ΩΡΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ

 

Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα
 


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   



Μια ακόμη εθνική γιορτή πλησιάζει, και οι μαθητές ετοιμάζονται να μεταμφιεστούν και πάλι σε κουρδιστά στρατιωτάκια. Αναζητώντας το φετινό «σκάνδαλο», κάποια μέσα «ανακάλυψαν» την καθηγήτρια που εδώ και χρόνια καταγγέλλει τις μαθητικές παρελάσεις ως μιλιταριστικό απολίθωμα άλλων εποχών. Μόνο που οι φωνές για την κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού έχουν πια πληθύνει...
 

Εθνική γιορτή με τις απαραίτητες μαθητικές παρελάσεις εν όψει, και το φετινό «σκάνδαλο» προαναγγέλθηκε ήδη με τον πλέον ρητό τρόπο από την καθ' ύλην αρμόδια «Espresso»: «Καθηγήτρια αρνείται να συνοδέψει τα παιδιά στην παρέλαση», διαλαλούσε η εφημερίδα στο πρωτοσέλιδο της Τετάρτης 2 Μαρτίου, φροντίζοντας να συμπληρώσει την «αποκάλυψη» με τον υπότιτλο «Επικαλείται ιδεολογικούς λόγους» και την απαραίτητη επισήμανση ότι η στάση αυτή της καθηγήτριας προκαλεί ήδη «θύελλα αντιδράσεων και αναστάτωση στο λύκειο της Καστέλας». Από κοντά και τα κανάλια, ξεκίνησαν κι αυτά για την Καστέλα μην πάει και χάσουν την «καυτή» είδηση.

Παραμονές της 25ης Μαρτίου, και γίνεται ήδη φανερή η αγωνία κάποιων μέσων ενημέρωσης να προλειάνουν το έδαφος για μια νέα εκδοχή της επετειακής εθνικής κινδυνολογίας που τροφοδοτεί παράθυρα και πρωτοσέλιδα με την ευκαιρία μιας ακόμη μαθητικής παρέλασης. Ούτως ή άλλως, οι αλλοδαποί σημαιοφόροι δεν παρουσιάζουν πια το ενδιαφέρον των προηγούμενων χρόνων, το κοινό βαρέθηκε να ακούει για μεταναστόπουλα που τα καταφέρνουν καλύτερα από τα δικά μας παιδιά, καιρός λοιπόν να εντοπιστούν οι ημεδαποί μειοδότες που υπονομεύουν εκ των έσω τα εθνικά μας δίκαια.

Οψιμη «ανακάλυψη»

Για τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες της στήλης είναι προφανές ότι «είδηση» δεν υπάρχει. Η ιστορία της Φραντζέσκας Ρωμάνου, της καθηγήτριας φυσικής αγωγής που αρνείται να συνοδεύσει τους μαθητές της στην παρέλαση εξηγώντας με σαφήνεια τους λόγους που την οδηγούν στη στάση της αυτή, είναι γνωστή εδώ και τρία χρόνια. Τον Ιούνιο του 2002, όταν ασχοληθήκαμε για πρώτη φορά με το θέμα, διατυπώναμε την άποψη ότι η υπόθεση αυτή θα έπρεπε να λειτουργήσει σαν ευκαιρία για να συζητηθεί επιτέλους σοβαρά το ζήτημα των μαθητικών παρελάσεων. Θυμίζουμε ότι η καθηγήτρια Φραντζέσκα Ρωμάνου είχε καταγγείλει το θεσμό των μαθητικών παρελάσεων ως μιλιταριστικό κατάλοιπο ανελεύθερων καθεστώτων και είχε υποστηρίξει ότι οι λοιπές επετειακές εκδηλώσεις του σχολείου προσφέρουν ένα επαρκές πλαίσιο για την ανάπτυξη των επιθυμητών ιστορικών μηνυμάτων και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Θα υπέθετε κανείς, σημειώναμε, ότι η τοποθέτηση αυτή, και μάλιστα σε μια χρονική στιγμή που η υπόθεση δεν κινδύνευε να εκφυλιστεί σε έναν ακόμη «πόλεμο των παραθύρων», θα τροφοδοτούσε μια ψύχραιμη ανταλλαγή απόψεων για τα πραγματικά νοήματα που κρύβει η τελετουργική μεταμφίεση των μαθητών σε κουρδιστά στρατιωτάκια με την ετήσια ευκαιρία των δύο εθνικών επετείων. Με άλλα λόγια ελπίζαμε ότι είχε φτάσει η ώρα για να συζητηθεί στα σοβαρά η αποσύνδεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας από τις μιλιταριστικές πρακτικές που συνεχίζουν να εντάσσουν συμβολικά το σχολείο στην πολεμική προετοιμασία του έθνους.

