Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΣΚΕΨΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ

 

Το χαμένο «ναι» του '74



ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   


 

Τ' άτιμο το χρήμα...

Ενα από τα βασικά επιχειρήματα που πρόβαλε στο διάγγελμά του ο Τάσσος Παπαδόπουλος αφορούσε τις οικονομικές επιπτώσεις του σχεδίου Ανάν: «Η εφαρμογή των σχετικών προνοιών», διακήρυξε, «συνεπάγεται δυσβάστακτες οικονομικές επιπτώσεις για τους Ελληνοκύπριους, ενώ η όλη δομή του σχεδίου θα οδηγήσει, αν όχι σε κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, σίγουρα σε οικονομική κρίση και επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων, που με τόσες θυσίες οικοδομήσαμε». 

Αφήνοντας κατά μέρος τις ακραίες εκδοχές αυτής της κινδυνολογίας, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε ότι κάπως έτσι ξεκίνησε, το 1961-63, και η αυτοϋπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας: με την άρνηση της ελληνοκυπριακής ηγεσίας να καλυφθεί από την κεντρική κυβέρνηση το κόστος λειτουργίας (και) της τουρκοκυπριακής εκπαίδευσης. Ακολούθησε η προβολή τουρκοκυπριακού βέτο στα φορολογικά νομοσχέδια του Μακαρίου και το μπλοκάρισμα των λειτουργιών του ενιαίου κυπριακού κράτους.

Εκ των υστέρων, βέβαια, αυτό το βέτο έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, καθώς θεωρήθηκε απόδειξη της άρνησης των Τουρκοκυπρίων να συμβιώσουν με τους Ελληνοκυπρίους. Από τα απομνημονεύματα ωστόσο του Γλαύκου Κληρίδη, προέδρου τότε της κυπριακής Βουλής και βασικού διαπραγματευτή της ελληνοκυπριακής πλευράς, προκύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: Η τουρκοκυπριακή ηγεσία πρόβαλε βέτο μονάχα σε μία, οριακή, περίπτωση: τη χρηματοδότηση των σχολείων της τουρκοκυπριακής κοινότητας από τον κεντρικό προϋπολογισμό. Η δε άρνηση των Ελληνοκυπρίων να ικανοποιήσουν αυτό το αίτημα, οφειλόταν όχι σε «εθνικούς» αλλά σε οικονομικούς -κυρίως- λόγους!

Σύμφωνα με το κυπριακό σύνταγμα του 1960, η εκπαίδευση αποτελούσε τομέα ευθύνης των αντίστοιχων «κοινοτικών συνελεύσεων». Η κεντρική κυβέρνηση ήταν, απλώς, υποχρεωμένη να καταβάλλει «τουλάχιστον 2.000.000 λίρες» από τον προϋπολογισμό της στις «συνελεύσεις» (1.600.000 στην ελληνοκυπριακή και 400.000 στην τουρκοκυπριακή) γι' αυτόν το σκοπό. 

Το ελάχιστο αυτό κονδύλι ήταν απόλυτα ανεπαρκές, καθώς τα λειτουργικά έξοδα των μεν ελληνικών σχολείων ανέρχονταν σε 3.000.000 λίρες, των δε τουρκικών σε 800.000. Και οι δυο κοινότητες συμφωνούσαν, ως εκ τούτου, στην αύξησή του. Το πρόβλημα αφορούσε τον καταμερισμό του: οι μεν Ελληνοκύπριοι πρότειναν διανομή κατά 18-82% (όσο η πληθυσμιακή αναλογία των δύο κοινοτήτων), οι δε Τουρκοκύπριοι 30-70% (όσο η αναλογία των αξιωμάτων που όριζε το σύνταγμα).

Η αντίθεση κάθε άλλο παρά συμβολική ήταν, καθώς η τουρκοκυπριακή κοινότητα, όντας πολύ φτωχότερη, δεν μπορούσε να συντηρήσει τα σχολεία της από άλλες πηγές. Εξ ου και η αποφασιστικότητα των εκπροσώπων της, με την προβολή του βέτο και το μπλοκάρισμα της φορολογικής νομοθεσίας.

