιδρούν βίαια.

* Ποια είναι η εμβέλεια των «αναθεωρητικών» θέσεων που εκφράζονται από την «ομάδα με τις φιλελεύθερες ιστορικές ιδέες», όπως αυτοαποκαλούνται εκείνοι που προσπαθούν να αποκρύψουν τα εγκλήματα πολέμου της Ιαπωνίας, ως εκ τούτου αρνούνται και την ύπαρξη του συστήματος σεξουαλικής δουλείας;

Μίνα Γουατανάμπε: Αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους «αποτελεσματικότητας» των απόψεων αυτών, τότε πρέπει να αναφέρουμε ότι κατάφεραν να απαλείψουν από τα σχολικά βιβλία κάθε αναφορά στις «γυναίκες αναψυχής». Θυμίζω ότι η πρώτη επιζώσα έσπασε τη σιωπή της στα 1991, ενώ η κυβέρνηση παραδέχθηκε έμμεσα την ευθύνη των ιαπωνικών αρχών στα 1993. Ετσι, κάποιες αναφορές στην υπόθεση εμφανίστηκαν στα σχολικά βιβλία στα 1997. Τα χρόνια που ακολούθησαν, οι «αναθεωρητές» άσκησαν μεγάλες πιέσεις έως ότου, πέρυσι, πέτυχαν να εξοβελίσουν από τα βιβλία κάθε σχετική μνεία. Για τις «γυναίκες αναψυχής» υπάρχει πλέον μία φράση σε δύο μόνο βιβλία ιστορίας. Σημειωτέον ότι συντηρητικοί ιάπωνες πολιτικοί υποστήριξαν τους «αναθεωρητές» και ότι στο κυβερνών Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο στις τελευταίες εκλογές κέρδισε τα δύο τρίτα των εδρών, έχει σχηματιστεί μια ομάδα βουλευτών με στόχο την προώθηση των απόψεών τους. Πρόσφατα, για παράδειγμα, έγινε γνωστό ότι πρωτοκλασάτα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος άσκησαν πιέσεις ώστε να μην προβληθεί στην τηλεόραση μια εκπομπή για το Διεθνές Δικαστήριο των Γυναικών. Η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη. Σε ό,τι τώρα αφορά τη λεγόμενη κοινή γνώμη, υποθέτω ότι ο πολύς κόσμος δεν ενδιαφέρεται για το ζήτημα ή δεν ξέρει ποια πλευρά έχει δίκιο.



Τα απαγορευμένα λόγια

«Γυναίκες αναψυχής» που επέζησαν καταθέτουν στο Διεθνές Δικαστήριο των Γυναικών στο Τόκιο:

Ταϊβάν. Η Λιν Σεν-Τσουνγκ ήταν δεκαέξι ετών και δούλευε σε ιαπωνικό εργοστάσιο: «Μας είχαν εγκαταστήσει σε ένα γειτονικό κτίριο και δεν μας άφηναν να πάμε σπίτι μας μετά τη δουλειά. Μια μέρα, ο υπολοχαγός Ναλίντα Γκούνσκο με οδήγησε στην είσοδο μιας σπηλιάς και μου είπε να περιμένω. Εμφανίστηκε ένας ιάπωνας στρατιώτης και μου ζήτησε να του προσφέρω σεξουαλικές υπηρεσίες. Αρνήθηκα έντονα, κι εκείνος μου είπε ότι αυτό είναι μέρος της δουλειάς μου. Με βίασε. Καθημερινά, έξι εργάτριες πηγαίναμε εναλλάξ στο σημείο αυτό και προσφέραμε τις σεξουαλικές υπηρεσίες μας σε ένα κρεβάτι δέκα μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς. Πέντε στρατιώτες τη βραδιά. Στο ενδιάμεσο ξεκουραζόμαστε για μισή ώρα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να κλαίω συνέχεια». Εμεινε τρεις φορές έγκυος και της έκαναν έκτρωση. Επέστρεψε στο χωριό της όταν έφυγε ο ιαπωνικός στρατός.

Κορέα. Η Κιμ Μποκ-Ντονγκ ήταν δεκαπέντε ετών όταν οι γονείς της πιέστηκαν από τον ιαπωνικό στρατό να τη στείλουν για δουλειά μακριά από το χωριό της. Εκεί την υποχρέωσαν να γίνει «γυναίκα αναψυχής»: «Κάθε μέρα έρχονταν δεκαπέντε στρατιώτες, το Σαββατοκύριακο καμιά πενηνταριά. Οι αξιωματικοί έρχονταν χωριστές ώρες. Οταν ο κόλπος μου πρηζόταν και η διείσδυση ήταν δύσκολη, οι στρατιώτες έβαζαν μια αλοιφή στο προφυλακτικό και με βίαζαν. Οταν δεν ήξερα ότι μου είχε έρθει περίοδος και οι στρατιώτες έβλεπαν αίμα, θύμωναν πολύ και με χτυπούσαν».

Φιλιππίνες. Η Μάχιμα Ρεγάλα ντε λα Κρουζ έπεσε θύμα απαγωγής από ιάπωνες στρατιώτες που την άρπαξαν μαζί με τη μητέρα της και τις έκλεισαν σε ένα γειτονικό σπίτι. Κάθε βράδυ τις βίαζαν σε δύο χωριστά δωμάτια: «Ενας στρατιώτης μπήκε στο δωμάτιο και μου ζήτησε να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Αρνήθηκα. Ούρλιαζα και πάλευα, κι εκείνος τράβηξε το ξίφος του και με απείλησε. Με βίασε, αγνοώντας τις κραυγές και τα παρακάλια μου. Από τότε, λιποθυμούσα κάθε φορά που με πλησίαζε στρατιώτης. Καταλάβαινα ότι με βίαζαν από τους πόνους που ένιωθα όταν συνερχόμουν».