Η συνέχεια της υπόθεσης απέδειξε ότι η συζήτηση αυτή δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί: η Φραντζέσκα Ρωμάνου διώχθηκε πειθαρχικά για τη στάση της, οι αρμόδιοι συνέχισαν να κουκουλώνουν το πρόβλημα με κινήσεις ασαφείς όσο και αντιφατικές, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα δεν φάνηκε πρόθυμη να προχωρήσει σε μια ουσιαστική αμφισβήτηση του αναχρονιστικού θεσμού. Τα χρόνια που μεσολάβησαν, και παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη καθηγήτρια συνέχισε να υπερασπίζεται με συνέπεια την «αιρετική» της θέση, οι μαθητικές παρελάσεις παρέμειναν στο απυρόβλητο, προσφέροντας την περιοδική αφορμή για έναν καθοδηγούμενο από τα τηλεοπτικά παράθυρα ρατσιστικό ξεσηκωμό των τοπικών κοινωνιών κατά των αριστούχων αλλοδαπών μαθητών που διεκδικούν το δικαίωμά τους να παρελάσουν ως σημαιοφόροι του σχολείου τους. Στο κλίμα αυτό, και καθώς η ημέρα μιας ακόμη μαθητικής παρέλασης πλησιάζει, η «ανακάλυψη» της παλιάς ιστορίας δίνει μια νέα τροπή στη σκανδαλοθηρική χρήση του θεσμού από εκείνα τα μέσα ενημέρωσης που τα τελευταία χρόνια έχουν αναγάγει τις μαθητικές παρελάσεις σε μείζον «εθνικό» ζήτημα.

Δίωξη και καταδίωξη

Αναζητήσαμε τη Φραντζέσκα Ρωμάνου για να πληροφορηθούμε τι ακριβώς προηγήθηκε του πρωτοσέλιδου της «Espresso». «Εχω κι εγώ το ερώτημα γιατί κάποια μέσα ενδιαφέρθηκαν αίφνης για ένα ζήτημα που εκκρεμεί εδώ και τρία χρόνια», μας εξήγησε. «Σαν να το θυμήθηκαν ξαφνικά. Την Κυριακή το βράδυ (27/2) δέχθηκα ένα e-mail από δημοσιογράφο της 'Espresso'. Μου έδινε διορία να του παραχωρήσω συνέντευξη και φωτογραφικό υλικό μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι. Τη Δευτέρα το πρωί, ο δημοσιογράφος αυτός και ένα κανάλι ήρθαν στο σχολείο και με έψαχναν, την ώρα που εγώ έλειπα με τους μαθητές μου σε αγώνες πινγκ-πονγκ. Απάντησα στο e-mail την Τρίτη το βράδυ, δηλαδή με δυο μέρες καθυστέρηση, λέγοντάς του ότι ευχαρίστως να τον συναντήσω και να του δώσω ό,τι υλικό χρειάζεται μετά τη γιορτή της 25ης Μαρτίου, καθώς και ότι θα μπορούσε, με άδεια του λυκειάρχη, να έρθει στο σχολείο το πρωί της παραμονής και να πάρει πλάνα από την εκδήλωση. Την Τετάρτη βγήκε το πρωτοσέλιδο. Υστερα από το δημοσίευμα αυτό, Τετάρτη πρωί, έξω από το σχολείο εμφανίστηκαν τρία κανάλια. Δεν τους μιλήσαμε, ούτε εγώ ούτε ο λυκειάρχης».