Εκ των υστέρων, ο ίδιος ο Κληρίδης έχει κάνει την αυτοκριτική του για την ελληνοκυπριακή αδιαλλαξία σ' αυτό το σημείο: «Τα επιχειρήματα που προέβαλε η ελληνοκυπριακή πλευρά για να αιτιολογήσει την άρνησή της να αυξηθεί η επιχορήγηση προς την τουρκική κοινοτική συνέλευση πάνω από 18%, δηλαδή η αναλογία πληθυσμού και η συνεισφορά στα δημόσια έξοδα», γράφει στα απομνημονεύματά του, «ήσαν στην πραγματικότητα οι λόγοι εκείνοι για τους οποίους θα είχε δοθεί μεγαλύτερη επιχορήγηση από ένα κράτος που θα χρησιμοποιούσε αντικειμενικά κριτήρια για να προσδιορισθεί η βοήθεια και στο οποίο δε θα υπήρχε ένταση ανάμεσα σε διάφορες ομάδες ή τμήματα του πληθυσμού. Προφανώς, όσο φτωχότερη είναι μια ομάδα, τόσο μικρότερη είναι και η συνεισφορά της στα δημόσια έσοδα και τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη της για επιχορηγήσεις, ώστε να μπορεί ν' αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της στην τοπική αυτοδιοίκηση, στις κρατικές υποθέσεις, σ' ένα ομοσπονδιακό σύστημα ή σε ζητήματα κοινοτικής αυτονομίας σ' ένα ενοποιημένο κράτος.

Η στάση αυτή της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, που ήταν αποτέλεσμα της ενόχλησής της από τα υπερβολικά δικαιώματα που δόθηκαν από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου στη μειονότητα, φωτίζει καθαρά τα ψυχολογικά πλέγματα κάτω από τα οποία ζούσε κι εργαζόταν η ελληνοκυπριακή ηγεσία και την αδυναμία της να σταθεί πάνω απ' αυτά» («Η κατάθεσή μου», τ. Α', Λευκωσία 1988, σελ. 142-143).



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Σάββας Παύλου 
(επιμ.) «Απόρρητον: τα πρακτικά της σύσκεψης του 1974» 

(Λευκωσία 1991, εκδ. «Το μώλυ»). Τα αποκαλυπτικά, πλήρη πρακτικά των πρώτων διαβουλεύσεων της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας μετά την τουρκική εισβολή. Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε, προφανώς, η «κυπριακή» εκδοχή των πρακτικών. Η «ελληνική» εκδοχή τους, με κάποιες μικροδιαφορές στις διατυπώσεις, δημοσιεύθηκε στο «Αρχείο Κων/νου Καραμανλή» (Αθήνα 1997, Ιδρυμα Κ. Καραμανλή - Εκδοτική Αθηνών, τ. 8ος, σελ. 239-48).

Γλαύκος Κληρίδης
«Η κατάθεσή μου» 

(τ. 1-4, Λευκωσία 1988-90, εκδ. «Αλήθεια»). Η αυτοβιογραφία του παλαίμαχου ελληνοκύπριου πολιτικού περιλαμβάνει κάποιες έντονα αυτοκριτικές σελίδες για την υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960-63, (και) από τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό. 

Καίσαρ Μαυράτσας
«Οψεις του ελληνικού εθνικισμού στην Κύπρο»

(Αθήνα 1998, εκδ. «Κατάρτι»). Εξαιρετική ανάλυση των μεταλλάξεων της ελληνοκυπριακής ταυτότητας μεταξύ 1960 και 1996, από έναν ελληνοκύπριο πανεπιστημιακό. Εμφαση στη διαδοχική μετατόπιση της ηγεμονίας από τον ελληνικό εθνικισμό στον κυπριωτισμό και τούμπαλιν.

Σπύρος Παπαγεωργίου 
(επιμ.) «Τα κρίσιμα ντοκουμέντα του Κυπριακού (1959-1967)» 

(τ. 1-3, Αθήνα 1983, εκδ. Γ. Λαδιά). Συλλογή απόρρητων ελληνικών κι ελληνοκυπριακών ντοκουμέντων, δημοσιευμένη από ένα γνωστό στέλεχος του «ενωτικού» κινήματος (και υπουργό της βραχύβιας «κυβέρνησης» Σαμψών). Αποκαλυπτική της υπονόμευσης της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας από τους αδιάλλακτους «υπερπατριώτες» -Ελλαδίτες κι Ελληνοκύπριους. 

Μακάριος Δρουσιώτης 
«ΕΟΚΑ Β' & CIA. Το ελληνοτουρκικό παρακράτος στην Κύπρο» 

(Λευκωσία 2002, εκδ. «Αλφάδι»). Λεπτομερειακή καταγραφή της υπονόμευσης κι ανατροπής της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους ακραίους εθνικιστές. Καταγραφή βασισμένη -εκτός των άλλων- και σε άγνωστα αποκαλυπτικά ντοκουμέντα από το αρχείο της (μακαριακής) κυπριακής ΚΥΠ.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 18/4/2004)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