Μαλαισία. Η Ρόζαλιντ Σο ήταν είκοσι τεσσάρων όταν ιάπωνες στρατιώτες την άρπαξαν από το σπίτι της και τα παιδιά της. Τη φόρτωσαν σε ένα καμιόνι με άλλες συγχωριανές της και την οδήγησαν σε ένα «σταθμό αναψυχής», όπου της έδωσαν το όνομα Χανάκο. Εμεινε έγκυος και γέννησε ένα αγόρι, γιατί οι εκτρώσεις δεν επιτρέπονταν εκεί. Μετά τη γέννα την υποχρέωσαν να συνεχίσει.

Ινδονησία. Η Σουχανάχ ήταν δεκαεπτά ετών όταν έξι ιάπωνες στρατιώτες της πρόσφεραν δουλειά, κι όταν αρνήθηκε, την οδήγησαν με τη βία σε ένα «σταθμό αναψυχής» δύο χιλιόμετρα από το σπίτι της. Εκεί, την υπέβαλαν σε γυναικολογική εξέταση και στη συνέχεια τη μαστίγωσε και τη βίασε ένας στρατιώτης. Κάθε μέρα τη βίαζαν τρεις στρατιώτες και ο γιατρός. Ο βιασμός συνοδευόταν συνήθως και από άλλα βασανιστήρια.

Εφιαλτική ήταν και η μοίρα γυναικών ολλανδικής καταγωγής που ζούσαν στην Ινδονησία. Πολλές οδηγήθηκαν σε «σταθμούς αναψυχής» προορισμένους για τους ιάπωνες αξιωματικούς. Αφηγείται η Τζαν Ρουφ-Οχέρνι: «Ημασταν όλες παρθένες... Ηθελα να γίνω καλόγρια... Μας έδωσαν γιαπωνέζικα ονόματα, ονόματα λουλουδιών... Με τράβηξε από κάτω από το τραπέζι και με έσυρε στην κρεβατοκάμαρα. Τον κλοτσούσα, πάλευα, αλλά ήταν τόσο δυνατός... Με έριξε στο κρεβάτι κι έσκισε τα ρούχα μου. Πέρασε το σπαθί του σ' όλο μου το σώμα κι ύστερα με βίασε βάναυσα».

Ανατολικό Τιμόρ. Η Εσμεράλντα Μπόε ήταν παιδί όταν την άρπαξαν από ένα χωράφι κοντά στο σπίτι της. Δεν θυμάται πόσο χρόνων ήταν, αλλά θυμάται ότι δεν της είχε έρθει ακόμη περίοδος. Την πήγαν σε ένα σπίτι όπου τη βίασε ένας διοικητής ονόματι Σιμιμούρα: «Εβγαλε τα ρούχα του και μετά τα δικά μου. Ημουν μικρή, δεν καταλάβαινα τι έκανε. Με έσπρωξε στο κρεβάτι και με βίασε».
 

 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Yoshiaki Yoshimi
«Comfort Women: Sexual Slavery in the Japanese Military during World War II»

(Columbia University Press, 2000.)
Σημαντική ερευνητική δουλειά για το σύστημα της σεξουαλικής δουλείας που εφάρμοσε ο ιαπωνικός στρατός κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Rhonda Copelon
«Surfacing Gender. Reengraving Crimes Against Women in Humanitarian Law»

(στο: Nicole Ann Dombrowski (επιμ.), «Women and War in the Twentieth Century», Routledge, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 2004, σ. 332-359.)
Εξέταση των λόγων που καθιστούν αόρατα τα σεξουαλικά εγκλήματα κατά των γυναικών τον καιρό του πολέμου. Οι βιασμοί ως έγκλημα πολέμου και οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις στο διεθνές δίκαιο. Στην ίδια συλλογή άρθρων περιλαμβάνονται και άλλα ενδιαφέροντα κείμενα για τη σεξουαλική βία που υφίστανται οι γυναίκες στον πόλεμο.

Keith Howard
«True Stories of the Korean Comfort Women»

(εκδ. Cassel, Λονδίνο 1995.)
Μαρτυρίες γυναικών από την Κορέα που εξαναγκάστηκαν να γίνουν «γυναίκες αναψυχής». Η ανθολόγηση οφείλεται στη δραστήρια κορεατική οργάνωση Συμβούλιο για τις Γυναίκες που Επιστρατεύτηκαν από την Ιαπωνία για να Υπηρετήσουν τη Στρατιωτική Σεξουαλική Δουλεία.



ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

www.jca.apc.org/vaww-net-japan/english
Η αγγλική ιστοσελίδα του ιαπωνικού Δικτύου Βία κατά των Γυναικών στον Πόλεμο, η οποία περιλαμβάνει πλούσια πληροφόρηση για τις κινήσεις που οδήγησαν στην αποκάλυψη του συστήματος στρατιωτικής σεξουαλικής δουλείας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

www.wam-peace.org
Η ανολοκλήρωτη ακόμη ιστοσελίδα του Μουσείου Γυναικών για τον Πόλεμο και την Ειρήνη.

 

(Ελευθεροτυπία, 27/11/2005)

 

www.iospress.gr