Παρακαλέσαμε τη Φραντζέσκα Ρωμάνου να μας αφηγηθεί τι συνέβη στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την πειθαρχική της δίωξη: «Στις 28 Ιουνίου 2002 τιμωρήθηκα κατά πλειοψηφία για τη στάση μου από το ΠΥΣΔΕ (Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) Πειραιά με πρόστιμο ίσο με αποδοχές είκοσι ημερών για 'ατελή ή μη έγκαιρη εκπλήρωση καθήκοντος'. Τα δύο μέλη του συμβουλίου που μειοψήφησαν είχαν προτείνει την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Στη συνέχεια κατέθεσα αίτηση ακύρωσης της ποινής μου στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά που δεν έχει ακόμη εκδικαστεί. Στο διάστημα που ακολούθησε, το σχολείο μου παρέλασε με συναδέλφους που με αντικατέστησαν και στην προετοιμασία των μαθητών, ενώ εγώ επέμεινα στην άρνηση του θεσμού. Υπήρξαν κάποιες κινήσεις συμπαράστασης, μεταξύ αυτών και ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης της ΕΛΜΕ Πειραιά που ζητά να επανεξεταστεί το θέμα από τα αρμόδια όργανα και να ανακληθεί η ποινή μου, αλλά εγώ περιμένω πάντα τη θέση της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ στο ζήτημα. Θετική ή αρνητική, αλλά πάντως μια θέση. Οπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει, επιθυμία μου είναι να τεθεί το πρόβλημα επί τάπητος και να γίνει ένας διάλογος μεταξύ αρμόδιων φορέων. Κατά τη γνώμη μου, ο δημόσιος υπάλληλος δεν είναι απλώς ένα πειθήνιο άτομο, αλλά πρέπει να έχει λόγο και άποψη. Δεν θα μου άρεσε η κατάργηση του θεσμού των παρελάσεων να γίνει με μια υπουργική απόφαση. Πρέπει να είναι προϊόν μιας συνειδητής διεργασίας που θα έχει συντελεστεί από την ίδια την κοινωνία ύστερα από προβληματισμό και διάλογο. Κατά τη γνώμη μου, το τρέχον εκπαιδευτικό μοντέλο χρειάζεται όχι απλώς αλλαγές, αλλά και ανατροπές».

Υπήρξαν προβλήματα στο σχολείο τα τρία αυτά χρόνια που μεσολάβησαν από την πειθαρχική της δίωξη; Η Φραντζέσκα Ρωμάνου είναι κατηγορηματική: «Οχι, δεν υπήρξαν προβλήματα ούτε από καθηγητές ούτε από γονείς. Το σχολείο συμμετείχε στην παρέλαση και εγώ κάθε χρόνο επαναλάμβανα τους λόγους που με οδηγούν στην άρνηση του θεσμού. Τα χρόνια αυτά, προετοιμάζω εξ ολοκλήρου τη γιορτή της 25ης Μαρτίου, καθώς πιστεύω ότι υπάρχουν τρόποι πολύ πιο πρόσφοροι από την παρέλαση για να νιώσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες τα μηνύματα μιας εθνικής επετείου. Στις γιορτές αυτές οι μαθητές διαβάζουν, απαγγέλλουν, παίζουν μουσική, ανεβάζουν θεατρικά έργα, χορεύουν. Δίνω ιδιαίτερη έμφαση στον τσάμικο, το χορό των κλεφτών, που πιστεύω ότι προσφέρει στα παιδιά ψυχική ευφορία και ανάταση».

Το πραγματικό σκάνδαλο

Αν κάποια μέσα ενημέρωσης ετοιμάζονται να εμφανίσουν τη στάση της Φραντζέσκας Ρωμάνου ως «σκάνδαλο», πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια οι φωνές που εντοπίζουν το πραγματικό σκάνδαλο στις ίδιες τις μαθητικές παρελάσεις και στον εγγενή στρατοκρατικό χαρακτήρα τους. Στην αποδόμηση του θεσμού βοηθά ασφαλώς η γνώση της προϊστορίας του: αποτελούν πια κοινό μυστικό οι φασιστικές/ναζιστικές καταβολές του, η αδιαμφισβήτητη σύνδεσή του με το μεταξικό καθεστώς, η χρήση του από το μετεμφυλιακό κράτος, η αναζωογόνησή του τον καιρό της χούντας. Ούτως ή άλλως, προτού ακόμη οι μαθητικές παρελάσεις αποτελέσουν δομικό στοιχείο της ετήσιας τελετουργίας που συνοδεύει τους εορτασμούς των εθνικών επετείων, υπήρξαν αντιρρήσεις για τη σύνδεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με την πολεμική προετοιμασία των νέων, με την αντιμετώπιση δηλαδή των μαθητών ως δυνάμει στρατιωτών.

Εξαιρετικά εύγλωττη η περίπτωση του παιδαγωγού Ιωάννη Ιωαννίδη, πρώην διευθυντή του διδασκαλείου Κοζάνης, στην οποία αναφέρθηκε προ καιρού η ιστορικός Χριστίνα Κουλούρη («Το Βήμα», 18.08.2002). Σε σειρά άρθρων του με τίτλο «Ευθύνεται το σχολείο διά τον παρόντα πόλεμον; Πώς ειργάσθη και πώς πρέπει να εργασθή διά την πραγματικήν ειρήνην», ο Ιωαννίδης υποστήριξε στα 1917 ότι το σχολείο έχει τις ευθύνες του για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς καλλιέργησε το «προς τους αδελφούς μίσος» και «υπεβοήθησε την στρατοκρατίαν, τον μιλιταρισμόν λεγόμενον». Ακολούθησαν και άλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι τον καιρό του μεσοπολέμου δοκίμασαν να φανταστούν μια διδασκαλία της ιστορίας που να μην υποδαυλίζει την έχθρα μεταξύ των -γειτονικών, κυρίως- λαών. Στο σημείο αυτό, αξίζει να μνημονευτεί ότι η απάλειψη των φιλοπόλεμων διδαχών από τα σχολικά βιβλία υπήρξε σταθερή επιδίωξη της Μικρής Φεμινιστικής Αντάντ, η οποία συγκροτήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '20 με στόχο τη διαβαλκανική συνεννόηση των φεμινιστικών και γυναικείων οργανώσεων της εποχής.

Οπως ήταν επόμενο, η παλιά αυτή συζήτηση αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς οι σύγχρονες αντιλήψεις για ένα πραγματικά «ανοιχτό» πολυπολιτισμικό σχολείο έθεταν και πάλι στο στόχαστρο τα ρατσιστικά στερεότυπα και τα φιλοπόλεμα μηνύματα από τα οποία δεν είχε γίνει ακόμη δυνατό να απαλλαγεί η εκπαίδευση των ελληνοπαίδων.

Οι νέες ανάγκες απαιτούν μια παιδαγωγική επιστήμη που να προβληματίζεται για τα περιεχόμενα μιας εκπαίδευσης αποκαθαρμένης από τα πολεμοχαρή διδάγματα του παρελθόντος και ζητούν από τους ιστορικούς μια ιστορική αφήγηση που, δίχως να αποσιωπά την εμπειρία του πολέμου, θα πάψει να τη νομιμοποιεί εμφανίζοντάς την ως αναπότρεπτη (και αξιοθαύμαστη) κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Στο κλίμα αυτό, οι μαθητικές παρελάσεις με τις απαραίτητες στρατοκρατικές συνδηλώσεις της τελετουργίας τους έρχονται να ακυρώσουν κάθε απόπειρα αποσύνδεσης του σχολείου από τα εθνικιστικά και φιλοπόλεμα κηρύγματα του παρελθόντος. Το αδιέξοδο φάνηκε με τον πλέον σαφή τρόπο κατά την τηλεοπτική συζήτηση που συνόδευσε, υποδαυλίζοντάς την, την άρνηση κάποιων τοπικών κοινωνιών να «παραδώσουν» την ελληνική σημαία στα χέρια ενός αριστούχου αλλοδαπού μαθητή.

Να καταργηθούν!

Στο μεταξύ, την εικόνα έρχονται να περιπλέξουν τα τελευταία χρόνια οι ασαφείς, αντιφατικές και συχνά αυθαίρετες εντολές του υπουργείου σχετικά με την υποχρεωτική ή μη συμμετοχή εκπαιδευτικών και μαθητών στις παρελάσεις. Δεν πρόκειται να επανέλθουμε στο θέμα, καθώς στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί συστηματικά με το γραφειοκρατικό χάος που συναντήσαμε, όταν θελήσαμε να διαπιστώσουμε τι ακριβώς προβλέπεται για όσους αρνούνται να συνεισφέρουν στη μακροημέρευση του αμφιλεγόμενου θεσμού (βλ. 29.10.1995 και 30.6.2002).

Εκείνο, ωστόσο, που αξίζει να τονιστεί είναι ότι κάτι έχει αρχίσει να κινείται στο χώρο των εκπαιδευτικών. Κι αν το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης της ΕΛΜΕ Πειραιά, στο οποίο αναφέρθηκε η Φραντζέσκα Ρωμάνου, είναι μάλλον άτολμο, καθώς δεν θίγει τον πυρήνα του προβλήματος, αρκετοί είναι πλέον οι εκπαιδευτικοί που εκφράζουν τη συμπαράστασή τους στη διωκόμενη καθηγήτρια δηλώνοντας ότι συμμερίζονται την άποψή της για τον μιλιταριστικό χαρακτήρα του θεσμού. «Ισως είναι η ώρα εμείς οι εκπαιδευτικοί, ως πιο άμεσα εμπλεκόμενοι στο θέμα, να πάρουμε την πρωτοβουλία για να σταματήσει μια και καλή ο παρωχημένος και αντιδημοκρατικός αυτός θεσμός», διαβάζουμε σε κείμενο που υπογράφει ο Ενωτικός Ανοιχτός Συνδυασμός Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Καλλιθέας - Μοσχάτου και μοιράστηκε στις 30 Οκτωβρίου του 2003.

Ιδιαίτερη σημασία έχει στο σημείο αυτό και η θέση του Προέδρου της ΟΛΜΕ Γρηγόρη Καλομοίρη, ο οποίος με δήλωσή του στον «Ιό» διατυπώνει ευθέως την άποψή του για κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων: «Οι μαθητικές παρελάσεις αποτελούν εκδηλώσεις μιας αναχρονιστικής αντίληψης και βρίσκονται πολύ μακριά από τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις σχετικά με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού. Η άποψή μου είναι ότι πρέπει να καταργηθούν», υπογραμμίζει ο κ. Καλομοίρης. Και συνεχίζει: «Υπάρχουν άλλοι, πιο αποτελεσματικοί τρόποι για να καλλιεργήσουμε την ιστορική μνήμη και να βοηθήσουμε τους μαθητές και μαθήτριες να εμβαθύνουν στο νόημα των ιστορικών γεγονότων. Στα σχολεία μας εφαρμόζονται πολλοί από αυτούς. Στοχεύουν στην οργάνωση εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων που δίνουν την ευκαιρία μιας πιο άμεσης και ολοκληρωμένης ιστορικής γνώσης και βοηθούν τα παιδιά να συνειδητοποιήσουν τον πυρήνα των ιστορικών γεγονότων μακριά από προκαταλήψεις και δογματισμούς. Η πρόσκληση ανθρώπων που έζησαν τα ιστορικά γεγονότα και η συζήτηση μαζί τους, η αξιοποίηση ιστορικών ντοκουμέντων και οπτικοακουστικών πηγών και, κυρίως, η συζήτηση και η ανάπτυξη προβληματισμού πάνω στα ιστορικά γεγονότα είναι κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Ο βασικός στόχος είναι να κατανοήσουν οι μαθητές το πλαίσιο των αξιών που δικαιώνουν τους αγώνες για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, για ελευθερία, ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη».

Για να επιτευχθεί, ωστόσο, ο στόχος αυτός, ο κ. Καλομοίρης θεωρεί απαραίτητη και μια ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο διδάσκεται σήμερα η ιστορία: «Είναι ανάγκη, επίσης, να προσεγγίσουμε με ένα διαφορετικό τρόπο και το ίδιο το μάθημα της Ιστορίας. Η διδακτέα ύλη συνήθως προέρχεται από πρόχειρη και ατεκμηρίωτη επιλογή και συρραφή κεφαλαίων από διδακτικά βιβλία που είχαν συγγραφεί παλαιότερα για διαφορετικές διδακτικές περιστάσεις, χωρίς ειρμό και λογική. Η διδασκόμενη ιστορική ύλη είναι κατά κανόνα ασυνεχής και ακατανόητη, με αποτέλεσμα να επέρχεται πλήρης σύγχυση στους μαθητές και μαθήτριες. Το μάθημα απαξιώνεται στη συνείδησή τους και οι φιλόλογοι πιέζονται να μεταβληθούν σε φορείς μιας άγονης και ατελέσφορης γνώσης που ούτε καν τις εξεταστικές επιδιώξεις δεν μπορεί να καλύψει, πόσο μάλλον την αδήριτη ανάγκη για καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης των νέων. Τα προβλήματα ενισχύονται από τη στιγμή που η έμφαση στη μηχανική αποστήθιση εκμηδενίζει, ουσιαστικά, το μορφωτικό ρόλο του μαθήματος περιορίζοντάς το σε απλή προετοιμασία για τις σχολικές ή πανελλαδικές εξετάσεις.

Χρειάζεται, λοιπόν, μια συνολική ανανέωση του μαθήματος της Ιστορίας τόσο στο περιεχόμενο όσο και στις διδακτικές μεθόδους, που θα επικεντρώνεται στην αναζήτηση της ιστορικής αιτιότητας και θα αποσκοπεί στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της ιστορικής συνείδησης των νέων».

 

(Ελευθεροτυπία, 13/3/2005)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